Χριστιανικός μοναχισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το παρόν λήμμα αφορά στον χριστιανικό μοναχισμό. Για το γενικό θρησκευτικό φαινόμενο του μοναχισμού βλ. Μοναχισμός
Ο αληθινός χριστιανός πρέπει πρώτα να βιώσει την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής και μετά να υμνήσει την ανάσταση του Κυρίου, Μπλεζ Πασκάλ.

Με τον όρο μοναχισμός στον Χριστιανισμό εννοείται το θρησκευτικό κίνημα των λαϊκών -κυρίως- που με βάση το κήρυγμα του Ιησού και την αποστολική γραμματεία αναζητούν την πνευματική τελειότητα (θέωση) μέσω της αναχώρησης από τα αστικά κέντρα και της καταφυγής σε ερημικούς τόπους. Η αρχή του ανάγεται στην περίοδο των διωγμών ενάντια των Χριστιανών και την ανάγκη ασφάλειας των μελών της Εκκλησίας μέσω της απόσυρσης σε απομονωμένες περιοχές, εκεί υποβοηθούμενοι από τις κλιματολογικές συνθήκες επιδίδονταν στην άσκηση. Ο μοναχισμός έλαβε διαστάσεις τον 4ο αιώνα, παρουσιαζόμενος ως κίνημα διαμαρτυρίας προς την εκκοσμίκευση, η οποία παρατηρήθηκε μετά την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας. Τον γενικό όρο μοναχισμός ακολουθούν δύο διακριτές εκφάνσεις του, ο αναχωρητικός μοναχισμός και ο κοινοβιακός μοναχισμός.

Οι ειδικοί λόγοι που οδήγησαν στη γένεση του μοναχισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για την προέλευση του μοναχισμού, είτε από τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς της εποχής εκείνης, είτε από σύγχρονους ερευνητές του Χριστιανισμού ή ειδικότερα του μοναχισμού.

Η πρώτη θεωρία ανάγει τη γένεση του μοναχισμού στο γεγονός της γενίκευσης των διωγμών των χριστιανών από τα μέσα του τρίτου αιώνα. Τότε πολλοί Χριστιανοί για να αποφύγουν τον κρατικό έλεγχο και κατά συνέπεια το διωγμό τους αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τις κατοικημένες περιοχές και να καταφύγουν σε ερημικές. Αν και η θεωρία αυτή είναι ελκυστική δεν αρκεί από μόνη της να εξηγήσει την οργάνωση του μοναχισμού που ακολούθησε μετά τους διωγμούς. Ίσως θα δικαιολογούνταν αν συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, «μετά την παύση των διωγμών, αν αυτή ήταν η μοναδική αιτία, θα έπρεπε όλοι εκείνοι που απομακρύνθηκαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, όπως και συνέβη σε αρκετές περιπτώσεις.»[1]

Η δεύτερη θεωρία εξηγεί το φαινόμενο του μοναχισμού με βάση την εκκοσμίκευση της χριστιανικής ζωής που συνέβηκε μετά το τέλος των διωγμών και την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας. Λόγω της εισχώρησης πολλών εθνικών στη Χριστιανική Εκκλησία, σταδιακά άχισε να εκκοσμικεύεται η χριστιανική ζωή. Αντιδρώντας στην κατάσταση αυτή αρκετοί πιστοί έφυγαν στην έρημο.

Η τρίτη θεωρία συνδέει τη γένεση του μοναστικού φαινομένου με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση και την κοινωνική κρίση της εποχής. Η διεύρυνση της φτώχειας, η επαχθής αύξηση των φόρων, η νομισματική κρίση, η μεγάλη διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και η κοινωνική ακαταστασία που εμφανίστηκαν κατά την εποχή του Διοκλητιανού, ήταν εκείνοι οι παράγοντες που ευνόησαντη φυγή στην έρημο. Η καταφυγή στην έρημο ήταν μια αποφυγή στις έντονες οικονομικές και κοινωνικές καταπιέσεις.

