Κράτος των Ρως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Alex K Kievan Rus..svg
Το Κράτος των Ρως. Ο χάρτης είναι ανιστορικός - απεικονίζει τους βασικούς πυρήνες του κράτους και όχι την εδαφική του επικράτεια μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Το μεσαιωνικό κράτος των Ρως ή Κιεβινή Ρωσία[1] είναι η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα κρατικής οργάνωσης στον ανατολικό σλαβικό κόσμο. Άκμασε τον 9ο με 12ο αιώνα[1] με πρωτεύουσα το Κίεβο, ενώ το 1150 κατακερματίστηκε σε ανεξάρτητες ηγεμονίες[1], από όπου τρεις σημερινές χώρες της ανατολικής Ευρώπης (Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία) έλκουν την ιστορική καταγωγή τους από αυτό.

Η πληθυσμιακή του σύνθεση ήταν κυρίως σλαβική και δευτερευόντως στο βορρά φιννική όμως την εξουσία (διοικητική και στρατιωτική) κρατούσαν οι Βάραγγοι Ρως, από τους οποίους η Ρωσία πήρε τη σημερινή της ονομασία. Πυρήνας του κράτους ήταν οι περιοχές πέριξ του Κιέβου και του Νόβγκοροντ. Στην εποχή της μέγιστης εξάπλωσής του εκτεινόταν από τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Βαλτική και από τα Καρπάθια μέχρι τα Ουράλια Όρη.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κράτος των Ρως ή Ρως του Κιέβου (από την πρωτεύουσα Κίεβο) είναι μετεξέλιξη του Χαγανάτου των Ρως (το χαγανάτο πιθανώς εδόθη ως ονομασία λόγω επηρεασμού από το νότιο χανάτο των Χαζάρων, καθότι απαντάται σε τουρκομογγολικές φυλές ως όρος και όχι σε σλαβικές κ.α.), μιας συνομοσπονδίας πόλεων - κρατών υπό βαραγγική ηγεμονία που εκτεινόταν στη σημερινή ΒΔ Ρωσία. Γύρω στο 880 ο ηγεμόνας του Χαγανάτου Όλεγκ (σλαβ. Олег, Ολέγκ ορθότερα σε ελληνική μεταγραφή, σκανδ. Helgi) εκδιώκει από το Δνείπερο τους Χαζάρους (νομαδικός λαός τουρκικής καταγωγής που εισέπραττε φόρο υποτέλειας από τους κατοίκους) και ανακηρύσσει τον εαυτό του πρίγκιπα του Κιέβου. Ο Όλεγκ ήταν διάδοχος του Ρούρικ (Βάραγγος ηγέτης που μυθοποιήθηκε, αμφισβητείται το αν υπήρξε πραγματικά), για αυτό και η δυναστεία που ίδρυσε ονομαζόταν Ρουρικίδες (παιδιά του Ρούρικ). Στις τέσσερεις δεκαετίες που ακολουθούν, ο Όλεγκ υποτάσσει κάθε αντίδραση των τοπικών πληθυσμών. Οι Βάραγγοι αποκτούν έτσι ένα δυνατό προπύργιο στην περιοχή, απαραίτητο για το εμπόριό τους με την Κωνσταντινούπολη, αλλά και μια νέα πρωτεύουσα, το Κίεβο.

Το 907 ο Όλεγκ επιδράμει κατά του Βυζαντίου και δοκιμάζει να πολιορκήσει την Πόλη. Στρατιωτικά αποτυγχάνει, αλλά η εν γένει τακτική του πείθει τους Βυζαντινούς ότι δεν πρόκειται για έναν τυχάρπαστο ηγεμόνα. Έτσι στη διμερή εμπορική συνθήκη του 911 αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος από την άλλη πλευρά και πετυχαίνει όρους που εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και ευημερία του νεοπαγούς κράτους του. Ακριβώς ίδια αποτελέσματα (πολεμικές ήττες αλλά ευνοϊκές συνθήκες ειρήνης) έχουν οι δύο εκστρατείες του Ιγκόρ, διαδόχου του Όλεγκ. Ο Ιγκόρ όμως αποτυγχάνει να ελέγξει στην ανατολή τους Χαζάρους, οι οποίοι ξαναρχίζουν να λεηλατούν την ύπαιθρο, και στη δύση τους Δρεβλιανούς (σλαβικό φύλο) που αρνούνται να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στο Κίεβο. Οι τελευταίοι μάλιστα τον δολοφονούν το 945.

