Ομοσπονδιακό κράτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τα ομοσπονδιακά κράτη στον κόσμο

Με το όνομα Ομοσπονδιακό κράτος, ή Ομοσπονδιακή Πολιτεία, χαρακτηρίζεται το ανεξάρτητο και κυρίαρχο εκείνο κράτος, (Πολιτεία), το οποίο προέρχεται, (συγκροτείται), από συνένωση περισσοτέρων επιμέρους κρατών-μελών βάσει συνταγματικών διατάξεων.

Στο Ομοσπονδιακό κράτος, βάσει του τρόπου αυτού δημιουργίας, υφίσταται μία μόνο κεντρική εξουσία, η οποία και μόνο αυτή, αντιπροσωπεύει τα συγκροτούντα κράτη-μέλη διεθνώς, με συνέπεια να καθίσταται έτσι, «εν συνόλω», υποκείμενο διεθνούς δικαίου.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κύρια χαρακτηριστικά ενός Ομοσπονδιακού κράτους αριθμούνται σε επτά τα οποία και είναι:

  1. Απ΄ όλα τα κράτη μέλη μόνο το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος υπάγεται στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Τα υπόλοιπα κράτη μέλη διέπωνται από εσωτερικούς συνταγματικούς κανόνες. Βάσει δε αυτών των εσωτερικών κανόνων δημιουργείται ο λεγόμενος "ομοσπονδιακός δεσμός".
  2. Ο "Ομοσπονδιακός δεσμός" δεν μπορεί να λυθεί από μέρους μόνο (τη βούληση) των κρατών μελών.
  3. Το Ομοσπονδιακό κράτος θεωρείται κράτος ενιαίο, υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.
  4. Η Κεντρική εξουσία ασκείται άμεσα σ΄ όλους τους υπηκόους των κρατών μελών χωρίς μεσολάβηση εσωτερικών διατάξεων των μελών.
  5. Στο Ομόσπονδο κράτος υφίσταται κοινή ιθαγένεια και κοινό έδαφος.
  6. Κάθε διαμάχη ή πόλεμος μεταξύ των κρατών μελών χαρακτηρίζεται εμφύλιος.
  7. Τέλος διεθνώς, για πράξεις του Ομοσπονδιακού κράτους, ευθύνεται μόνο το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος και όχι τα κράτη-μέλη.

Πλεονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πλεονεκτήματα που παρατηρούνται σε ομοσπονδιακό κράτος συνοψίζονται στα ακόλουθα τρία:

  1. Τα κράτη-μέλη διατηρούν το δικαίωμα της συνέχισης και τήρησης των παραδόσεων και των εθίμων τους.
  2. Διατηρείται η αυτονομία των κρατών μελών, ενώ παράλληλα ακολουθείται ενιαία διαχείριση επί των σπουδαιότερων ζητημάτων (π.χ. οικονομικά, αμυντικά, εξωτερικών σχέσεων κ.λπ.)
  3. Η δε συνοχή της κεντρικής διοίκησης εξασφαλίζει την πλήρη ενότητα μεταξύ των κρατών-μελών.

Μειονεκτήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύρια μειονεκτήματα που τακτικά παρουσιάζονται σ΄ ένα ή από ένα ομοσπονδιακό κράτος είναι:

  1. Η εσωτερική νομοθεσία. Πολλές φορές η εσωτερική νομοθεσία των κρατών δεν είναι ομοιογενής με συνέπεια να δημιουργούνται τακτικά θέματα προστριβών ή συγκρούσεως δικαίων σε σχέση πάντα και με το δίκαιο του κεντρικού ομοσπονδιακού κράτους, και ειδικότερα σε θέματα συντρέχουσας αρμοδιότητας.
  2. Η διεθνής ευθύνη. Επειδή το Ομοσπονδιακό κράτος φέρει διεθνώς την πλήρη ευθύνη και για τις πράξεις των κρατών μελών, πολλές φορές συμβαίνει ν΄ αδυνατεί να παρέμβει σ΄ αυτές με συνέπεια να εκδηλώνονται έντονα προβλήματα.