Η τέταρτη θεωρία αποδίδει τη γένεση του μοναχισμού στην αντίδραση προς την έντονη θεσμοποίηση της Εκκλησίας. Αυτό όμως συνεπαγόταν τον περιορισμό των κάθε είδους χαρισματικών τάσεων. Έτσι αρκετοί πιστοί αναζήτησαν ένα χώρο έκφρασης μιας πιο χαρισματικής ζωής μακριά από κάθε κοσμική μέριμνα.[2]

Γενικές ιστορικές θεωρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως συνέβη και με άλλες θρησκείες στο κίνημα του μοναχισμού συναντήθηκαν άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα, που εγκατέλειπαν την κοσμική ζωή τους προκειμένου να αποσυρθούν σε κάποιον απομονωμένο τόπο (έρημος) ή σε κάποια μονή, ανάλογα με το πρότυπο του μοναχισμού που ακολουθούσαν. Από το κίνημα του μοναχισμού κανείς δεν αποκλειόταν. Αυτοκράτορες, όπως ο Μιχαήλ Α' (811-813) ή ο Ιωάννης ΣΤ' (1347-1355) τερμάτισαν τη ζωή τους ως μοναχοί, ενώ ακόμα και πόρνες ή ληστές μπορούσαν να ασπαστούν τον μοναχικό βίο, περνώντας έτσι σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και θεώρησης του κόσμου.

Οι μαρτυρίες υποδηλώνουν την ύπαρξη αναχωρητών στην Αίγυπτο ήδη από τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα και πατέρας του αναχωρητισμού θεωρείται ο Μέγας Αντώνιος (251- 356), που έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του σε συνθήκες απομόνωσης, προσευχής και νηστείας. Ένα μεγάλο μέρος της φήμης του οφείλεται στη βιογραφία του, που αποδίδεται στον Μ. Αθανάσιο, επίσκοπο Αλεξάνδρειας και πολέμιο του Αρειανισμού.

Οι πρώτοι αρνητές των εγκοσμίων, οι αναχωρητές ή ερημίτες, κατέφευγαν κυρίως γύρω από την κοιλάδα του Νείλου. Η αύξηση των οπαδών αυτής της τάσεως και η εγκατάστασή τους γύρω από τα ερημητήρια των διάσημων για την αρετή τους και την πίστη τους αναχωρητών οδήγησε σέ μια νέα μορφή μοναχικής διαβιώσεως, τη λαύρα, που ήταν η μονή με χαλαρό σύστημα κοινοβιακής ζωής και οδήγησε σταδιακά στον κοινοβιακό μοναχισμό.

Ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού θεωρείται ένας άλλος Αιγύπτιος, νεότερος του Μ. Αντωνίου, ο Παχώμιος. Ήταν εκείνος που οργάνωσε με στρατιωτική πειθαρχία –πρώην κατώτερος αξιωματικός του στρατού άλλωστε- το πρώτο μοναστικό κοινόβιο στην Άνω Αίγυπτο. Στο σύστημά του η προσευχή και η τράπεζα απαιτούσαν την από κοινού συμμετοχή, ενώ κάθε μοναχός ήταν επιφορτισμένος με κάποιο διακόνημα, συνήθως χειρωνακτική εργασία. Θεμέλιο για τη συγκρότηση και συνοχή της κοινοβιακής ζωής στον κοινοβιακό μοναχισμό υπήρξε η υπακοή στον ηγούμενο.

Πολύ γρήγορα και οι δύο μορφές μοναχισμού επεκτάθηκαν στην Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Μικρά Ασία και στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ ιδρύθηκαν λαύρες. Ονομαστή ανάμεσά τους υπήρξε η λαύρα του αγίου Σάβα, που οικοδομήθηκε στα χρόνια του Ιουστινιανού. Στη Συρία, όπου γενικά ο μοναχισμός συνάντησε ένθερμη κοινωνική ανταπόκριση, εμφανίστηκαν από τον 5ο αιώνα και ακραίες μορφές ασκητισμού, όπως οι στυλίτες, που αποφάσιζαν να περάσουν το υπόλοιπο κομμάτι της ζωής τους καθισμένοι πάνω σε ένα στύλο.