Ενώ διεξάγονται τα παραπάνω σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, έχει ήδη ξεκινήσει μια διαδικασία 'εκσλαβισμού' της αριστοκρατίας που διοικεί το κράτος. Μολονότι η βαραγγική καταγωγή εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη ανωτέρων δημοσίων αξιωμάτων, φαίνεται ότι πολιτισμικά οι Βάραγγοι απορροφώνται από το υπέρτερο σλαβικό στοιχείο και σταδιακά υιοθετούν τη σλαβική γλώσσα και συνήθειες (και για λόγους όμως πολιτικούς, καθώς ήταν ο μόνος τρόπος επιβίωσης και διαιώνισης μιας ξενικής ελίτ).

Toν Ιγκόρ διαδέχεται ο τριετής γιος του, πρίγκιπας Σβιατοσλάβ. Μέχρι όμως να φθάσει τα είκοσι, την πραγματική εξουσία ασκεί η χριστιανή μητέρα του Χέλγκα (μετέπειτα Αγία Όλγα). Το 962 ο Σβιατοσλάβ A' αναλαμβάνει την πλήρη ηγεσία και σε μία δεκαετία υπερδιπλασιάζει την έκταση του κράτους του, συμμαχώντας με τους Πετσενέγους και υποτάσσοντας όλους τους γειτονικούς λαούς: τους Βουλγάρους του Βόλγα και τους Μορδβίνους (φιννικό φύλο) στην ανατολή, τους Χαζάρους στο νότο και Βουλγάρους του Δούναβη στα Βαλκάνια. Βέβαιος ότι θα σταθεροποιήσει τον έλεγχο στα νέα εδάφη, μετακινεί την πρωτεύουσα στη βουλγαρική πόλη Περεγιασλάβετς (στο Δέλτα του Δούναβη) το 969 ελπίζοντας να την κάνει κέντρο του ευρωπαϊκού εμπορίου. Το όραμά του όμως αποτυγχάνει - οι Βυζαντινοί στρέφονται εναντίον του, θεωρώντας ότι μπαίνει στα χωράφια τους, και έως το 971 καταλύουν όλες τις βαλκανικές κτήσεις του, μεταξύ των οποίων και το Περεγιασλάβετς. Ταυτόχρονα υποκινούν τους Πετσενέγους να επιτεθούν στο Κίεβο, ενώ και οι ανατολικοί υποτελείς των Ρως εξεγείρονται και ανακτούν την ανεξαρτησία τους. Ο Σβιατοσλάβ αναγκάζεται να συνθηκολογήσει και να αποσυρθεί στα προ δεκαετίας σύνορα, αλλά καθώς γυρνά στο Κίεβο δολοφονείται ύπουλα (972) από Πετσενέγους, κατ' εντολή του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή που ήθελε να ξεμπερδεύσει οριστικά μαζί του.

Η χρυσή εποχή του Κιέβου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωσία:
Ιστορία ανά περιόδους
Κράτος των Ρως

Μογγολική κατοχή

  • Ύστερος Μεσαίωνας

Νόβγκοροντ
Βλαντίμιρ-Σούζνταλ
Μοσχοβία

  • Πολιτική ενοποίηση

Βασίλειο της Ρωσίας
Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος
Ρωσική Αυτοκρατορία
Γαλλική εισβολή στη Ρωσία
Οκτωβριανή Επανάσταση

  • Σοβιετική εποχή

Ε.Σ.Σ.Δ.
Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος
Κατάκτηση του διαστήματος

