Οικονομική και Νομισματική Ένωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)
  Μέλη της Ευρωζώνης
  Μέλος του ΕΜΣ 2 με δικαίωμα εξαίρεσης (Δανία)
  Μέλος της ΕΕ με δικαίωμα εξαίρεσης (Ηνωμένο Βασίλειο)
  Υπόλοιπα μέλη της ΕΕ

Η Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ)[1] είναι ένας όρος-ομπρέλα για την ομάδα των πολιτικών που αποσκοπούν στη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρία στάδια. Οι πολιτικές καλύπτουν τα 19 μέλη της Ευρωζώνης, καθώς και μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός του ευρώ.

Κάθε στάδιο της ΟΝΕ αντιστοιχεί σε προοδευτικά στενότερη οικονομική ολοκλήρωση. Μόνο όταν ένα μέλος συμμετέχει στο τρίτο στάδιο επιτρέπεται να υιοθετήσει το ευρώ ως επίσημο νόμισμα. Ως εκ τούτου, το τρίτο στάδιο είναι σε μεγάλο βαθμό συνώνυμο με την Ευρωζώνη. Τα κριτήρια σύγκλισης του ευρώ είναι το σύνολο των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούνται προκειμένου μια χώρα να ενταχθεί στην Ευρωζώνη. Ένα σημαντικό στοιχείο είναι η συμμετοχή για τουλάχιστον δύο χρόνια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών ("ΕΜΣ 2"), κατά την οποία τα υποψήφια νομίσματα αποδεικνύουν την οικονομική τους σύγκλιση με την διατήρηση περιορισμένης απόκλισης από το ισοτιμία-στόχο τους έναντι του ευρώ.

Δεκαεννέα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν εισέλθει στο τρίτο στάδιο και έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως το νόμισμά τους. Όλα τα νέα κράτη μέλη δεσμεύονται με τις συνθήκες ένταξής τους στην ΕΕ να συμμετάσχουν στο τρίτο στάδιο. Οι Συνθήκες της ΕΕ παρέχουν μόνο στην Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, των οποίων η ένταξη στην ΕΕ είναι προγενέστερη της εισαγωγής του κοινού νομίσματος, νομική εξαίρεση από την υποχρέωση αυτή. Τα υπόλοιπα επτά μέλη της ΕΕ που βρίσκονται εκτός της ζώνης του ευρώ υποχρεούνται να εισέλθουν στο τρίτο στάδιο, όταν θα πληρούν όλα τα κριτήρια σύγκλισης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδέα της οικονομικής και νομισματικής ένωσης της Ευρώπης τέθηκε για πρώτη φορά πολύ πριν από την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Για παράδειγμα, η λατινική Νομισματική Ένωση υπήρξε από το 1865 ως το 1927.[2][3] Στην κοινωνία των Εθνών, ο Γκούσταβ Στρέζεμαν ζήτησε το 1929 ένα ευρωπαϊκό νόμισμα[4] στο πλαίσιο μιας αυξημένης οικονομικής διαίρεσης που οφειλόταν σε μια σειρά από νέα εθνικά κράτη στην Ευρώπη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μια πρώτη προσπάθεια να δημιουργηθεί μια οικονομική και νομισματική ένωση μεταξύ των μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ανάγεται σε μια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 1969, που επισήμαινε την ανάγκη για «μεγαλύτερο συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και νομισματική συνεργασία»[5], την οποία ακολούθησε η απόφαση των Αρχηγών κρατών και Κυβερνήσεων κατά την σύνοδο κορυφής στη Χάγη το 1969, που προέβλεπε την κατάρτιση ενός σχεδίου σταδιακής δημιουργίας μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης ως το τέλος της δεκαετίας του 1970.

