Γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο γενετήσιες σχέσεις στην αρχαία Ελλάδα αναφερόμαστε στις ερωτικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν σε κοινωνικό και δικαιοπρακτικό επίπεδο.

Οι βασικές περιοχές της κοινoτικής σεξουαλικής ζωής των Αρχαίων ήταν: ο Γάμος, η Πορνεία και η Παιδεραστία. Στο θρησκευτικό επίπεδο συναντάμε τον λατρειακό σεβασμό του φαλλού, όπως και άλλες σεξουαλικές τελετουργίες στη λατρεία και τα μυστήρια γονιμότητας. Μέρος της σεξουαλικότητας στην περιοχή της θρησκείας ήταν και η Ιεροδουλεία, μία μορφή τελετουργικής πορνείας των ναών με ανατολική προέλευση, που σκόπευε επιπλεόν στην αύξηση των εσόδων του ναού.

Η ανδροκρατούμενη αρχαία ελληνική κοινωνία δεν έδινε ανάλογες επιλογές και διεξόδους στην γυναικεία σεξουαλικότητα. Για την ανύπανδρη γυναίκα δεν υπήρχε ανάλογη ανεκτικότητα σε τέτοιες συμπεριφορές σε αντίθεση με τον άνδρα, τουλάχιστο μέχρι την ηλικία του γάμου, κάπου στα 30 χρόνια του. Γενικά, από έναν παντρεμένο άνδρα ανέμεναν να παραιτείται από εξωσυζυγικές σχέσεις είτε επρόκειτο για σχέση με πόρνες είτε για παιδεραστική γενετήσια επικοινωνία.

Kάθε έρευνα για τη σεξουαλικότητα των Ελλήνων, επειδή οι σχετικές πηγές κειμένων και εικαστικών παραστάσεων είναι σχεδόν αποκλειστικά αττικής προελεύσεως, αντικατροπτρίζει τις αντίστοιχες συνήθειες γεωγραφικά, καθώς οι μαρτυρίες από άλλα ελληνικά κέντρα παραμένουν σποραδικές και μεταξύ τους ασύμφωνες.

Παλλακεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παλλακεία, ήταν θεσμός που ίσχυε παράλληλα με τον γάμο, και που σήμαινε τη χωρίς γάμο συμβίωση άνδρα και γυναίκας.
Για τις ελεύθερες γυναίκες, αντίθετα από τους άνδρες, η σεξουαλική επικοινωνία επιτρεπόταν αποκλειστικά μόνο μέσα στο γάμο. Η παλλακεία αν και δεν ήταν νομιμοποιημένος γάμος πολιτών, εν τούτοις είχε de facto νομιμοποίηση και σε μερικά σημεία αντιμετωπίζονταν από τη νομοθεσία σαν νόμιμος γάμος. Νομικά, μόνο η σύζυγος έπαιρνε την κοινωνική θέση του άνδρα, αλλά η παλλακίδα είχε από τον νόμο την ίδια προστασία με τη σύζυγο σε περιπτώσεις προσβλητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπό της.

Είναι όμως αλήθεια πως η σχέση της παλλακίδας αντιμετωπιζόταν ως κατώτερου βαθμού συγκριτικά με τον κύριο γάμο, και τα παιδιά της είχαν ανάλογη αντιμετώπιση, με λιγότερα δικαιώματα από τα παιδιά της νόμιμης συζύγου. Σίγουρα αυτό σχετιζόταν και με την καταγωγή των γυναικών, καθώς το στοιχείο που θα όριζε αν μια κοπέλα είχε περισσότερες πιθανότητες να γίνει νόμιμη σύζυγος ή παλλακίδα, ήταν η προίκα, καθώς στην Αθήνα, σπάνια μια κοπέλα γινόταν νόμιμη σύζυγος χωρίς αυτήν. Έτσι εξάγεται το συμπέρασμα πως οι παλλακίδες θα πρέπει να ήταν φτωχά κορίτσια αττικών οικογενειών. Ο Πλάτωνας αναφέρει, σχετικά με το φαινόμενο της παλλακείας, στο έργο του Νόμοι (VIII, 841d):

Κι ας μην τολμήσει κανείς ν' αγγίξει άλλο πρόσωπο ελεύθερης καταγωγής εκτός απ' τη γυναίκα του, ούτε να σπείρει είτε με παλλακίδες νόθα παιδιά [...]'

Μέσα στο σπίτι, η σύζυγος είχε ως κύριο έργο και ήταν αφοσιωμένη στην ανατροφή των παιδιών και στη διαχείριση των οικιακών. Η παλλακίδα, ήταν αυτή που συνήθως περιποιόταν τον άνδρα, κάτι ανάμεσα σε σύζυγο και εταίρα. Ο σύζυγος μπορούσε να επιμένει στο προνόμιο του για εξωσυζυγικό έρωτα, χωρίς να αναμένει συνέπειες, καθώς η σεξουαλικότητα των γυναικών δεν ήταν στο ίδιο μέτρο αυτόνομη με του άνδρα. Από την άλλη όμως, αυτό δεν σήμαινε πως οι γυναίκες έβλεπαν ως αυτονόητη την παλλακεία, ώστε η νόμιμη σύζυγος να την αντιμετωπίζει με κατανόηση ή και να την έχει αποδεχθεί.

Πορνεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ελληνική αρχαιότητα, το φαινόμενο της πορνείας σε ορισμένες πόλεις ήταν ενίοτε περιστασιακό και χωρίς ανταλλάγματα, αλλά σε άλλες αποτελούσε πηγή εισοδήματος.

H πορνεία λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό, ως ρυθμιστής των ανικανοποίητων και επιθετικών σεξουαλικών ορμών, προς προστασία της κοινωνικής τάξης, διότι κρατούσε π.χ. τους ακόμη άγαμους μακριά από τις θυγατέρες και τις συζύγους των αστών. Επιπλέον, οι Ελληνίδες πόρνες, οι εταίρες, ως οι μόνες γυναίκες, που είχαν εισέλθει στη δημόσια ζωή, έπαιζαν σπουδαίο ρόλο στις ανδρικές συντροφιές, και καλλιεργούνταν ως σημαντική διασκέδαση για τους άνδρες. Οι πόρνες, πολύ συχνά ήταν δούλες (υπηρέτριες, αυλητρίδες, χορεύτριες), απαραίτητη συντροφιά στα συμπόσια, όπου ενδεχομένως να προέκυπτε η προώθησή από τον κύριό τους στην αγκαλιά κάποιων από τους συμμετέχοντες.

Σε οικονομικό επίπεδο, ήταν δυνατό να αγοράσει κάποιος δούλες με αποκλειστικό σκοπό να τις προωθήσει στην πορνεία και να κερδίζει τη ζωή του με τον τρόπο αυτό. Στον Πειραιά, στους δυο αιώνες της αθηναϊκής ηγεμονίας, τα πλήθη των ξένων, των ναυτικών και των βιαστικών ταξιδιωτών οδηγούσαν ορισμένους στην ιδέα να αποκομίσουν κέρδη από την εκμετάλλευση της πορνείας.

Εκτός όμως από την αγορά δούλων, πηγή προμήθειας κοριτσιών προορισμένων για την πορνεία ήταν και ο θεσμός της έκθεσης. Η έκθεση των νεογέννητων είναι συχνά μια ανάγκη για τις οικογένειες με πολύ ταπεινά έσοδα. Για τους φτωχότερους, τα κορίτσια είναι συχνά επιβαρυντικά μέλη για την οικογένεια, λόγω του φόβου για τα έξοδα της προίκας, και έτσι τα απειλούσε η έκθεση συχνότερα από τα αγόρια. Αυτό σήμαινε συνηθέστερα ότι τα περίμενε η τύχη της πορνείας, αφού πολλά από αυτά τα κοριτσάκια μαζεύονταν από τους δουλεμπόρους στους δρόμους όπου οι γονείς τους τα εγκατέλειπαν μόλις γεννηθούν.

Στην Αθήνα, η γνωστότερη συνοικία με πλήθος πορνείων ήταν ο Κεραμεικός, χώρος εργασίας των αγγειοπλαστών και συνοικία με αρκετή κίνηση. Όλοι εκείνοι που τα πενιχρά τους μέσα δεν τους επέτρεπαν να χαρούν στο σπίτι τους, όπως οι πλουσιότεροι, εταίρες πολυτελείας, οδηγούνται στη συνοικία του Κεραμεικού για να αναζητήσουν την ερωτική διασκέδαση.

Βεβαίως η πορνεία στην Αθήνα δεν ασκείτo μόνο στους οίκους που θέσπιζε το Κράτος, υπό την εποπτεία και προστασία επίσημων αξιωματούχων και με κανονική καταβολή των οφειλών στο Δημόσιο Ταμείο, αλλά επιπλέον, πολλά μικροεπαγγέλματα που ασκούσαν γυναίκες (όπως οι ανθοπώλιδες της Αγοράς), γίνονταν προκάλυμμα των σεξουαλικών υπηρεσιών προς τους περαστικούς, στην Αθήνα και τον Πειραιά.

Αν και οι μαρτυρίες συχνότερα αναφέρουν την γυναικεία πορνεία που ήταν ευρέως αποδεκτή, εντούτοις υπήρξε διαδεδομένη και η παιδική πορνεία με επίκεντρο τα νεαρά αγόρια, μια σχέση όμως που γενικά ήταν καταδικαστέα.

