Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων
Ο Πατριάρχης Δοσίθεος Β΄ στο Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Δοσίθεος Β΄ Ιεροσολύμων (Ελληνικά)
Γέννηση31  Μαΐου 1641
Εξοχή Αχαΐας
Θάνατος7  Φεβρουαρίου 1707
Κωνσταντινούπολη
ΘρησκείαΑνατολικός Ορθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταχριστιανός ιερέας
συγγραφέας
Οικογένεια
ΟικογένειαΟικογένεια Νοταρά
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠατριάρχης Ιεροσολύμων (1669–1707)

Ο Δοσίθεος Νοταράς (31 Μαΐου 1641 - 7 Φεβρουαρίου 1707) ήταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων από το 1669 ως το 1707.

Βιογραφικά στοιχεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στην Αράχωβα του Δήμου Φελλόης της Επαρχίας Καλαβρύτων στις 31 Μαΐου 1641. Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος και η μητέρα του Άννα[1]. Η μητέρα του, κόρη κάποιου Βελισσαρίου, καταγόταν από την Κερνίκη της Πελοποννήσου[2]. Ανήκε στη μεσαία τάξη και είχε το επώνυμο Σκαρπέτης και όχι Νοταράς[3]. Σε ηλικία επτά ετών μετέβη στην Πάτρα, άγνωστο για ποιον λόγο, ίσως για να φοιτήσει σε κάποιο σχολείο, αλλά αμέσως γύρισε στο χωριό του[4].

Έμεινε ορφανός σε ηλικία οκτώ ετών και από τη μητέρα του, ενώ ο έμπορος πατέρας του πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Ιουνίου 1649. Τον μόρφωσή του ανέλαβαν ο παππούς του Γιώργος, μοναχός στη μονή των Αγίων Αποστόλων στην Κόρινθο[2] και ο Μητροπολίτης Κορίνθου Γρηγόριος ο Γουλανός[5]. Το 1653 χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος[3] από τον Μητροπολίτη Κορίνθου στη μονή των Αγίων Αποστόλων σε ηλικία έντεκα ετών κατά παράβαση των σχετικών εκκλησιαστικών κανόνων περί ηλικίας[6] και στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα[7]. Τον Ιανουάριο του 1657 πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ίσως επειδή τον προσκάλεσε ο μητροπολίτης Κορίνθου Γρηγόριος, και διέμενε στο μετόχιο του Αγίου Τάφου[8]. Εκεί γνωρίστηκε με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Παΐσιο[9], με τον οποίο περιόδευσε στον Εύξεινο Πόντο και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες για ζητείες. Οι γνώσεις του στα τουρκικά, αραβικά, ρωσικά, γεωργιανά, ελληνικά και λατινικά «πρέπει να περιορίζονταν στο καθημερινό λεξιλόγιο, όπως φανερώνει και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τα λατινικά»[3][10].

Μετά τον θάνατο του Παϊσίου τον Δεκέμβριο του 1660 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, και ένα χρόνο αργότερα προσλήφθηκε από τον νέο Πατριάρχη Ιεροσολύμων Νεκτάριο ως αρχιδιάκονός του. Χειροτονήθηκε μητροπολίτης Καισαρείας (Παλαιστίνης) το 1666[3]. Το 1667 απεστάλη από τον Νεκτάριο ως πατριαρχικός έξαρχος στις Ρουμανικές χώρες[11] για να ρυθμίσει περιουσιακά θέματα του Πατριαρχείου[12].

Ο Νεκτάριος Ιεροσολύμων παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 1669 λόγω των δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο θρόνος του[13] και ο Δοσίθεος εξελέγη διάδοχός του σε ηλικία 28 ετών[14], στις 23 Ιανουαρίου 1669, από Σύνοδο που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη υπό την προεδρία του Νεκταρίου[15]. Πατριάρχευσε για τριάντα οκτώ χρόνια, αλλά στα ίδια τα Ιεροσόλυμα δεν έμεινε παρά μόνο δύο[16]. Μόνο τέσσερις φορές μετέβη στην έδρα του, στα: 1671, 1675, 1678, 1683 και 129 φορές άλλαξε τόπο διαμονής[17]. Τα ταξίδια του, όπως επισημαίνει ο Αθανάσιος Καραθανάσης, «δεν έχουν το χαρακτήρα της μάθησης», δεν είναι ένας κοσμοπολίτης, αλλά οργανώνει τον αγώνα κατά της καθολικής και προτεσταντικής προπαγάνδας[18].