Ομοσπονδιακά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομοσπονδιακά κράτη, όπως παρουσιάστηκαν στο διάβα της Ιστορίας και που υφίστανται σήμερα, με τη σύγχρονη έννοια του όρου είναι:

Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βυζαντινή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανία (από το 1871)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γερμανική Αυτοκρατορία το 1871 ανακηρύχθηκε ομοσπονδιακή Αυτοκρατορία. Όργανα του κράτους εκείνου ήταν το "Ομοσπονδιακό Συμβούλιο" της Αυτοκρατορίας, η Αυτοκρατορική "Βουλή", και ο Αυτοκράτορας (Κάιζερ). Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο είχε ως κυρίαρχη αρμοδιότητα τη νομοθετική εξουσία καθώς και τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής. Η "Βουλή" την οποία είχε δημιουργήσει ο Βίσμαρκ είχε κυρίως την αρμοδιότητα ελέγχου του Καγκελάριου ο οποίος και ήταν υπεύθυνος έναντι του Αυτοκράτορα. Τέλος ο Αυτοκράτορας ήταν επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Αυτοκρατορίας. Μετα τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και την παραίτηση του Αυτοκράτορα συνέχισε να υφίσταται η Χώρα ως ομοσπονδιακή δημοκρατία, (Δημοκρατία της Βαϊμάρης), στην οποία όμως άρχισε να εκδηλώνεται μια συγκεντρωτική τάση εξουσίας η οποία από το 1934 άρχισε να γενικεύεται σε όλους τους τομείς με την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία. Με την εγκαθίδρυση του Γ' Ράιχ η Γερμανία έπαυσε ν΄ αποτελεί ομοσπονδιακό κράτος.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία χωρίστηκε σε δύο επιμέρους κράτη, την "Ανατολική" ως "Λαϊκή Γερμανική Δημοκρατία", και τη "Δυτική" ως "Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας", σύμφωνα με το νέο σύνταγμα που κατάρτισε ο τότε πρόεδρος του κοινοβουλευτικού συμβουλίου και των τριών δυτικών ζωνών και μετέπειτα καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ. Ένα χρόνο μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, (το Φθινόπωρο του 1989), στις 3 Οκτωβρίου του 1990 ακολούθησε η ένωση της Ανατολικής με την Δυτική Γερμανία υπό την ενιαία ονομασία Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με επαναφορά πρωτεύουσας το Βερολίνο, (Δείτε Γερμανικά ομόσπονδα κρατίδια).

ΗΠΑ (από το 1789)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αποτελούν ομόσπονδο κράτος από το 1789. Το κάθε κράτος-μέλος (Πολιτεία), αρχικά 13 και σήμερα 50, διατηρεί το δικό του σύνταγμα, τη δική του Βουλή (Κογκρέσο), καθώς και Ανώτατο Δικαστήριο. Κοινά όργανα, για όλα τις Πολιτείες-μέλη, του ομοσπονδιακού κράτους των ΗΠΑ είναι:

  1. O Πρόεδρος (President), ο οποίος εκλέγεται κάθε τέσσερα χρόνια. Είναι ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας και διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής του επιλογής για τον διορισμό και την αντικατάσταση των υπουργών του. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ελέγχεται από τη Γερουσία.
  2. Η Γερουσία των ΗΠΑ, που συγκροτείται από δύο αντιπροσώπους από κάθε Πολιτεία-μέλος. Το 1/3 των Γερουσιαστών ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια. Η Γερουσία ασκεί τη νομοθετική εξουσία, (μαζί με την Βουλή των αντιπροσώπων), και ασκεί τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής. Προκειμένου η Γερουσία να εγκρίνει διεθνή συνθήκη απαιτείται η ψήφος των 2/3 των μελών της.
  3. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία ασκεί και αυτή νομοθετική εξουσία. Τα μέλη της Βουλής αυτής εκλέγονται κάθε δύο χρόνια και αντιπροσωπεύουν τον λαό αναλογικά με τον πληθυσμό.
  4. Το Ανώτατατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, το οποίο αφενός ελέγχει τη συνταγματικότητα των νόμων, αφετέρου επιλαμβάνεται επί των διαφορών κυρίως μεταξύ των Πολιτειών-μελών ή μεταξύ αυτών και του ομοσπονδιακού κράτους.

Ελβετία (από το 1848)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελβετία αποτελεί ομοσπονδιακό κράτος από το 1848 οπότε ενώθηκαν τα 22 ελβετικά Καντόνια. Τα Καντόνια διατηρούν μέχρι σήμερα την ανεξαρτησία τους έχοντας ως κοινά όργανα στο ενιαίο κράτος το "Ομοσπονδιακό Δικαστήριο", την "Ομοσπονδιακή Συνέλευση", (που αποτελείται από το Εθνικό Συμβούλιο και το Συμβούλιο καντονίων - μελών), και το "Ομοσπονδιακό Συμβούλιο", το οποίο εκλέγεται από την Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο είναι αυτό που ασκεί την εκτελεστική εξουσία, με αρμοδιότητες επίσης που ανάγονται στις εξωτερικές (διεθνείς) σχέσεις της χώρας.

Μεξικό (από το 1857)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργεντινή (από το 1860)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυστραλία (από το 1901)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωσία (1924-1990)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιουγκοσλαβία (1943-1992)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νιγηρία από το 1947[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]