Στη Μικρά Ασία μεταξύ των ανθρώπων που διατέλεσαν υποστηρικτές και θιασώτες τον μοναστικού βίου ήταν και ο Μέγας Βασίλειος. Με το σύνολο κανόνων που θέσπισε, ουσιαστικά απέρριψε τον αναχωρητισμό, μείωσε τον αριθμό των μοναχών για το κοινοβιακό μοναστήρι και συμφιλίωσε τον μοναχισμό με τις πόλεις.

Το πρώτο ανώτατο συλλογικό όργανο της Εκκλησίας που ασχολήθηκε με την οργάνωση του μοναχικού βίου, υπήρξε η Δ' Οικουμενική Σύνοδος το 451. Κανόνες που θεσπίσθηκαν, περιόριζαν τις δραστηριότητες των μοναχών, ώστε να αποκλεισθεί η ανάμιξή τους σε κοσμικά θέματα, ενώ ρύθμιζαν ζητήματα διοίκησης του μοναστηριού και δικαιοδοσίας του Ηγουμένου ή του Επισκόπου που ήταν ο μόνος αρμόδιος να εγκρίνει την ίδρυση νέων μονών.

Αντίθετα με άλλα κινήματα αναχωρητισμού που εμφανίστηκαν σε άλλες θρησκείες και περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας και διατήρησαν εν γένει στο σκοτάδι την αληθινή φυσιογνωμία τους, ο χριστιανικός μοναχισμός ανέπτυξε ένα πλήρες (αρχικά προφορικό) σύστημα καταγραφής των διδασκαλιών του και των ατόμων που διαμόρφωσαν σταδιακά το πλήρες σύστημά του. Ως επιφανέστερους ανάμεσα στους ταξιδιώτες και προσκυνητές που κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους από τα ασκηταριά και τα μοναστήρια που επισκέφτηκαν θα μπορούσαμε να καταγράψουμε τον Παλλάδιο, επίσκοπο Ελενουπόλεως, που έγραψε τη Λαυσαϊκή Ιστορία (420 περ.) και τον Ιωάννη Μόσχο, που έγραψε το Λειμωνάριον (620 περ.)

Αναχωρητικός μοναχισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αίγυπτος είναι ο τόπος στον οποίο γεννήθηκε και από τον οποίο εξαπλώθηκε ο αναχωρητικός μοναχισμός. Δεδομένης της υψηλής θρησκευτικότητας του αιγυπτιακού λαού κατά την αρχαιότητα και της ιδιοτυπίας του τοπίου της ερήμου, η απομόνωση και η ησυχία που πρόσφερε η έρημος ήταν ένα υψηλό κίνητρο για εκείνον που διακατεχόταν από μεταφυσική αγωνία και ενοχλείτο από τον θόρυβο της κοσμικής ζωής.

Κινούμενοι από υψηλά ή και ταπεινά κίνητρα άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης προσέτρεξαν να κατοικήσουν σε ερημικές περιοχές, ανέγγιχτες από τον πολιτισμό, προκειμένου να αφιερωθούν στις πνευματικές επιδιώξεις τους. Οι αναχωρητές της αιγυπτιακής ερήμου φαίνεται ήταν στην πλειονότητά τους Κόπτες χωρικοί, δηλαδή άνθρωποι λίγο ή πολύ εξοικειωμένοι με τις δυσκολίες του τοπίου όπου τελικά εμόνασαν. Αυτό αντανακλάται ιδιαίτερα στα ονόματα που απαντώνται σε συλλογές όπως τα Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων ή η Λαυσαϊκή Ιστορία –όπως Αμμούν, Ματώης, Παμβώ, Παφνούτιος, κ.ά.- και είναι στη μεγάλη τους πλειονότητα Κοπτικά.

Το παλαιότερο μοναστήρι λέγεται οτι είναι αυτό του Αγ. Αντωνίου, που ιδρύθηκε το 356 μ.Χ. κοντά στην Ερυθρά θάλασσα, στην Αίγυπτο.