Οι πρώτες του ενέργειες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μόλις ανέλαβε καθήκοντα, αναδιοργάνωσε την Αγιοταφιτική Αδελφότητα εκδίδοντας λεπτομερείς διατάξεις γι'αυτήν[14]. Το καλοκαίρι του 1669 πραγματοποίησε περιοδεία στη Μολδοβλαχία συγκεντρώνοντας το ποσό των 20.000 γροσίων και πολλές κτηματικές δωρέες[19]. Ανακαίνισε τη Βασιλική της Βηθλεέμ από τον Σεπτέμβριο του 1671 έως τον Ιούλιο του 1672[20]. Προέβη σε χειροτονίες καλύπτοντας τα κενά στο πατριαρχείο του: το 1671 χειροτονεί νέο μητροπολίτη Γάζας και νέο επίσκοπο Σινά, το 1672 νέο μητροπολίτη Πτολεμαΐδος[21].

Η τοπική Σύνοδος του 1672 και η «Ομολογία» του

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάρτιο του 1672 συγκάλεσε στην Ιερουσαλήμ τοπική σύνοδο με αφορμή τα εγκαίνια της βασιλικής της Βηθλεέμ και με σκοπό να καταδείξει πως ο Κύριλλος Λούκαρης δεν ήταν καλβινόφρονας[22]. Στα πλαίσια αυτής της συνόδου διατυπώθηκε και η σχετική «Ομολογία» του. Μελετητές θεωρούν πως έχει λατινίζουσα χροιά λόγω της έντονης αντιπροτεσταντικής τάσεως αυτής[23]. Σε κάθε περίπτωση αποσκοπούσε στο «[...]ν'αντιπαραθέση εις την καλβινικήν Λουκάρειον Ομολογίαν ιδίαν ορθόδοξον Ομολογίαν, ίνα δι' αυτής διακριθή σαφώς η ορθόδοξος διδασκαλία από της προτεσταντικής[...]»[24]. Είναι «ο πυρήνας των Πρακτικών της Συνόδου των Ιεροσολύμων, αποτελεί το αποκορύφωμα και το τέλος της αντιπαράθεσης γύρω από την Ομολογία του Λουκάρεως»[25]. Προκειμένου δε να της προσδώσει κύρος κάλεσε στη συγκεκριμένη τοπική σύνοδο τους παρεπιδημούντες στα Ιεροσόλυμα ορθόδοξους κληρικούς χάριν των εγκαινίων της Βασιλικής της Γεννήσεως[26].

Η Ομολογία χρησιμοποιήθηκε το 1723 από τους τέσσερις πατριάρχες της Ανατολής ως ορθόδοξο πλαίσιο για τον διάλογο με τους Αγγλικανούς Ανωμότους[27]. Σε αυτήν την Ομολογία που αποτελείται από 18 όρους και 4 ερωτήσεις γίνεται λόγος για την Αγία Τριάδα, την Αγία Γραφή, την πρόγνωση και το αυτεξούσιο, τη δημιουργία, την πρόνοια, το προπατορικό αμάρτημα, την ενανθρώπηση και το έργο του Χριστού, την τιμή και τη μεσιτεία των Αγίων, για την πίστη και τα έργα, την Εκκλησία και το αλάθητο, την ιεραρχία και τα μέλη αυτής, τη δικαίωση, τα Μυστήρια και ιδιαιτέρως το Βάπτισμα, τη Θεία Ευχαριστία και τα έσχατα[28].

Ο αγώνας υπέρ των προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταξίδεψε στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη τον Ιούλιο του 1672 με σκοπό την εξασφάλιση οικονομικής βοήθειας. Εκεί πληροφορήθηκε πως ο Ναός της Βηθλεέμ είχε καταστεί χάνι από τον μουτεβελή της Πύλης του αγίου Τάφου, ο οποίος ζητούσε χρήματα για την απομάκρυνσή του, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα τον γκρέμιζε. Ο Δοσίθεος μετέβη στην Αδριανούπολη για να ζητήσει μεσολάβηση ώστε να εκδοθεί σουλτανική διαταγή που να εξασφαλίζει τον Ναό της Βηθλεέμ[29]. Στη συνέχεια περιόδευσε σε μοναστήρια της Ουγγροβλαχίας και έστειλε για μεγαλύτερη ασφάλεια μέρος της κάρας του Ιωάννη Προδρόμου που φυλασσόταν σε μοναστήρι κοντά στην Ιερουσαλήμ[30]. Όταν βρισκόταν στο Βελιγράδι περί το τέλος του 1673 πληροφορήθηκε επίσης πως οι Γάλλοι θέλησαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον Ναό της Αναστάσεως[31]. Ο Δοσίθεος έδρασε άμεσα υποβάλλοντας σχετική αναφορά στον Μεχμέτ Δ'. Τον Φεβρουάριο του 1675 εξέθεσε ενώπιόν του τα επιχειρήματά του, πείθοντάς τον να εκδώσει σουλτανικό ορισμό στις 28 Φεβρουαρίου 1675, με τον οποίο περιερχόταν η κατοχή του Παναγίου Τάφου και του αγίου Σπηλαίου της Βηθλεέμ στους Ορθοδόξους[32].