Βάσει διαφόρων προηγούμενων προτάσεων, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων υπό την προεδρία του πρωθυπουργού και υπουργού Οικονομικών του Λουξεμβούργου Πιέρ Βερνέρ (Pierre Werner) παρουσίασε τον Οκτώβριο του 1970 το πρώτο κοινά συμφωνημένο σχέδιο για τη δημιουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης σε τρία στάδια (σχέδιο Werner). Το σχέδιο αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα λόγω των κρίσεων που προέκυψαν από τη μη μετατρεψιμότητα του δολαρίου ΗΠΑ σε χρυσό τον Αύγουστο του 1971 (δηλαδή την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods) και από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου το 1972. Η προσπάθεια περιορισμού των διακυμάνσεων της ευρωπαϊκής νομισμάτων, χρησιμοποιώντας σύστημα ελεγχόμενων διακυμάνσεων γύρω από σταθερή ισοτιμία (σύστημα φίδι σε σήραγγα), απέτυχε.

Η συζήτηση για την ΟΝΕ επαναλήφθηκε και πάλι στην Διάσκεψη Κορυφής του Ανοβέρου τον Ιούνιο του 1988, οπότε ζητήθηκε από μια ad hoc επιτροπή (επιτροπή Ντελόρ) των διοικητών των κεντρικών τραπεζών των δώδεκα κρατών μελών, υπό την προεδρία του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ, να προτείνει ένα νέο χρονοδιάγραμμα με σαφή, πρακτικά και ρεαλιστικά βήματα για τη δημιουργία μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης[6].

Η Έκθεση Ντελόρ του 1989 διατύπωσε ένα σχέδιο για την εισαγωγή της ΟΝΕ σε τρία στάδια και περιελάμβανε τη δημιουργία θεσμών όπως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), το οποίο θα ήταν υπεύθυνο για τη διαμόρφωση και την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής[7].

Τα τρία στάδια για την εφαρμογή της ΟΝΕ ήταν τα εξής:

Πρώτο Στάδιο: 1η Ιουλίου 1990 ως 31 Δεκεμβρίου 1993[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Την 1η Ιουλίου 1990 καταργήθηκαν οι έλεγχοι συναλλάγματος, επομένως οι κινήσεις κεφαλαίων απελευθερώθηκαν πλήρως στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
  • Η Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 καθιέρωσε την ολοκλήρωση της ΟΝΕ ως επίσημο στόχο και έθεσε μια σειρά κριτηρίων οικονομικής σύγκλισης όσον αφορά τον πληθωρισμό, τα δημόσια οικονομικά, τα επιτόκια και τη σταθερότητα της συναλλαγματικής ισοτιμίας.
  • Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1993.

Δεύτερο Στάδιο: 1η Ιανουαρίου 1994 ως 31 Δεκεμβρίου 1998[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα ως πρόδρομος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με καθήκον την ενίσχυση της νομισματικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των εθνικών τραπεζών τους, καθώς και την εποπτεία των τραπεζογραμματίων ECU.
  • Στις 16 Δεκεμβρίου 1995 αποφασίστηκαν λεπτομέρειες, όπως το όνομα του νέου νομίσματος (ευρώ) και η διάρκεια των μεταβατικών περιόδων.
  • Στις 16-17 Ιουνίου 1997, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε στο Άμστερνταμ να υιοθετήσει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετά τη δημιουργία του ευρώ, και δημιουργήθηκε ένας νέος μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ 2) για τη διασφάλιση σταθερότητας μεταξύ του ευρώ και των εθνικών νομισμάτων των χωρών που δεν έχουν ακόμη εισέλθει στην Ευρωζώνη.
  • Στις 3 Μαΐου 1998, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, επελέγησαν οι 11 αρχικές χώρες που θα συμμετείχαν στο τρίτο στάδιο από την 1η Ιανουαρίου 1999.
  • Την 1η Ιουνίου 1998 δημιουργήθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και στις 31 Δεκεμβρίου 1998 καθορίστηκαν οι τιμές μετατροπής μεταξύ των 11 συμμετεχόντων εθνικών νομισμάτων και του ευρώ.

