Δαμιανός Α΄ Ιεροσολύμων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δαμιανός Α΄ Ιεροσολύμων
Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός Α΄.jpg
Ο Δαμιανός Α΄
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Δαμιανός Α΄ (Ελληνικά)
Γέννηση10  Ιουλίου 1848
Μαραθόκαμπος Σάμου
Θάνατος14  Αυγούστου 1931
Ιερουσαλήμ
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΟθωμανική Αυτοκρατορία
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταχριστιανός ιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΠατριάρχης Ιεροσολύμων (1897–1931, Πατριαρχείο Ιεροσολύμων)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Δαμιανός Α΄ (10 Ιουλίου 184814 Αυγούστου 1931) ήταν από το 1897 έως το 1931 ο Ελληνορθόδοξος Πατριάρχης Ιεροσολύμων και Πάσης Παλαιστίνης.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στον Μαραθόκαμπο Σάμου και οι γονείς του ονομάζονταν Κωνσταντίνος και Ελισάβετ. Δεν σπούδασε Θεολογία. Σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε την κόρη ενός ιερέα, σύντομα όμως πέθανε και η σύζυγος και η κόρη του[1]. Το 1872 πήγε στα Ιεροσόλυμα και το 1873 εκάρη μοναχός και εντάχτηκε στην Αδελφότητα του Αγίου Τάφου.

Μετά τη χειροτονία του, διακόνησε αρχικά στο Μετόχιο της Ιερουσαλήμ στο Ταγκανρόγκ όπου διδάχθηκε τη ρωσική γλώσσα. Με το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη υπήρξε στη συνέχεια εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στην Τυφλίδα, και από το 1887 στην Κωνσταντινούπολη. Το 1893, ο Πατριάρχης Γεράσιμος Α΄ τον χειροτόνησε Επίσκοπο Φιλαδελφείας και τον όρισε Πατριαρχικό Βικάριο της Βηθλεέμ. Το 1896 εκπροσώπησε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην στέψη του Τσάρου Νικολάου Β΄ στη Μόσχα.

Ο Πατριάρχης Δαμιανός εισέρχεται σε πομπή στο Ναό της Αναστάσεως (περί το 1915)

Η Πατριαρχία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Γερασίμου, στις 10 Ιουλίου 1897 ο Δαμιανός εκλέχτηκε διάδοχός του και ενθρονίστηκε στις 15 Αυγούστου. Σύμφωνα με τους συγχρόνους του, ο Δαμιανός απολάμβανε καθολικό σεβασμό για την άψογη ζωή του και τον ήπιο χαρακτήρα του, αλλά η αυτή η ευγένεια και αναποφασιστικότητά του δεν του επέτρεψε να οδηγήσει κλήρο και λαό με την δέουσα αυστηρότητα[2].

Το φθινόπωρο του 1908 ξεκίνησαν διαδηλώσεις του γηγενούς αραβόφωνου ορθόδοξου πληθυσμού στην Παλαιστίνη, με αίτημα ίσα δικαιώματα για Άραβες και Έλληνες, αποδοχή αραβοφώνων σε υπεύθυνες εκκλησιαστικές θέσεις και δημιουργία μικτού κληρικολαϊκού συμβουλίου για την διαχείριση των υποθέσεων της Ορθόδοξης κοινότητας. Η Ιερά Σύνοδος απέρριψε όλα τα αιτήματα και, καθώς τα μέλη της υποπτεύτηκαν ότι ο Πατριάρχης επιχειρεί κάποιον συμβιβασμό με τους Άραβες, στις 13 Δεκεμβρίου 1908 τον κήρυξαν έκπτωτο, απόφαση που επικυρώθηκε και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και άλλες Εκκλησίες[3]. Τοποτηρητής ανέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Τιβεριάδος Μελέτιος και μετά τον θάνατο αυτού τον Φεβρουάριο του 1909 ο Μητροπολίτης Ναζαρέτ Θεοφάνης. Ωστόσο, ο Δαμιανός δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό του έκπτωτο και δεν υπέβαλε ποτέ παραίτηση. Θυελλώδεις διαδηλώσεις Ορθόδοξων Αράβων ξέσπασαν σε πόλεις της Παλαιστίνης, με αίτημα την επιστροφή του Πατριάρχη, ενώ Έλληνες κληρικοί εκδιώχθηκαν από τη Γιάφα και τη Ναζαρέτ. Ο Ρώσος πρόξενος στην Ιερουσαλήμ Κρουγκλώφ υποστήριξε επίσης τον Δαμιανό. Τελικά, στις 16 Φεβρουαρίου 1909 η Ιερά Σύνοδος ανακάλεσε την αποκήρυξη του Δεκεμβρίου του 1908[1]. Οι διενέξεις οδήγησαν το 1909 στο κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού και στην εκδίωξη δύο ανώτερων μελών της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας από τον Δαμιανό: του γραμματέα του Πατριαρχείου Μελέτιου Μεταξάκη και του πρύτανη της Θεολογικής Σχολής Χρυσόστομου Παπαδόπουλου.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ανεξαρτησία των θρησκευτικών κοινοτήτων ανεστάλη, οι Χριστιανοί επιστρατεύτηκαν και η οικονομία της περιοχής επλήγη. Η πείνα και η χολέρα οδήγησαν σε απώλεια χιλιάδων ζωών. Το φθινόπωρο του 1917, οι εχθροπραξίες έφτασαν στο παλαιστινιακό έδαφος. Τον Νοέμβριο, όταν το μέτωπο πλησίαζε στα Ιεροσόλυμα, οι Τούρκοι συνέλαβαν τον Δαμιανό και τον εκτόπισαν στην Δαμασκό. Μέχρι το φθινόπωρο του 1918, η Βρετανία είχε καταλάβει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και με υποστήριξη των βρεταννικών αρχών ο Δαμιανός επέστρεψε στην έδρα του στις 23 Δεκεμβρίου 1918. Δυο ακόμη κρίσεις έλαβαν χώρα το 1920 και το 1924. Αντιλαμβανόμενος την νέα κατάσταση, ο Δαμιανός διατήρησε καλές σχέσεις με τις βρεταννικές αρχές και προσέγγισε την Αγγλικανική Εκκλησία. Το 1925 επισκέφθηκε το Λονδίνο για να γιορτάσει την 1600ή επέτειο από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Ο Πατριάρχης Δαμιανός σε προχωρημένη ηλικία

Στις 9 Ιουλίου 1929, ο Πατριάρχης υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, προσβλήθηκε από ημιπληγία και έκτοτε παρέμενε κλινήρης. Απεβίωσε στις 14 Αυγούστου 1931[4][5].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Μάρκου, Μάρκος. «Ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων κυρός Δαμιανός. (1848-1931)». Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2021. 
  2. «ДАМИАН». Православной энциклопедии. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2021. 
  3. «Υπόμνημα της Ιεραρχίας του Ιεροσολυμιτικού Πατριαρχείου». Γρηγόριος ο Παλαμάς ΜΘ: 680-681. Ιανουάριος 1920. http://digital.lib.auth.gr/record/139966/files/5076_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2022. 
  4. E: Dowling. The Orthodox Greek Patriarchate of Jerusalem. London: 1913, 27-36.
  5. Μάξιμος Φιλαδελφείας: «Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός». στο: Ορθοδοξία 6 (1931) 453-462.


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Γεράσιμος Α΄
Πατριάρχης Ιεροσολύμων
1897-1931
Διάδοχος
Τιμόθεος Α΄