  • Μετασοβιετική περίοδος

Ρωσική Ομοσπονδία

Ιβάν ο ΤρομερόςΜέγας Πέτρος
Αικατερίνη η ΜεγάληΒλαντίμιρ Λένιν
Γιούρι ΓκαγκάρινΒλαντίμιρ Πούτιν

Αν και τα επιτεύγματα του Σβιατοσλάβου διήρκεσαν μόλις λίγα χρόνια, αύξησαν σημαντικά το διεθνές κύρος του κράτους του και συνετέλεσαν στο να εγκαθιδρυθεί η κυριαρχία του Κιέβου σε ολόκληρη τη βορειοανατολική Ευρώπη για τους επόμενους δύο αιώνες. Ο Μέγας Πρίγκηψ του Κιέβου ήλεγχε τις περιοχές γύρω από την πόλη, και οι (θεωρητικά κατώτεροι) συγγενείς του τις άλλες πόλεις της επικράτειας. Δημιουργούνται έτσι οι προϋποθέσεις της μέγιστης ακμής του κράτους των Ρως, στην οποία έφθασε στα χρόνια του Βλαδίμηρου του Μεγάλου και του Γιαροσλάβου του Σοφού.

Η βάπτιση του Βλαδίμηρου, Βίκτορ Βασνέτσοφ (1890)

Ο πρίγκιπας Βλαδίμηρος (σλαβ. Володимеръ, σκανδ. Valdamarr) ήταν γιος του Σβιατοσλάβ και πήρε το θρόνο το 980, αφού είχε προηγηθεί εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε αυτόν και τον ετεροθαλή αδελφό του (και νόμιμο διάδοχο) Γιαροπόλκ. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν ο εκχριστιανισμός των Ρως το 988. Σύμφωνα με την «ποιητική» περιγραφή του Πρώτου Χρονικού, όταν ο Βλαδίμηρος αποφάσισε να αντικαταστήσει το ρωσικό παγανισμό με μια άλλη θρησκεία, έστειλε τους καλύτερους αυλικούς σε όλη την Ευρώπη. Αφού πήγαν στους καθολικούς, τους ιουδαίους και τους μουσουλμάνους, έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί θαμπώθηκαν από την ομορφιά του ναού της Αγίας Σοφίας και της λειτουργίας που γινόταν εκεί. Γυρνώντας στο Κίεβο, έπεισαν το Βλαδίμηρο να υιοθετήσει τη θρησκεία των Ελλήνων. Τότε ο Βλαδίμηρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, συναντήθηκε με τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β' και ζήτησε την αδελφή του Άννα για γυναίκα του.

Ως συνήθως, η πραγματική ιστορία είναι λιγότερο ποιητική και περισσότερο καθορίζεται από τη λεγόμενη ρεάλ πολιτίκ. Η ευλαβής χριστιανική ζωή δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα το Βλαδίμηρο, κι ας βαπτίζεται χριστιανός - μαρτυράται ότι είχε δεκάδες συζύγους (εκ των οποίων τέσσερις γαλαζοαίματες) και κάποιες εκατοντάδες παλλακίδες. Αυτό που τον καθοδηγεί είναι η καλή κρίση των δεδομένων: γνωρίζει πως η ευημερία του κράτους του περνά μέσα από τις καλές σχέσεις με το Βυζάντιο, αφού οι Βυζαντινοί αφενός είναι οι καλύτεροι πελάτες των προϊόντων του, αφετέρου ελέγχουν τη Μαύρη Θάλασσα, τουτέστιν την κίνηση των πλοίων από και προς το Δνείπερο, που είναι ο κύριος εμπορικός δίαυλος μεταξύ των Ρως και του έξω κόσμου.

Επιπλέον η Ορθόδοξη Εκκλησία διέθετε ήδη λειτουργικά κείμενα γραμμένα στο Κυριλλικό αλφάβητο, αλλά και ένα πλήθος μεταφράσεων Ελλήνων συγγραφέων στα σλαβικά. Η ύπαρξη αυτών των μεταφράσεων φέρνει σε επαφή τους Ρώσους με την ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη, χωρίς να χρειασθεί να μάθουν ελληνικά. Αποκτούν έτσι το υπόβαθρο για να δημιουργήσουν τη δική τους λογοτεχνία, τέχνη και επιστήμη.