Εκτός από την Αίγυπτο, όμως, η φλόγα της αναχώρησης διαδόθηκε στην παρακείμενη Παλαιστίνη και από εκεί στη Συρία. Η περιοχή όπου παρατηρήθηκε μεγάλη συγκέντρωση αναχωρητών στην Παλαιστίνη ήταν η έρημος της Ιουδαίας, στην περιοχή που καθορίζεται γεωγραφικά μεταξύ της Ιερουσαλήμ δυτικά, του ποταμού Ιορδάνη και της Νεκρής θάλασσας ανατολικά. Χαρακτηριστικό των αναχωρητών της περιοχής αυτής ήταν η ποικίλη προέλευσή τους. Σε μια μόνον περιοχή γειτονική των Αγίων Τόπων, ήδη από την τρίτη ή τέταρτη δεκαετία του 4ου αιώνα συγκεντρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος αναχωρητών.

Στη Συρία, όπου το τοπίο της υπαίθρου είναι φιλικότερο από εκείνο της Αιγύπτου ή της Ιουδαίας, οι άγιοι ασκητές, -κατά κανόνα γηγενείς- δεν βίωναν την απόλυτη απομόνωση από το χωριό ή την πόλη. To ίδιο συνέβη και τους επόμενους αιώνες, όταν το αναχωρητικό φαινόμενο πέρασε από την Ανατολή στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα. Αν και οι ασκητές συγκεντρώνονταν σε συγκεκριμένους τόπους, κυρίως άγια όρη, δεν έπαψε να υφίσταται και μια επαφή με τα μεγάλα άστεα, κυρίως την Κωνσταντινούπολη. Από το όρος Όλυμπος Βιθυνίας όπου έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες για την εγκατάσταση αναχωρητών, οι ασκητές πέρασαν διαδοχικά στο όρος Κυμινάς και κατόπιν στα όρη Λάτμος και όρος Γαλήσιον των δυτικών ακτών της μικρασιατικής γης. Από τα τέλη του 8ου αιώνα έχουμε και τις πρώτες μαρτυρίες αναχωρητών στην Ελλάδα, κυρίως στο Άγιον Όρος και τα Μετέωρα.

Βασικό πρόβλημα του αναχωρητή υπήρξε η ενδιαίτηση. Φαίνεται πως οι κατοικίες των ασκητών διαμορφώνονταν -σύμφωνα με την Δ. Παπαχρυσάνθου- με πρόχειρα υλικά, ικανά να προσφέρουν μια στοιχειώδη προστασία από τις ακραίες θερμοκρασιακές αλλαγές της ερήμου. Στην Άνω Αίγυπτο πιθανώς ένα απλό καλύβι ήταν αρκετό για να αντιμετωπίσει ο αναχωρητής τις θερμοκρασιακές αλλαγές, αλλά στην Κάτω Αίγυπτο με τις συχνότερες βροχοπτώσεις, η ανάγκη για μια καλύτερη και πλέον στέρεη κατοικία ήταν μεγαλύτερη. Ένα από πλέον πρόσφορα καταλύμματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τα σπήλαια και σε αρκετές περιπτώσεις οι βραχοσκεπές.

Το δεύτερο στοιχείο που διέκρινε τον αναχωρητή από τον πρότερο κοσμικό βίο ήταν το ένδυμα, που υποδήλωνε και τη στροφή του προς τη νέα ζωή. Η απόρριψη του κοσμικού ενδύματος στην ακραία μορφή της, ήταν απόρριψη των ενδυμάτων καθ' ολοκληρίαν. Στις πηγές αναφέρονται πολλοί αναχωρητές που έζησαν το υπόλοιπο του μοναστικού βίου τους γυμνοί με μακριά μαλλιά και γενειάδα. Ο γενικός κανόνας, ωστόσο, ήταν η απέκδυση από του κοσμικού ενδύματος και η ένδυση του αγγελικού σχήματος, του μοναχικού δηλαδή ενδύματος, εθιμική προσφορά συνήθως του συνήθως ενός γέροντα προς τον νέο μοναχό. Στο αγγελικό σχήμα, διαμορφωμένο ήδη από τον 4ο αιώνα, περιλαμβανόταν η μηλωτή, η ζώνη, ο ανάλαβος (επωμίδα, ωμοφόριο) και το κουκούλιον. Μετά την εγκατάσταση πολλών αναχωρητών στις ερήμους της Ανατολής, το αναχωρητικό σχήμα μαζί με την κουρά έγιναν τα βασικά σύμβολα του τελετουργικού εισδοχής στη μοναστική ζωή.