Τρίτο Στάδιο: 1η Ιανουαρίου 1999 και εφεξής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Από τις αρχές του 1999, το ευρώ αποτελεί πλέον πραγματικό νόμισμα και εισάγεται ενιαία νομισματική πολιτική υπό την εποπτεία της ΕΚΤ. Μια μεταβατική περίοδος τριών ετών αρχίζει πριν την εισαγωγή των πραγματικών χαρτονομισμάτων και κερμάτων ευρώ, αλλά από νομική άποψη τα εθνικά νομίσματα έχουν ήδη παύσει να υφίστανται.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2001 η Ελλάδα εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2002 εισάγονται τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα του ευρώ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2007 η Σλοβενία εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2008 η Κύπρος και η Μάλτα εντάσσονται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2009 η Σλοβακία εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2011 η Εσθονία εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2014 η Λετονία εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
  • Την 1η Ιανουαρίου 2015 η Λιθουανία εντάσσεται στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν υπάρξει συζητήσεις σχετικά με το κατά πόσο οι χώρες της Ευρωζώνης αποτελούν μια βέλτιστη νομισματική περιοχή[8]. Υπάρχει επίσης μεγάλη αμφιβολία ως προς το εάν όλα τα κράτη της Ευρωζώνης εκπλήρωσαν πραγματικά έναν «υψηλό βαθμό βιώσιμης σύγκλισης» όπως απαιτεί η συνθήκη του Μάαστριχτ ως προϋπόθεση για ένταξη στο ευρώ, για να μην φτάσουν σε οικονομικό πρόβλημα αργότερα.

Ανελαστική νομισματική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένου ότι η ένταξη στην Ευρωζώνη καθιερώνει μια ενιαία νομισματική πολιτική για τα συμμετέχοντα κράτη, αυτά δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν δική τους νομισματική πολιτική, π.χ. να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε βάρος άλλων μελών της Ευρωζώνης εκτυπώνοντας χρήματα και υποτιμώντας τα ή εκτυπώνοντας χρήματα για τη χρηματοδότηση υπερβολικών δημόσιων ελλειμμάτων ή για να καταβάλλουν τόκους για μη βιώσιμα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους. Κατά συνέπεια, εάν τα κράτη μέλη δεν διαχειριστούν την οικονομία τους με τρόπο που να μπορούν να επιδείξουν δημοσιονομική πειθαρχία (όπως είχαν υποχρεωθεί από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ), θα διακινδύνευαν αργά ή γρήγορα μια κρίση δημοσίου χρέους στην χώρα τους, χωρίς τη δυνατότητα να εκτυπώσουν χρήμα ως εύκολη διέξοδο. Αυτό συνέβη με την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Κύπρο και την Ισπανία[9].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιστοσελίδα της ΕΚΤ για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση
  2. Bolton, Sally (10 December 2001). «A history of currency unions». guardian.co.uk. https://www.theguardian.com/world/2001/dec/10/euro.eu. Ανακτήθηκε στις 26 February 2012. «France persuaded Belgium, Italy, Switzerland and Greece» 
  3. Pollard, John F. (2005). Money and the Rise of the Modern Papacy: Financing the Vatican, 1850–1950. New York: Cambridge University Press, σελ. 39. ISBN 0-521-81204-6. https://books.google.gr/books?id=ppVxkjhwOKUC&lpg=PP1&hl=el&pg=PP1#v=onepage&q&f=false. 
  4. Link
  5. Barre Report
  6. Verdun A., The role of the Delors Committee in the creation of EMU: an epistemic community?, Journal of European Public Policy, τόμ. 6, αρ. 2, 1η Ιουνίου 1999 , σελ. 308–328(21)
  7. Έκθεση Ντελόρ (Αγγλικά)
  8. "As Euro Nears 10, Cracks Emerge in Fiscal Union" (New York Times, 1η Μαΐου 2008)
  9. «Project Syndicate-Martin Feldstein-The French Don't Get It-December 2011». Project-syndicate.org. 2011-12-28. http://www.project-syndicate.org/commentary/feldstein43/English. Ανακτήθηκε στις 2012-05-14.