Ο Βλαδίμηρος πεθαίνει το 1015. Ακολουθούν διαμάχες μεταξύ των πολλών γιων του, από τις οποίες νικητής βγαίνει ο Γιαροσλάβος (σλαβ. Ярослав, σκανδ. Jarizleifr), τοπικός κυβερνήτης του Νόβγκοροντ, εξολοθρεύοντας τους υπόλοιπους. Ο Γιαροσλάβος στέφεται Μέγας Πρίγκηψ Κιέβου και Νόβγκοροντ στο Κίεβο το 1019 και κατά τη βασιλεία του το κράτος των Ρως φθάνει στο ζενίθ του.

Ο Γιαροσλάβος συντάσσει τον πρώτο νομικό κώδικα, τη Δικαιοσύνη των Ρως (Правда Роська). Ενδυναμώνει τις σχέσεις του με τη Δύση χρησιμοποιώντας ως μέσον τους βασιλικούς γάμους: παντρεύει την εγγονή του Ευπραξία με τον Ερρίκο Γ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την αδερφή του με το βασιλιά της Πολωνίας, τις τρεις κόρες του με τους βασιλείς της Γαλλίας, της Ουγγαρίας και της Νορβηγίας. Δείχνει επίσης ενεργό ενδιαφέρον για την εδραίωση του χριστιανισμού, χρηματοδοτώντας τον κλήρο και ανεγείροντας τον πρώτο μεγάλο ναό στο Κίεβο και κατόπιν δύο καθεδρικούς αφιερωμένους στην Αγία του Θεού Σοφία, στο Κίεβο και στο Νόβγκοροντ. Για όλα αυτά του δόθηκε το προσωνύμιο Σοφός.

Χρονολόγιο των Ρως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονολογία Από την πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (860) έως τις πρώτες αυτονομήσεις (1054)
Έθνος αφανές, έθνος ανάριθμον, έθνος εν ανδραπόδοις ταττόμενο, άγνωστον μεν, αλλ΄από της εφ΄ ημάς στρατεία όνομα λαβόν (έθνος μυστηριώδες, πολυπληθές, που ήρθε να μας υποδουλώσει, που ήταν άγνωστο μέχρι τώρα και μάθαμε το όνομά του όταν επιτέθηκε εναντίον μας).
Φωτίου, Ομιλία δευτέρα 860 εις την έφοδον των Ρως.
860 Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από το άγνωστο έως τότε στους Βυζαντινούς, φύλο των Ρως.
Prizvanievaryagov.jpg862 Ο Ριούρικ ή Ρούρικ, ηγέτης των Βαράγγων - Ρως στην περιοχή της Στάραγια Λάντογκα.
863-864 Ιεραποστολικό έργο Κύριλλου και Μεθόδιου. Εκχριστιανισμός των Σλάβων της Μοραβίας και των Βουλγάρων.
Oleg of Novgorod.jpg 879 Θάνατος του Ρούρικ.Τον διαδέχεται ο Όλεγκ.
882 Μεταφορά της πρωτεύουσας στο Κίεβο.
907 Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους υπό τον Όλεγκ.
911 Βυζαντινορωσική συνθήκη που ρυθμίζει τους όρους με τους οποίους μπορούν οι Ρώσοι να εμπορεύονται στην Κωνσταντινούπολη.
Knyaz Igor in 945 by Lebedev.jpg 941 Ήττα των Ρώσων υπό τον Ιγκόρ προ της Κωνσταντινούπολης.
944 Νέα βυζαντινορωσική εμπορική συνθήκη.
945-961 Η Όλγα ηγεμόνας του Κιέβου.
961-972 Σβιατοσλάβ.
967-969 Συμμαχία Βυζαντινών και Ρώσων εναντίον των Βουλγάρων.
Lebedev Svyatoslavs meeting with Emperor John.jpg969-972 Ρωσοβυζαντινός πόλεμος. Ο Ιωάννης Τσιμισκής αντιμετωπίζει επιτυχώς τον Σβιατοσλάβ, που είχε βλέψεις εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Θάνατος του τελευταίου σε ενέδρα των Πετσενέγων.
980-1019 Βλαδίμηρος.
988 Βάπτιση του Βλαδίμηρου και των Ρώσων στο Κίεβο. Γάμος του Βλαδίμηρου με την Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄Βουλγαροκτόνου.
Yaroslav I the Wise in Yaroslavl.jpg 1019-1054 Γιαροσλάβ Α΄ Σοφός. Κωδικοποίηση του Δικαίου. Για πρώτη φορά ο Ρώσος ηγεμόνας αποκαλείται «τσάρος» που προέρχεται από το λατ. Caesar. Εμφύλιοι των γιων του για την εξουσία μετά το θάνατό του.