Ο Δοσίθεος επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ τον Ιανουάριο του 1676 και έμεινε εκεί μέχρι το Πάσχα της ίδιας χρονιάς, όμως έφυγε εσπευσμένα λόγω απόπειρας δολοφονίας σε βάρος του. Περιόδευσε μέχρι το 1677 στη Μολδαβία και έλαβε από τον Ηγεμόνα Στέφανο Βοεβόδα οικονομική βοήθεια και δώρο το μοναστήρι των Ταξιαρχών. Τον Σεπτέμβριο του 1678 γύρισε στην Ιερουσαλήμ για σύντομο χρονικό διάστημα ανακαινίζοντας τη Μονή του Προφήτη Ηλία και χειροτονώντας νέο μητροπολίτη Ναζαρέτ[33]. Τον Ιούνιο του 1679 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό την απόκρουση της σύμπραξης Αρμενίων και Λατίνων. Το 1683 μετά την επιστροφή του στην Ιερουσαλήμ ενίσχυσε τα μοναστήρια των Γεωργιανών ορθοδόξων της περιοχής[34], διότι βρίσκονταν σε οικονομική ένδεια λόγω των υπέρογκων φόρων που τους είχαν επιβάλει οι Τούρκοι, κάτι που τους είχε εξωθήσει σε δανεισμό[35]. Έτσι, με συντονισμένες προσπάθειές του πέτυχε ο Δοσίθεος να περιέλθουν τα Ιβηρικά Μοναστήρια στην πλήρη κατοχή της Αγιοταφικής Αδελφότητας[36].

Η σχέση του με τους Ρώσους

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1683 ο Πατριάρχης Μόσχας διά του Έλληνα ιεροδιακόνου Μελέτιου Δομέστικου ζήτησε από τον Δοσίθεο να στείλει δασκάλους κατάλληλους για τη Σχολή της Μόσχας και εκείνος έστειλε τους Λειχούδες[37]. Μετά από σχετική παράκληση της Ρωσικής κυβέρνησης ασχολήθηκε με τη διευθέτηση του ζητήματος της υποταγής στον Πατριάρχη Μόσχας της εξαρτώμενης από το Οικουμενικό Πατριαρχείο μητρόπολης του Κιέβου στο Πατριαρχείο Μόσχας[38]. Επίσης ασχολήθηκε με την αποτροπή της υπαγωγής της Ιεράς Μονής Σινά στο Πατριαρχείο Μόσχας. Συγκεκριμένα, μετά από σχετικά αιτήματα που υπέβαλαν οι μοναχοί της Μονής Σινά προς τον Τσάρο, το 1687 ετέθη υπό την προστασία του Τσάρου[39]. Ο Δοσίθεος έστειλε επιστολή στον Κωνσταντινουπόλεως Ιάκωβο, ο οποίος τελικά εξέδωσε Συνοδικό Τόμο που καθόριζε τα δίκαια του θρόνου της Ιερουσαλήμ[40]. Παράλληλα έστειλε επιστολή στον Μόσχας Αδριανό ζητώντας του να απορρίψει το σχετικό αίτημα των Σιναϊτών για υπαγωγή αυτών στον Μόσχας[41]. Όταν το 1696 αλώθηκε το Αζόφ από τους Ρώσους, ο Δοσίθεος έστειλε κρυφά απεσταλμένο στον τσάρο για να τον συγχαρεί[42].

