Λιουτπράνδος της Κρεμόνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Λιουτπράνδος ή Λουιτπράνδος (ιταλ. Liutprando da Cremona, 920 - 972) ήταν Λομβαρδός ιστορικός, συγγραφέας και επίσκοπος της Κρεμόνας από το 961 έως το 972. Από αριστοκρατική λομβαρδική οικογένεια και με αξιόλογη μόρφωση, από νεαρή ηλικία τέθηκε στην υπηρεσία των βασιλέων της Ιταλίας και έλαβε μέρος σε διπλωματικές αποστολές. Το ιστορικό του έργο, αν και χαρακτηρίζεται από μονομέρεια και εμπάθεια θεωρείται σημαντική πηγή για τη μεσαιωνική ευρωπαϊκή ιστορία.[εκκρεμεί παραπομπή]

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 931 ανέλαβε υπηρεσία στην αυλή της Παβίας ως ακόλουθος του Ούγου της Αρλ, ο οποίος είχε τον τίτλο του Βασιλιά[ασαφές] της Ιταλίας και ήταν παντρεμένος με τη διαβόητη Μαροζία, την πανίσχυρη αρχόντισσα της εποχής της Πορνοκρατίας. Εκεί μορφώθηκε και έγινε κληρικός στον καθεδρικό της Παβίας. Όταν ο Ούγος πέθανε το 947 και άφησε το θρόνο της Ιταλίας στο ανήλικο γιο του Λοθάριο, ο Λιουτπράνδος έγινε ο έμπιστος γραμματέας του πραγματικού κυβερνήτη της Ιταλίας, Βερεγγάριου Β΄, μαρκησίου της Ιβρέας. Αυτός τον έκανε καγκελάριο και τον έστειλε το 949 σε διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ' τον Πορφυρογέννητο. Σε παρόμοιες αποστολές είχαν συμμετάσχει τόσο ο πατέρας του Λιουτπράνδου το 927, όσο και ο νονός του το 942, επομένως θεωρήθηκε και ο ίδιος κατάλληλος, εξάλλου ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να μάθει την ελληνική γλώσσα, ένα προσόν σπάνιο για τη Δυτική Ευρώπη του Ι΄ αιώνα. Η γνωριμία με την βυζαντινή αυλή φαίνεται ότι άφησε εντυπωσιασμένο το νεαρό πρέσβη, η αποστολή του όμως απέβη άκαρπη και όταν επέστρεψε στην Ιταλία έπεσε σε δυσμένεια. Ο Λιουτπράνδος έδωσε στο έργο του για την ιταλική ιστορία της περιόδου 887-948 τον ελληνικό τίτλο Antapodosis, για να ανταποδώσει στο Βερεγγάριο και τη γυναίκα του Βίλλα τις ταπεινώσεις που υπέστη.

Διωγμένος από την Παβία βρήκε καταφύγιο στη Σαξωνία όπου το 950 εισήλθε στην υπηρεσία του Γερμανού βασιλιά Όθωνα Α΄. Ο Βερεγγάριος μετά το θάνατο του Λοθάριου ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ιταλίας χωρίς να έχει πάρει την έγκριση του Όθωνα, του οποίου ήδη από το 941 ήταν υποτελής. Χωρίς χρονοτριβή ο Όθων έφτασε στην Παβία, παντρεύτηκε τη χήρα του Λοθάριου Αδελαΐδα και έτσι απέκτησε τον τίτλο του βασιλιά της Ιταλίας. Πρόσκαιρα οι δύο ανταγωνιστές συμβιβάστηκαν, με το Βερεγγάριο να ορκίζεται για δεύτερη φορά υπακοή στον Όθωνα. Το 961 ο Όθων εξεστράτευσε για δεύτερη φορά στην Ιταλία και σ' αυτήν την εκστρατεία τον συνόδευε ο Λιουτπράνδος, ο οποίος τότε έγινε και επίσκοπος της Κρεμόνας. Ο Λιουτπράνδος ήταν κοντά στον Όθωνα, όταν εκείνος στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα Ιωάννη ΙΒ΄ και ως έμπιστός του ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με την πολιορκημένη Βίλλα. Το 963, όταν ο Ιωάννης ΙΒ΄ μεταστράφηκε υπέρ του γιου του Βερεγγάριου, Αδαλβέρτου, καθαιρέθηκε από σύνοδο στην οποία μετείχε ο Λιουτπράνδος και αντικαταστάθηκε από τον Λέοντα Η'.

Το 968 ο Λιουτπράνδος ανέλαβε νέα διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά με σκοπό να διαπραγματευτεί το συνοικέσιο της Θεοφανούς, πορφυρογέννητης κόρης του Ρωμανού Β' με το γιο του Όθωνα Α΄, Όθωνα Β΄. Ο Όθωνας είχε ήδη στεφθεί Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάτι που δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα στις σχέσεις με το Βυζάντιο, και το συνοικέσιο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εξομάλυνση της κατάστασης. Οι διαπραγματεύσεις παρατάθηκαν επί μακρόν και κατέληξαν σε αποτυχία εξαιτίας του ανταγωνισμού των δύο αυτοκρατοριών για τη Ν. Ιταλία. Ο Λιουτπράνδος θεώρησε ότι οι Βυζαντινοί δεν τον φιλοξένησαν με τρόπο αντάξιο της αποστολής του, τον υποτίμησαν σε σχέση με άλλους πρέσβεις, τον προσέβαλαν για την καταγωγή του και προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις. Η σχετική αναφορά του (Relatio) εκφράζει με υβριστικό τόνο την οργή για την ταπείνωσή του και δυσφήμισε το Βυζάντιο στη Δύση.

Είναι αβέβαιο αν πράγματι ο Λιουτπράνδος συμμετείχε σε τρίτη αποστολή στην Κωνσταντινούπολη το 971, προκειμένου τελικά να μεταφερθεί η Θεοφανώ στη Δύση. Φαίνεται ότι πέθανε το 972, αλλά ο αντικαταστάτης του στον επισκοπικό θρόνο της Κρεμόνας δεν εγκαταστάθηκε πριν το 973.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Antapodosis sive Res per Europam gestæ, σημαντική πηγή για την ιστορία της ιταλικής χερσονήσου κατά το πρώτο μισό του Ι΄ αιώνα.
  • Historia Ottonis sive Liber de rebus gestis Ottonis imp. an. 960-964, εγκωμιαστικό έργο για τον Όθωνα Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και πηγή για την ανάμειξή του στις ιταλικές υποθέσεις.
  • Relatio de legatione Constantinopolitana ad Nicephorum Phocam (Αναφορά περί της πρεσβείας εις Κωνσταντινούπολιν προς Νικηφόρον Φωκάν) ― ελλην.μετάφρ.Δ.Δεληολάνης ("Στοχαστής")

Άλλοι δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Liutprando da Cremona, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, ISBN: [960-303-065-1], Εκδόσεις Στοχαστής