Παρακμή και διάσπαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα χρόνια του Ολέγκ, η δομή της εξουσίας ήταν σαφής: ο Πρίγκιπας του Κιέβου στην κορυφή και κάτω από αυτόν ένα διορισμένο επιτελείο ευγενών - τοπικών πριγκίπων, οι οποίοι είχαν την πολιτική/στρατιωτική ευθύνη των περιφερειών. Κάθε φορά που στο κράτος εντάσσονταν νέες περιφέρειες ή οι υπάρχουσες αναπτύσσονταν τόσο που χρειαζόταν κατάτμησή τους για να διοικηθούν σωστά, μεγάλωνε και το επιτελείο. Οι ευγενείς φρόντιζαν να κυβερνούν σύμφωνα με τις εντολές που έρχονταν από το Κίεβο, ώστε να πάρουν προαγωγή σε μεγαλύτερες και πλουσιότερες περιφέρειες και να έχουν πλεονεκτική θέση στον αγώνα της διαδοχής όταν θα ερχόταν η ώρα.

Αυτό το σχήμα διοίκησης ήταν αποτελεσματικό στην αρχή, όταν το επιτελείο ήταν μικρό, όπως και αργότερα, όταν βασίλευαν μεγάλες φυσιογνωμίες που επέβαλαν με στιβαρό χέρι την ενότητα. Μετά το θάνατο του Γιαροσλάβ του Σοφού, η σύμπνοια των ευγενών τίθεται σε αμφιβολία. Τα πολυάριθμα μέλη του επιτελείου ταυτίζονται περισσότερο με τα συμφέροντα της περιοχής τους παρά με τις επιδιώξεις της κεντρικής διοίκησης. Την κατάσταση αυτή επιτείνει ο θεσμός των τοπικών συμβουλίων, όπου συμμετέχουν όλοι οι άνδρες της πόλης και μπορούν να εκδιώξουν τον πρίγκιπα, ζητώντας το διορισμό άλλου. Πληθαίνουν έτσι τα περιστατικά συναλλαγής μεταξύ πριγκίπων - τοπικών συμβουλίων, όπως και ομάδων πριγκίπων εναντίον άλλων ομοβάθμων τους, πάντα εις βάρος της κεντρικής διοίκησης που σταδιακά αποδυναμώνεται.

Την αποσύνθεση του κράτους των Ρως επιταχύνουν με έμμεσο τρόπο οι Σταυροφορίες. Με τις εξελίξεις που δρομολογούνται στην ανατολική Μεσόγειο το 12ο αιώνα, οι Βυζαντινοί δε μπορούν πια να αγοράζουν αφειδώς τα προϊόντα των βορείων γειτόνων τους. Έτσι ατονεί η Εμπορική Οδός Βαράγγων - Ελλήνων και συνεπακόλουθα η ανάγκη για μια ισχυρή κεντρική εξουσία, η οποία θα ελέγχει τις ποτάμιες οδούς από τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα, ώστε να μένει η ζωτική εμπορική οδός ανοικτή.