Κοινοβιακός μοναχισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολύ νωρίς εμφανίστηκε ένας άλλος τύπος μοναστικού αποικισμού ή κοινότητα, το κοινόβιο (από την ελληνική λέξη κοινόβιος, που σημαίνει κοινή ζωή, παράγεται από το κοινός και βίος), του οποίου οργανωτής θεωρείται ότι είναι ο Άγ. Παχώμιος, αν και πολλοί δέχονται ότι ο Άγ. Παχώμιος ήταν μόνο ένας από πολλούς ηγουμένους μοναστηριών που είχαν κοινή ζωή. Πρώτος ο Άγ. Ιερώνυμος ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο στη μετάφραση που έκανε του κανόνα του Αγ. Παχωμίου. Το Κοινόβιο δεν ήταν απλώς μια από κοινού συμμεριζόμενη ζωή αλλά κατά κυριολεξία μια κοινή ζωή, με πλήρη αμοιβαιότητα, και πλήρες άνοιγμα του ενός προς τον άλλον. Το πρώτο κοινόβιο ιδρύθηκε, όπως λέγεται, από τον Άγ. Παχώμιο (περ. 290-346), ο οποίος είχε αρχίσει την πνευματική του «δοκιμασία» ως ερημίτης. Η Ιδέα του μοναχισμού όπως την εξέφρασε ο Παχώμιος στην Αίγυπτο είχε εξαρχής για ανταγωνιστή της τον αιγυπτιακό ερημιτισμό, και τις λεγόμενες Λαύρες . Οι Λαύρες ήταν συγκροτήματα από συνδεδεμένα μεταξύ τους οικήματα μοναχών. Το σύστημα αυτό οι λαύρες της Παλαιστίνης περιέχει στοιχεία συλογικότητας και προσεγγίζει τα κοινοβιακά ιδανικά. Ο μοναχισμός με την ερημητική και την κοινοβιακή του μορφή γεννήθηκε πλάι στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Οι μοναχοί δεν προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια της εκκλησίας αλλά με τον καιρό άρχισε η εκκλησία να επιδιώκει την εύνοια των μοναχών. Ο τρόπος ζωής τους τραβούσε τον κόσμο σαν μαγνήτης. Η πρώτη προσπάθεια να ρυθμιστούν συστηματικά οι σχέσεις ανάμεσα στον μοναχισμό και την εκκλησιαστική ιεραρχία έγινε στην σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ. Για την ίδρυση ενός μοναστηριού χρειαζόταν η άδεια του επισκόπου. Αυτό λειτουργούσε εν μέρει στην Παλαιστίνη. Ήταν μια πρώτη προσπάθεια ελέγχου του αναχωρητισμού.

Ο μοναχισμός στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην απογραφή πληθυσμού του 2001 εμφανίζονται 230 μονές σε όλη την Ελλάδα, με πραγματικό πληθυσμό 5.884 άτομα. Από τις μονές αυτές, οι 21 δεν είχαν κανένα κάτοικο. Στην απογραφή του 1991 ο πληθυσμός των μονών ήταν 4.951 άτομα, επομένως υπήρξε αύξηση κατά 19% των μοναζόντων από το 1991 μέχρι το 2001.

Κέντρο του μοναχισμού στην Ελλάδα είναι το Άγιον Όρος, μια αυτοδιοικούμενη μοναστική κοινότητα με ορθόδοξους μοναχούς και πληθυσμό 1.496 άτομα των μονών του Αγίου Όρους σε σύνολο πληθυσμού 2.262 άτομα (απογραφή του 2001). Μετά το Άγιον Όρος, οι περιοχές με το μεγαλύτερο πληθυσμό που κατοικεί σε μονές είναι ο νομός Ηρακλείου (500 άτομα), ο νομός Αρκαδίας (370 άτομα) και η Νομαρχία Δυτικής Αττικής με 272 άτομα.

Δεδομένου ότι τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από την απογραφή, ενδεχομένως να διαφέρουν από στοιχεία που προέρχονται από την ίδια την εκκλησία.