Η σχέση του με τις Ηγεμονίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δοσίθεος δεν ήταν άγνωστος στις Ηγεμονίες, αφού ήδη από τη νεότητά του τις επισκεπτόταν, διετέλεσε μάλιστα πατριαρχικός έξαρχος εκεί. Ο Δοσίθεος κατόρθωσε χάρη στη χαρισματική προσωπικότητά του να επιβληθεί τόσο ο ίδιος όσο και να επιβάλει το Πατριαρχείο στις ηγεμονίες. Με δική του πρωτοβουλία, πιθανότατα, οι Βλάχοι ηγεμόνες στράφηκαν στα χρόνια 1688-1711 στην ομόδοξη Ρωσία και ζήτησαν βοήθεια για την απελευθέρωσή τους από τους Τούρκους. Η ευνοϊκή δεξίωσή του από τους ηγεμόνες ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων: η σθεναρή αντίδραση προς την ξένη προπαγάνδα που επέδειξε και η παράλληλη ιδεολογία των ηγεμόνων ότι συνεχίζουν τη βυζαντινή παράδοση, και άρα είναι και προστάτες της Ορθοδοξίας, έκανε τις δύο πλευρές να συνεργαστούν. Η γνώση εκ μέρους του των πολιτικών και πνευματικών προβλημάτων της περιοχής και η συμβολή του στην επίλυσή τους ήταν οι παράγοντες εκείνοι που καθόρισαν την αποδοχή του[43].

Τα προσκυνήματα εκ νέου στους Λατίνους

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1689, κατόπιν διπλωματικής πίεσης της Γαλλίας, εξεδόθη σουλτανικό διάταγμα με το οποίο τα αγιοταφικά προσκυνήματα δίδονταν στους Λατίνους[44]. Από τότε μέχρι τον θανατό του δεν επισκέφθηκε την Ιερουσαλήμ. Όμως προσέγγισε τη Ρωσία με υπόμνημα που απέστειλε στους συνάρχοντες τσάρους Πέτρο και Ιωάννη τον Νοέμβριο του 1690[45]. Η Ρωσική πλευρά απάντησε πως όταν θα διεξάγονταν Ρωσοτουρκικές διαπραγματεύσεις θα ρυθμιζόταν και το θέμα των προσκυνημάτων υπέρ των Ελλήνων[46].

Αν και πέτυχε την έκδοση διαταγμάτων σχετικών με το δικαίωμα αφής του Αγίου Φωτός και την επισκευή μιας εκκλησίας και μίας μονής και του τρούλου του Ναού της Αναστάσεως[47], τελικά με τη Ρωσοτουρκική συνθήκη του 1700 επιστράφηκαν τα προσκυνήματα στους Ορθοδόξους, αλλά στην πράξη το ζήτημα παρέμεινε εκκρεμές[48]. Επίσης λόγω του πολέμου που είχε ξεκινήσει η Ρωσία με τη Σουηδία, δεν επιθυμούσε να ανοίξει νέο μέτωπο με την Τουρκική πλευρά και δεν ανακίνησε το θέμα των προσκυνημάτων[49]. Ο Δοσίθεος ζήτησε από τον τσάρο να συσταθεί Αγιοταφικό Μετόχιο στη Μόσχα με σκοπό την εξυπηρέτηση των εκάστοτε απεσταλμένων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στη Ρωσία[50]. Επίσης αξιοποιούσε κάθε δυνατή ευκαιρία για να προωθήσει το θέμα των προσκυνημάτων όταν στα 1703-1704 θα μετέβαινε στη Μόσχα Τούρκος απεσταλμένος και έστειλε επιστολές στον Ρώσο Ηγεμόνα[51].

Απεβίωσε στην Κωνσταντινούπολη στο Αγιοταφικό Μετόχιο της πόλης τη νύχτα μεταξύ 6 και 7 Φεβρουαρίου 1707[52] σε ηλικία 66 ετών[53]. Στην κηδεία του παρέστη ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ Γ΄, αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και Έλληνες άρχοντες. Προσωρινώς ετάφη στο ναό της Αγίας Παρασκευής στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Χάσκιοϊ στις 8 Φεβρουαρίου και μετά από οκτώ χρόνια τα οστά του μεταφέρθηκαν στα Ιεροσόλυμα με μέριμνα του ανιψιού του και ετάφησαν στη Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων[54].

Εκδόσεις και Παιδεία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλία, χειρόγραφα και εκδόσεις

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέρος της δραστηριότητάς του ήταν και η ενασχόλησή του με τα βιβλία. Συνέλεξε πολλά χειρόγραφα και βιβλία κατά τις περιοδείες του. Με αυτά επιχειρούσε να διαφωτίσει τον κλήρο και τους μοναχούς του πατριαρχείου του. Επίσης αντέγραψε χειρόγραφα στα Ιεροσόλυμα, ενώ ίδρυσε και βιβλιοθήκη στο Πατριαρχείο[33]. Το μεγαλύτερο μέρος του Ιεροσολυμιτικού Κώδικα του Παναγίου Τάφου (Codex Hierosolymitanus Sancti Sepulchri) έχει γραφτεί από τον ίδιο[55].

