Αρχή της επικουρικότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η επικουρικότητα (αγγλ. subsidiarity) είναι μια αρχή της κοινωνικής οργάνωσης κατά την οποία τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα διευθετούνται στο πιό άμεσο (ή τοπικό) επίπεδο που είναι κατάλληλο για την επίλυσή τους. Κατά άλλον ορισμό (Αγγλικό Λεξικό Oxford), είναι η αρχή κατά την οποία μια κεντρική εξουσία πρέπει να έχει επικουρικό ρόλο, εκτελώντας μόνο αυτές τις πράξεις που δεν μπορούν να εκτελεστούν σε περισσότερο τοπικό επίπεδο. Ο όρος εισήχθη για πρώτη φορά το 1891 από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται στους χώρους της διοίκησης, των πολιτικών επιστημών, της κυβερνητικής κλπ.

Η αρχή της επικουρικότητας είναι μια από τις Βασικές Αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου, μαζί με την αρχή ειδικής εξουσιοδότησης, την αρχή αναλογικότητας και την αρχή κοινοτικής καλής πίστης. Ορίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να δρα σε τομείς που δεν αποτελούν αρμοδιότητά της μόνο όταν η δράση της εξασφαλίζει καλύτερο αποτέλεσμα από αυτό των εθνικών κυβερνήσεων ή περιφερειακών ολοκληρώσεων.

Ορίζεται στο άρθρο ε' της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας:

Η Κοινότητα δρα μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων που της αναθέτει και των στόχων που της ορίζει η παρούσα συνθήκη.

Στους τομείς που δεν υπάγονται στην αποκλειστική της αρμοδιότητα, η Κοινότητα δρα σύμφωνα με την αρχή επικουρικότητας, μόνον εάν και στο βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι υπόλοιπες Αρχές Ευρωπαϊκού Δικαίου:

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]