Συνολικά, στα μόλις 170 χρόνια από το 1054 έως το 1224 καταγράφονται:

  • 64 αυτοανακηρύξεις περιφερειών σε αυτόνομα πριγκιπάτα (τα περισσότερα βραχύβια) που εγείρουν αξιώσεις στο θρόνο.
  • 83 εμφύλιοι πόλεμοι, ενίοτε με τη συμμετοχή και ξένων δυνάμεων.
  • 293 ηγεμόνες που αυτοαναγορεύονται νόμιμοι διάδοχοι του θρόνου του Κιέβου.
  • 35 ηγεμόνες που παίρνουν το θρόνο.

Είναι σαφές ότι στην εποχή μετά το θάνατο του Γιαροσλάβου Α' του Σοφού, οι Μεγάλοι Πρίγκιπες του Κιέβου είναι μόνο τύποις αρχηγοί του κράτους των Ρως, που πια έχει θρυμματισθεί σε διάφορα πριγκιπάτα στις αρχές του 13ου αιώνα. H Μογγολική Εισβολή που ακολουθεί, δίνει τη χαριστική βολή σε ένα κράτος που είναι ήδη ετοιμοθάνατο. Με το πέρασμα του χρόνου κάθε πριγκιπάτο ακολουθεί διαφορετική πορεία, πράγμα που οδηγεί μακροπρόθεσμα στις τρεις εθνικές διαφοροποιήσεις του ανατολικού σλαβικού κόσμου που συναντάμε σήμερα: Ουκρανοί στα νότια και νοτιοδυτικά, Λευκορώσοι στα βορειοδυτικά, Ρώσοι στα βόρεια και βορειοανατολικά.

Συνοπτικά, τα κυριότερα νέα κράτη που προέκυψαν από την αποσύνθεση του κράτους των Ρως είναι τα ακόλουθα:

Δημοκρατία του Νόβγκοροντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αγία Σοφία (1045) του Νόβγκοροντ

Από την εποχή του ενιαίου κράτους, το Νόβγκοροντ είχε το ρόλο της δεύτερης σπουδαιότερης πόλης. Όσο η ισχύς του Κιέβου αποδυναμωνόταν, τόσο μεγάλωνε η δύναμη της τοπικής ολιγαρχίας. Ήδη από το 12ο αι. η πόλη είχε δικό της αρχιεπίσκοπο και στρατιωτικό διοικητή. Σε πολιτικές δομές το Νόβγκοροντ έμοιαζε περισσότερο με χανσεατική δυτικοευρωπαϊκή παρά με ρωσική πόλη. Επίσης η πτώση του εμπορίου με το Βυζάντιο δεν επηρέασε ιδιαίτερα την τοπική οικονομία, γιατί το εμπόριο της πόλης ήταν στραμμένο στις δυτικές χώρες. Όλα τα παραπάνω έδωσαν στη Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ τη δεσπόζουσα θέση στη νέα εποχή μετά τη διάλυση του κράτους των Ρως.

Πριγκιπάτο των Βλαντίμιρ - Σούζνταλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κράτος που προέκυψε από τη συμμαχία των πόλεων Βλαντίμιρ και Σούζνταλ στα ανατολικά της Μόσχας, προσπάθησε να παίξει ανεπιτυχώς το ρόλο του νέου Κιέβου. Ευνοήθηκε από την έλευση λογίων, καλλιτεχνών και εμπόρων που εγκατέλειπαν το νότο για να αποφύγουν τις επιδρομές τουρκικών φυλών, οι οποίες αναθάρρησαν από την αποσύνθεση του κράτους των Ρως. Το 1169 ο τοπικός πρίγκιπας Αντρέι Μπογκολιούμπσκι έκανε εκστρατεία κατά του Κιέβου και εγκατέστησε εκεί ως πρίγκιπα τον αδελφό του. Το 1299 εγκαταστάθηκε στο Βλαντίμιρ η ιστορική αρχιεπισκοπή του Κιέβου. Από την αριστοκρατία του Πριγκιπάτου των Βλαντίμιρ - Σούζνταλ προήλθαν οι πρώτοι ηγεμόνες της Μοσχοβίας, που με τη σειρά της ήταν η μήτρα που γέννησε τη σημερινή Ρωσία.