Αντέγραφε χειρόγραφα και τα έστελνε ως δώρο σε άλλες εκκλησίες, όπως η Συναγωγή νόμων εκ διαφόρων Νομίμων, αντίγραφο μέρους της Νομικής Συναγωγής του, την οποία απέστειλε στη Μόσχα μετά το 1687[56]. Οι εκδόσεις που εισηγείτο εξυπηρετούσαν την υπεράσπιση της ορθόδοξης πίστης και την απόκρουση των Ρωμαιοκαθολικών και Καλβινικών δογμάτων. Πολλές από αυτές τις εκδόσεις αφιερώνονται στο πρόσωπό του, όπως η Δογματική Διδασκαλία του Σεβαστού Κυμινήτη[57]. Υπήρξε επίσης ιδρυτής ελληνικών τυπογραφείων στη Μολδαβία στην περίοδο της ηγεμονίας του Γεωργίου Δούκα[58]. Συγκεκριμένα, ίδρυσε ελληνικό και ρουμανικό τυπογραφείο στο Ιάσιο, στον Άγιο Σάββα, και στη Βλαχία σε Βουκουρέστι, Τεργκοβίστε, Ρίμνικ και Σναγκώβ[59]. Επίσης, με δική του εντολή μεταφράστηκε στα αραβικά το 1690 η Αντίρρησις του Μελέτιου Συρίγου[60]).

Μερίμνησε για τη σύσταση σχολείων και, μετά τη δωρεά 2650 ασλανίων από τον Γεώργιο Καστριώτη, ίδρυσε σχολές για νέους και μοναχούς στη Γάζα, την Ιερουσαλήμ, τη Ραμάλα, Τάϊπιν, Πεζαλά και Κοράκιο[61]. Υπήρξε ένας εκ των συνιδρυτών της Αυθεντικής Ακαδημίας της Ουγγροβλαχίας[62]. Αν και όπως λέει ο Αθανάσιος Καραθανάσης «η συμβολή του Δοσίθεου στις διεργασίες της ίδρυσης της Ακαδημίας δεν τεκμηριώνεται από σύγχρονες μαρτυρίες, αλλά νομίζουμε ότι ο ρόλος του [...] θα πρέπει να ήταν καθοριστικός[63]». Ιδιαίτερη επίσης φροντίδα επέδειξε για την ενίσχυση της Ελληνολατινοσλαβικής Ακαδημίας της Μόσχας και την ανάπτυξη της τυπογραφίας της[63].