Μοναχισμός και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεν ήταν λίγες οι φορές που στη Δύση προέκυψαν ακαδημαϊκές ενασχολήσεις με το ερώτημα της σχέσης μεταξύ πολιτισμού και Εκκλησίας ή ειδικότερα μοναχισμού, επισημαίνοντας με επικριτική στάση την αντίθεση του προς τον πολιτισμό. Για την Εκκλησία, η συζήτηση αυτή, πολλές φορές κρίθηκε περιττή, καθώς εξ ορισμού η ίδια και ο μοναχισμός αμφισβητούν τον πολιτισμό ή έστω συγκεκριμένα κομμάτια του πολιτισμού του κόσμου αυτού. Για τους εκκλησιαστικούς άνδρες, μια εκκλησία που θα βρίσκεται κατά πάντα σύμφωνη με τον ήδη διαμορφωμένο πολιτισμό και κόσμο, εξάπαντος παρουσιάζει σημάδια αλλοίωσης. Πίστευαν άλλωστε ότι ήταν πάντοτε δείγμα της αληθινής Εκκλησίας το ότι η ίδια διώκεται κυρίως από την εξουσία και γενικά αμφισβητείται από το "κοσμικό πνεύμα".
Από την πλευρά της, η Εκκλησία διατύπωνε πάντα τη δική της πρόταση στον άνθρωπο για συμμετοχή στη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος, στη διδαχή και τα μυστήρια και διατύπωνε το αίτημα για την "θεραπεία" των πραγμάτων και των ανθρώπων προκειμένου να επιτευχθεί μια ευτυχής πορεία για εκείνον. Ταυτόχρονα όμως, όλη αυτή η πορεία, για την εκκλησία δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά παραγωγή πολιτισμού. Αντίθετη από τη γέννησή της προς τη διαρχία, δεν απαίτησε την καταστροφή του "ασθενούς σώματος", αλλά ανέχτηκε τον πολιτισμό αυτό της "πτώσης" τον οποίο και ζητά να θεραπεύσει.
Ο πολιτισμός της εκκλησίας και του μοναχισμού, θεωρούν πως είναι ο δρόμος της αναδημιουργίας όπου τα επιτεύγματα του πολιτισμού όχι μόνο δεν λείπουν από μέσα τους, αλλά απλώνονται παντού: στα γράμματα, στη ζωγραφική, τη μουσική, στην αρχιτεκτονική, στην άσκηση και ασφαλώς στον τρόπο ζωής. Η προσαρμογή και ο εκσυγχρονισμός της εκκλησίας, με τρόπο που να ακολουθεί τις ραγδαίες αλλαγές των ιστορικών πραγμάτων και γεγονότων δεν είναι ο δρόμος ίασης που επιλέγουν για τον εαυτό τους εκκλησία και μοναχισμός. Αντίθετα, η παράδοση του μοναχισμού, τον θέλει φαινομενικά (και όχι πραγματικά) απομακρυσμένο από τον κόσμο, ταυτόχρονα όμως κοντά σε αυτόν, και να παράγει πολιτισμό που θα αποτελεί ζύμη μεταμορφωτική του κόσμου.
Έτσι, σε όλα τα παραπάνω, βασικό ρόλο έχει το είδος της σχέσης που αναπτύσσει η εκκλησία και ο μοναχισμός με τον κόσμο. Και αν στη σχέση αυτή συμβαίνει η πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία, τότε μέσω της σχέσης αυτής, ο κόσμος γίνεται εκκλησία και θεραπεύεται. Το άλλο είδος της σχέσης, είναι η εκκοσμίκευση, η πρόσληψη δηλ. της Εκκλησίας από τον κόσμο. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση η εκκλησία γίνεται κόσμος. Στο χώρο της πρώτης σχέσης, πορεύεται η ορθοδοξία ενώ στο χώρο της δεύτερης, η αίρεση.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωάννης Πέτρου, Χριστιανισμός και κοινωνία. Κοινωνιολογική ανάλυση των σχέσεων του Χριστιανισμού με την κοινωνία και τον πολιτισμο, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2004, σελ.126
  2. Αναλυτικά για τις θεωρίες γένεσης του μοναχισμού, βλ. Γεώργιος Μαντζαρίδης, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, Θεσσαλονίκη, 1999, σελ.100-110 [1]

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]