Κιμμέριοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Κιμμέριοι ήταν αρχαίος λαός εγκατεστημένος στη στέππα της Κριμαίας και των περιοχών γύρω από την Αζοφική θάλασσα, (στη σημερινή Ουκρανία). Θεωρείται ότι διέσχισε τον Καύκασο περί τον 8ο-7ο αιώνα π.Χ., συγκρούσθηκε με τους Ασσύριους στη βορειοδυτική Περσία και κατέλυσε το Φρυγικό και Λυδικό Βασίλειο στη Μικρά Ασία. Από το όνομά τους και η περιοχή Κιμμέρια ή Κιμμερία και Κιμμέριος Βόσπορος (ο γνωστός σήμερα πορθμός Κερτς).

Στην αρχαία Ελλάδα είναι γνωστοί από τους ομηρικούς χρόνους. Ό Όμηρος τους αναφέρει ως πολυάριθμο λαό σε βόρεια μέρη όπου «η νύχτα διαρκεί μία μόνο ώρα» (Οδύσσεια, κ, λ, ξ). Αυτό είχε ως συνέπεια οι αρχαίοι Έλληνες να θεωρούν τη χώρα τους ως σημείο εισόδου στον Άδη και να παράγουν το όνομά τους από τους Κερβέρους (Κερβέριοι – Κιμμέριοι).

Περί το 900 π.Χ. οι Κιμμέριοι εκδιώχθηκαν από τους βορειότερους αυτών Σκύθες[1] και ακολουθώντας την παράλια οδό κατέφυγαν στην Ασία όπου έως το 700 π.Χ. διεξήγαγαν σημαντικούς αγώνες κατά των Ασσυρίων (λεπτομέρειες παρέχουν επιγραφές των βασιλέων Μενούα και Σαργών σε σφηνοειδή γραφή) παρά τη λίμνη Ουρμία του σημερινού Αζερμπαϊτζάν. Mε αυτές τις επιγραφές επί των βράχων του Τας-Τεπέ και τις πινακίδες του Σαργών συμφωνούν και οι μαρτυρίες του Ηροδότου, που θεωρήθηκαν ακριβολόγοι και λεπτομερείς[1].

Αργότερα φέρονται να στράφηκαν δυτικά εγκαταλείποντας τα όρια της Ασσυρίας όπου βρίσκονταν, άγνωστο πότε και για ποιους λόγους[1]. Το πιθανότερο είναι να νικήθηκαν από τους ενωμένους «Ισκούζα» (Σκύθες) και Ασσύριους. Δύο δρόμοι υπήρχαν τότε για να κινηθούν δυτικά, ο βόρειος από το σημερινό Ερζερούμ και παράλιος του Ευξείνου Πόντου και ο νότιος από το σημερινό Ντιγιάρμπακιρ. Επειδή από νότο δεν βρέθηκε κανένα ίχνος τους, φαίνεται να ακολούθησαν το βόρειο. Φθάνοντας στη Σινώπη, εξόρμησαν στη Βιθυνία και τη Φρυγία. Στο σύγγραμμα του Αρριανού Βιθυνιακά που δεν περισώθηκε (αφορούσε περιγραφή αυτής της εξόρμησης) υπήρχε η λεπτομέρεια ότι παρά την Ηράκλεια του Πόντου πολλοί Κιμμέριοι πέθαναν μετά από βρώση ακονίτου (δηλητηριώδους φυτού)[1]. Τα κατορθώματα των Κιμμερίων κατά τη διαδρομή από Ασσυρία στη Λυδία σχετίζονται με εκείνα των Αμαζόνων ίσως γιατί οι γυναίκες τους έπαιρναν πολύ ενεργό μέρος, πιθανόν ως εμπροσθοφυλακή.

Αλλά και από πληροφορίες Ελλήνων συγγραφέων, φαίνεται πως το 674 π.Χ. οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Φρυγία και αργότερα στη Λυδία, όπου ο βασιλιάς των Λυδών Γύγης δεν κατάφερε να εμποδίσει την κατάληψη των Σάρδεων το 652 π.Χ.. Για τη δεύτερη αυτή πτώση των Σάρδεων το 646 π.Χ., ο ποιητής Καλλίνος στις ελεγείες του μιλά για τους Τρήρεις που διαπερνώντας τη Θράκη εισέβαλαν στη Μικρά Ασία και, ως σύμμαχοι αργότερα των Κιμμερίων, επέδραμαν κατά των Ελληνικών πόλεων της Προποντίδας και θράκης («Επέρχεται νυν ο στρατός των οβριμοεργών (= βίαιων) Κιμμερίων»). Πόλεις που υπέστησαν επίθεση ήταν οι: Έφεσος - τότε καταστράφηκε ο περίφημος Ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο από τον βασιλιά των Κιμμερίων Λύγδαμη -, Κολοφώνα, Σμύρνη, Μαγνησία και Άνταδρος. Για 75 χρόνια οι Κιμμέριοι υπήρξαν αληθινή μάστιγα των Μικρασιατικών παραλίων, μέχρι το 575 π.Χ. οπότε ο Βασιλεύς της Λυδίας Αλυάτης κατάφερε να τους εκδιώξει οριστικά προς Καππαδοκία και Αρμενία.

Και όμως οι πληροφορίες γι' αυτό το λαό ακόμα είναι συγκεχυμένες. Οι Ασσυριακές παραδόσεις τους ονομάζουν Γιμαράϊα, οι Εβραϊκές Γομέρ ή Γαμέρ συγχέοντάς τους με τους Φρύγες, ενώ στα αρμενικά κείμενα αποκαλούνται Καρμίκ ή Καμέρκ. Ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος τους θεωρούσε συγγενείς των Κιμβρίων ενώ ο Προκόπιος τους συσχέτισε με τους πολύ πιο βόρειους Βρετανούς και Ιρλανδούς.

Σημειώσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στις γενικότερες απόψεις άλλος λαός είναι εκείνος του Ομήρου και άλλος λαός που επέδραμε από τη Θράκη. Συγκλίνουσα άποψη: Οι Κιμμέριοι είναι ο 2ος κλάδος των Κελτών που ο μεν 1ος εγκαταστάθηκε στη Δύση ο δε 2ος στη Κιμμερία (σημ. Κριμαία).
  • Οι Κιμμέριοι αναφέρονται στη Παλαιά Διαθήκη (βιβλίο Ιεζεκιήλ: 38, 6).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Λεξικό Ηλίου

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τόμ.10ος, σελ.715.
  • David and Patt Alexander Το εκπληκτικό εγχειρίδιο της Βίβλου, Εκδόσεις «Πέργαμος», Αθήνα 1993, σελ.661.