  • Νομική Συναγωγή: έχει εκδοθεί με επιμέλεια των Δ.Γ.Αποστολόπουλου-Π.Δ.Μιχαηλάρη. Περιέχει ύλη νομοκανονική της βυζαντινής εποχής (όπως του Θεόδωρου Βαλσαμώνος) και πατριαρχικά κείμενα σχετικά με τις διαμάχες των Σιναϊτών με το πατριαρχείο Αλεξανδρείας[64]. Πρόκειται για ένα συμπίλημα 1069 κειμένων[65].
  • Ορθόδοξος Ομολογία Πίστεως, 1667 Ολλανδία (β εκδ. 1695 επίσης στην Ολλανδία) και 1699 στη Μονή Εισοδίων στο Snagov η τρίτη έκδοση[66].
  • Τόμος Καταλλαγής εν ω περιέχονται συγγραφαί ανωνύμων τινών και Ιωάννου νομοφύλακος και Γεωργίου του Κορεσσίου και Μακαρίου ιερομονάχου του Μακρή και συνέλευσις εν τη αγία Σοφία και Θεοδώρου του Αγαλλιανού και Ματθαίου του Βλαστάρεως και σύνοδος εν τη Αγία Σοφία,Ιάσιο 1692. Στρεφόμενο κατά των Λατίνων γενικώς και ειδικώς κατά του Λέοντος Αλλάτιου[67].
  • Εγχειρίδιον κατά Ιωάννου Καρυοφύλλου, Ιάσιο,1694. μετά τη συνοδική καταδίκη του Ιωάννη Καρυοφύλλη το 1691, το συγγράφει πραγματευόμενος την ευχαριστιακή διδασκαλία και αναιρώντας βήμα-βήμα τη διδασκαλία του Καρυοφύλλη[68][69][70][α].
  • Τόμος αγάπης κατά Λατίνων, συλλεγείς και τυπωθείς παρά Δοσιθέου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Ιάσιο 1698[72]. Επρόκειτο για αντιλατινικό έργο με κείμενα βυζαντινών συγγραφέων προ του 1453, στρεφόμενο κυρίως κατά συγχρόνων επικριτών του Γρηγόριου Παλαμά[73].
  • Τόμος χαράς, Ιάσιο, 1705. Αναφέρεται στο παπικό πρωτείο[74]
  • Η Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, διηρημενη εν δώδεκα βιβλίοις συγγραφείσα μεν παρά του μακαρία τη λήξει γενομένου κυρίου Δοσιθέου, κοσμηθείσα δε, και εν τάξει αρίστη τεθείσα παρά του μακαριωτάτου Πατριάρχου Ιεροσολύμων κυρίου κυρίου Χρυσάνθου, ου και αναλώμασι ετυπώθη, εν έτει της αρχιερατείας αυτού ογδόω..εν Βουκουρεστίω..επιμελεία και διορθώσει Μητροφάνους ταπεινού ιερομονάχου Γρηγορά του εκ Δωδώνης[75]}. Πλήρες κείμενο εδώ, σύγχρονη επανέκδοση: Δοσίθεος πατριάρχης Ιεροσολύμων, Ιστορία περί των εν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων διηρημένη εν δώδεκα βιβλίοις, άλλως καλούμενη Δωδεκάβιβλος Δοσίθεου, Βιβλία A'-IB', εισ. Αρχιμ. Ειρηναίου Δεληδήμου, τ. 1-6, Θεσσαλονίκη, 1982-1983. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ιστοριογραφικά έργα του 17ου αι. στη νεώτερη ελληνική ιστορία[76]. Η διαίρεση του έργου χιλίων και πλέον σελίδων[77] σε δώδεκα βιβλία, όπως σημειώνεται και στην αρχή του τίτλου, έγινε η αφορμή να υιοθετηθεί χάριν συντομίας ο όρος Δωδεκάβιβλος του Δοσιθέου, ο οποίος χρησιμοποιείται και σήμερα αν και δεν συναντάται πουθενά μέσα στο έργο που τιτλοφορεί[78]. Η ιστορικοθεολογική αυτή εγκυκλοπαίδεια[79], απομνημονευματικού χαρακτήρα[80], καθώς αναφέρεται σε γεγονότα του τέλους του 17ου αι. και στα περισσότερα που περιγράφει είχε και ο ίδιος αναμειχθεί[79], το επεξεργαζόταν επί σειρά ετών αλλάζοντάς του πολλές φορές τηn μορφή[81]. Οι μελετητές έχουν εντοπίσει ως πρότυπό της το έργο του Παΐσιου Λιγαρίδη[82]. Όταν πέθανε ο Δοσίθεος, ο ανιψιός του και διάδοχός του Χρύσανθος Νοταράς είχε λάβει την εντολή να το τυπώσει[83]. Ωστόσο έκανε αρκετές παρεμβάσεις σε αυτό, όπως εξαρχάισε γλωσσικά το πρωτότυπο, αλλά προέβη και σε προληπτική λογοκρισία για λόγους πολιτικούς, εκκλησιαστικούς και προσωπικούς[76]. Το έργο αυτό του Δοσίθεου κατανοείται στην προοπτική απόκρουσης της καθολικής και προτεσταντικής προσηλυτιστικής δράσης σε βάρος της Ανατολικής Εκκλησίας[84]. Ωστόσο το οξύ ύφος γραφής του δεν αντισταθμίζει την έλλειψη κριτικής εμβάθυνσης που το χαρακτηρίζει[77]. Το έργο καθυστέρησε να τυπωθεί λόγω των ρευστών πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν στη Βλαχία (θάνατος ηγεμόνα Στέφανου Καντακουζηνού, κατοχή της χώρας από τους Αυστριακούς, αλλαγές στον ηγεμονικό θρόνο μεταξύ Ιωάννου και Νικόλαου Μαυροκορδάτου. Τελικά κυκλοφόρησε στα 1723[85].

Στα έργα του συμπεριλαμβάνονται και μερικά ανέκδοτα: ένα αντιλατινικό σύγγραμμα για την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, κηρύγματα για Κυριακές και εορτές και κάποιες επιστολές[77].