Πριγκιπάτο του Γκάλιτς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πριγκιπάτο του Γκάλιτς (η ανατολική ιστορική περιοχή Γαλικία που μοιράζονται Πολωνία και Ουκρανία) συγκροτήθηκε στα εδάφη νοτιοδυτικά του Κιέβου και εμπορευόταν με τους Πολωνούς, τους Ούγγρους και τους Λιθουανούς γείτονές του. Στις αρχές του 13ου αι. ο τοπικός πρίγκιπας Ρομάν Μστισλάβιτς κατέκτησε το Κίεβο και αυτοανακηρύχθηκε Μέγας Δούκας των Ρως του Κιέβου. Ο γιος του Δανιήλ ήταν ο πρώτος Σλάβος βασιλιάς που ενθρονίσθηκε από τον πάπα, χωρίς όμως να αποσχισθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο που το 14ο αι. του απένειμε έδρα αρχιεπισκοπής. Το πριγκηπάτο έπαψε να υπάρχει στα μέσα του 14ου αι. όταν διαμοιράσθηκε ανάμεσα σε Πολωνούς και Λιθουανούς. Θεωρείται το πρώτο ουκρανικό κρατικό μόρφωμα.

Ιστορική αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ναοί των Αγ. Αντύπα και Λαζάρου στο Σούζνταλ

Το κράτος των Ρως, αν και εκτεινόταν σε μια από τις πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ευρώπης, ήταν το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της εποχής του αλλά και ένα από τα πιο εξελιγμένα, εν μέρει χάρη και στο συγχρωτισμό του με το Βυζάντιο. Σε μια εποχή που στη Δυτική Ευρώπη μόνο οι ευγενείς ήξεραν να γράψουν το όνομά τους, τα περισσότερα παιδιά του Κιέβου, του Νόβγκοροντ και των άλλων μεγάλων πόλεων ήταν εγγράμματα - έχουν διασωθεί μέχρι και «σκονάκια» για το σχολείο ή ερωτικά σημειώματα προς τους συμμαθητές τους.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στα άλλα μεσαιωνικά κράτη, ο νομικός κώδικας του Γιαροσλάβου του Σοφού έθετε φραγμούς στα βασανιστήρια ως μέθοδο ανάκρισης, δεν περιελάμβανε τη θανατική ποινή και μετέτρεπε τις περισσότερες ποινές από φυλάκιση σε πρόστιμο. Παρείχε επίσης στις γυναίκες αστικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την κληρονομιά, καθώς και συμμετοχή στο εκπαιδευτικό σύστημα. Όταν η Κιεβινή Άννα Γιαροσλάβνα παντρεύθηκε το Γάλλο βασιλιά Ερρίκο και εγκαταστάθηκε στην πόλη Ρεμς, οι Γάλλοι θεωρούσαν απίστευτο για μια γυναίκα να είναι τόσο μορφωμένη.

Η οικονομική ανάπτυξη αντανακλάται εύγλωττα στα δημογραφικά στοιχεία. Στα τέλη του 12ου αι, ενώ είχε ήδη αρχίσει η παρακμή, το Κίεβο είχε 50.000 κατοίκους, το Νόβγκοροντ 30.000 και το Τσερνίγκοφ επίσης 30.000. Την ίδια εποχή το Λονδίνο είχε 12.000 κατοίκους και η δεύτερη μεγαλύτερη αγγλική πόλη, το Ουίντσεστερ, είχε 5.000.

Το κράτος των Ρως άφησε μια σπουδαία παρακαταθήκη. Ενοποίησε διοικητικά και πολιτισμικά μία αναρχούμενη περιφέρεια και τη μετέτρεψε σε ένα δυναμικό βασίλειο. Η εισαγωγή του χριστιανισμού δημιούργησε ένα βυζαντινό - σλαβικό κράμα, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στον πολιτισμό και τις τέχνες. Αυτός ο πολιτισμός ήταν το υλικό πάνω στο οποίο χτίσθηκε αργότερα η Ρωσική Αυτοκρατορία.

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Πάπυρος Larousse