Για την ανώνυμο συντάκτη του βιβλίου «Η εκκλησία Ιεροσολύμων κατά τους τέσσαρας τελευταίους αιώνας (1517-1900)» (εκδ.1900), ο Δοσίθεος «ήτο άνθρωπος μεγάλης δραστηριότητος, ενθέρμου ζήλου υπέρ της Εκκλησίας, ευπαίδευτος και ως άριστα συκεκροτημένος, νους έξοχος [...]υπήρξε το θαύμα της εποχής αυτού»[86]. Σύμφωνα με το δογματολόγο Ιωάννη Καρμίρη, ήταν «εις των διαπρεπεστάτων ορθοδόξων πατριαρχών και θεολόγων της ιζ' εκατονταετηρίδος και καθόλου της μεταπατερικής εποχής, και δη ο επισημότατος και ενεργητικώτατος των συμβολικών και πολεμικών θεολόγων της μεταβυζαντινής περιόδου»[87]. Για τον Βακαλόπουλο, ο Δοσίθεος «συνεχίζοντας τη θρησκευτική παράδοση του Βυζαντίου συσπειρώνει μέσα στον ίδιο πολιτιστικό κύκλο τα έθνη, τα οποία άλλοτε ήταν τμήματα ή εδέχονταν την ακτινοβολία του μεγάλου κράτους»[88] κι αυτό αποτυπώνεται στις πρωτοβουλίες που έλαβε για παράδειγμα σχετικά με τις εκδόσεις βιβλίων στη Βλαχία[89].

Ο Χρίστος Πατρινέλης σημειώνει πως στην επιβίωση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και στη διάσωση των προσκυνημάτων συντέλεσε το γεγονός πως στον θρόνο των Ιεροσολύμων βρέθηκαν άνδρες με μεγάλη διοικητική και διπλωματική ικανότητα, λογιοσύνη και ηθική ακτινοβολία, όπως ο Δοσίθεος[90][79]. Ο Χρήστος Γιανναράς με αφορμή την Ομολογία του τον θεωρεί «[...]χαρακτηριστικό παράδειγμα της αθέλητης ή ανεπίγνωστης και γι' αυτό τραγικής αλλοτρίωσης των ορθοδόξων θεολόγων[...]» της περιόδου εκείνης και συνεχίζει: «αυτός ο φανατικός αντιδυτικός και λατινομάχος εμφανίζεται ουσιαστικά διαβρωμένος από τη νοοτροπία και θρησκευτικότητα των δυτικών[...]»[91].

Ο Αθανάσιος Καραθανάσης τον χαρακτηρίζει εκκλησιαστικό ουμανιστή διευκρινίζοντας πως «δεν είναι ο ουμανιστής του τύπου του Κορυδαλέα, του Καρυοφύλλη και του κύκλου τους. Αγαπάει τη μάθηση και την παιδεία, αλλά τις θέτει και τις δύο στην υπηρεσία της χειμαζόμενης Ορθοδοξίας»[92]. Η όποια επιφυλακτικότητά του και εχθρότητά του προς τη Δύση ερμηνεύονται από τον ορμητικό χαρακτήρα της καθολικής και καλβινικής προπαγάνδας στην Ανατολή, αλλά και στο θέμα των προσκυνημάτων των Αγίων Τόπων και στις διαρκείς προστριβές του με τους δυτικούς[93].

Υποσημειώσεις και παραπομπές

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. Ο Καρυοφύλλης απάντησε με το Εγχειρίδιον Περί τινων αποριών και λύσεων, Μονή Sagnov, 1697[71].
  1. Παπαδόπουλος 1907, σελ. 97.
  2. 2,0 2,1 Ντούρας 1977, σελ. 11.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Podskalsky 2005, σελ. 358.
  4. Ντούρας 1977, σελ. 11-12.
  5. Γριτσόπουλος 1970, σελ. 297.
  6. Ντούρας 1977, σελ. 13.
  7. Γριτσόπουλος 1970, σελ. 299-300.
  8. Ντούρας 1977, σελ. 15.
  9. Γριτσόπουλος 1970, σελ. 300-301.
  10. Ντούρας 1977, σελ. 33.
  11. Ντούρας 1977, σελ. 18.
  12. Καραθανάσης 1982, σελ. 111.
  13. Ντούρας 1977, σελ. 18-19.
  14. 14,0 14,1 Παπαδόπουλος 1907, σελ. 101.
  15. Αθηνών Χρυσόστομος 1900, σελ. 89.
  16. Podskalsky 2005, σελ. 359.
  17. Ντούρας 1977, σελ. 21.
  18. Καραθανάσης 1982, σελ. 110.
  19. Παπαδόπουλος 1907, σελ. 103.
  20. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 663.
  21. Ντούρας 1977, σελ. 24-25.
  22. Τ.Π.Θέμελης 1924, σελ. 501.
  23. Μπρατσιώτης 1941-1947, σελ. 328.
  24. Καρμίρης 1949, σελ. 100.
  25. Podskalsky 2005, σελ. 363.
  26. Καρμίρης 1949, σελ. 111.
  27. Γιανναράς 2006, σελ. 132.
  28. Καρμίρης 1964, σελ. 195-196.
  29. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 665.
  30. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 666.
  31. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 666-670.
  32. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 674.
  33. 33,0 33,1 Ντούρας 1977, σελ. 25.
  34. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ια, σελ. 676-677.
  35. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 734-738.
  36. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 741.
  37. Παπαστράτου 1977, σελ. 284.
  38. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 742.
  39. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 742-744.
  40. Αναστασίου 1970, σελ. 98 κ.εξ..
  41. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 745.
  42. Βακαλόπουλος 1975, σελ. 56.
  43. Καραθανάσης 1982, σελ. 212-214.
  44. Αρχιμ. Κάλλιστος 1928ιβ, σελ. 748.
  45. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929α, σελ. 41-42.
  46. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929β, σελ. 98-104.
  47. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929β, σελ. 105-109.
  48. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929γ, σελ. 162-165.
  49. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929δ, σελ. 235.
  50. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929δ, σελ. 237.
  51. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929δ, σελ. 239.
  52. Ντούρας 1977, σελ. 31.
  53. Αρχιμ. Κάλλιστος 1929δ, σελ. 242-243.
  54. Ντούρας 1977, σελ. 32.
  55. Kotzabassi, Sofia (2020). «Manuel Holobolos' Letter of Consolation to Theodora Raoulaina». Parekbolai 10: 151. doi:https://doi.org/10.26262/par.v10i0.7876. https://www.academia.edu/44625513/Manuel_Holobolos_Letter_of_Consolation_to_Theodora_Raoulaina. 
  56. Αποστολόπουλος & Μιχαηλάρης 1987, σελ. 36-37.
  57. Οικονομίδης 1976-1977, σελ. 68.
  58. Οικονομίδης 1974-1975, σελ. 260.
  59. Οικονομίδης 1974-1975, σελ. 262.
  60. Οικονομίδης 1972-1973, σελ. 38.
  61. Ντούρας 1977, σελ. 27.
  62. Ντούρας 1977, σελ. 206-215.
  63. 63,0 63,1 Καραθανάσης 1982, σελ. 113.
  64. Αποστολόπουλος & Μιχαηλάρης 1987, σελ. 37.
  65. Αποστολόπουλος & Μιχαηλάρης 1987, σελ. 38.
  66. Οικονομίδης 1972-1973, σελ. 36-37.
  67. Καρμίρης 1941-1948, σελ. 702,υποσ.2.
  68. Podskalsky 2005, σελ. 368-369.
  69. Οικονομίδης 1976-1977, σελ. 71.
  70. Οικονομίδης 1974-1975, σελ. 272.
  71. Καραθανάσης 1982, σελ. 36.
  72. Καρμίρης 1941-1948, σελ. 702,υποσ.3.
  73. Podskalsky 2005, σελ. 71.
  74. Podskalsky 2005, σελ. 369-370.
  75. Κουρνούτος 1953, σελ. 250, υποσ.1.
  76. 76,0 76,1 Σαρρής 2003, σελ. 372.
  77. 77,0 77,1 77,2 Podskalsky 2005, σελ. 370.
  78. Σαρρής 2005, σελ. 29.
  79. 79,0 79,1 79,2 Πατρινέλης 1990, σελ. 301.
  80. Αγγέλου 1974, σελ. 406.
  81. Κουρνούτος 1953, σελ. 250.
  82. Podskalsky 2005, σελ. 117.
  83. Κουρνούτος 1953, σελ. 251.
  84. Σαρρής 2005, σελ. 28.
  85. Οικονομίδης 1976-1977, σελ. 73-74.
  86. Εταιρεία «Ο Ελληνισμός» 1900, σελ. 89-90.
  87. Καρμίρης 1941-1948, σελ. 695.
  88. Βακαλόπουλος 1973, σελ. 254.
  89. Καραθανάσης 1982, σελ. 74.
  90. Πατρινέλης 1975, σελ. 134.
  91. Γιανναράς 2006, σελ. 131.
  92. Καραθανάσης 1982, σελ. 109.
  93. Καραθανάσης 1982, σελ. 110, 211-212.
τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Νεκτάριος
Πατριάρχης Ιεροσολύμων
1669-1707
Διάδοχος
Χρύσανθος