Παιδεραστία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος παιδεραστία περιέχει τις δύο έννοιες παις (=παιδί) και έράν (=αγαπώ, ποθώ).[εκκρεμεί παραπομπή] Ενώ ο όρος "παις" σημαίνει γενικά είτε το αρσενικό είτε το θηλυκό παιδί, εντούτοις, στην περίπτωση αυτή αναφέρεται μόνο στο αγόρι και συγκεκριμένα σ' εκείνο που βρίσκονταν προς το τέλος της εφηβείας.

Ο σύνδεσμος αυτός, ήταν μια ιδιαίτερη μορφή "ερώμενης" συμπεριφοράς, στην οποία κύριος στόχος ήταν η διαπαιδαγώγηση του εφήβου από τον ενήλικο άνδρα που όφειλε να διδάσκει το αγαπημένο του αγόρι πρότυπα συμπεριφοράς και να του δίνει μέτρα αξιών για τη ζωή του. Καθώς η αγωγή σε πολλές περιπτώσεις δεν δινόταν από δημόσια σχολεία αλλά βρισκόταν στα χέρια των ιδιωτών, στο πλαίσιο αυτό ο εραστής, όφειλε να παιδαγωγεί τον νεαρό ώστε να γίνει όμορφος και καλός άνθρωπος (καλοκαγαθία), ένα πρότυπο αρετής που περιελάμβανε σωματική ομορφιά, ηθική, μόρφωση και σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Ως προς τον παιδαγωγικό σκοπό της παιδεραστίας, τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία. Στο κείμενο Ερωτικός του Πλουτάρχου γίνονται σαφείς αναφορές για το σεξουαλικό χαρακτήρα που υπήρχε στη σχέση μεταξύ Εραστή και Ερωμένου[1] όπου διευκρινίζει ότι "Αν δεν υπάρχει συνουσία στην παιδεραστία, πως μπορεί να λειτουργεί ο Ερως δίχως την παρουσία της Αφροδίτης[1]".

Αυτή η ερωτικά χρωματισμένη ιδιότητα του Μέντορος, την οποίαν είχε ένας ενήλικος, ο οποίος έβρισκε ανταπόκριση στο θαυμασμό και στην ευγνωμοσύνη του αναπτυσσόμενου, ήταν η προϋπόθεση που έκανε αποδεκτή μία τέτοια σχέση, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, χωρίς δηλ. τον παιδαγωγικό έρωτα, ήταν απλώς βλαπτική πορνεία ή και παρά φύσιν ασέλγεια (Πλάτ. Νόμοι 636c, 835c - 842a). Αντίθετα, η σεξουαλική επαφή εάν υπήρχε χωρίς συναίνεση και δια της βίας, αποτελούσε όνειδος για τον παιδαγωγικό αυτό έρωτα (όπως η περίπτωση του "αρπαγμού" στην Κρήτη[2]).

Είναι άξιο αναφοράς ότι αν ένας νεαρός ερώμενος διέπραττε κάτι ανάρμοστο, δε θα του ήταν τόσο οδυνηρό να τον έβλεπε ο πατέρας του, όσο ο εραστής του αφού στα μάτια του αγοριού εκπλήρωνε τη λειτουργία ενός προτύπου που ασφαλώς ήταν στενά συνδεδεμένο με το κοινωνικό γόητρο και την κοινωνική θέση. Άλλωστε, όταν παιζόταν μία θέση για την προτίμηση ενός όμορφου αγοριού με πολλούς θαυμαστές, ο συχνότερα κερδισμένος ήταν ο πιο ισχυρός κοινωνικά άνδρας.

Η σχέση που αναπτυσσόταν μεταξύ τους, κατέληγε σε μια ισόβια φιλία, αφού έπαυε η παιδεραστική σχέση, όταν ο έφηβος μεγάλωνε και γινόταν άνδρας. Ήταν δεδομένο ότι η σχέση αυτή ήταν πολύ ισχυρή και αυτό είχε μια επιπλέον ιστορική εφαρμογή με τον περίφημο Ιερό Λόχο των Θηβών, όπου στρατολογούνταν αποκλειστικά τέτοια ζευγάρια (Πλούτ. Πελοπ. 287, 6).

Το κοινωνικά αντιφατικό σε αυτού του είδους τις σχέσεις είναι ότι στις ημέρες μας έχει διαβληθεί η "παιδεραστία" με την αρχαία έννοια και θεωρείται ως ανήθικη πράξη η δια του πρωκτού γενετήσια επικοινωνία ενώ προκύπτει σαφώς από τα κείμενα ότι στην αρχαιότητα μια τέτοιου είδους σχέση μεταξύ εκπαιδευτή και εκπαιδευομένου ήταν καθόλα αποδεκτή. Εθεωρείτο ταπεινωτική για τον παθητικό συμμέτοχο στην περίπτωση που αυτή η πράξη δεν εντασσόταν στα πλαίσια μιας σχέσης εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενου και στόχο είχε αποκλειστικά τη σεξουαλική συνεύρεση. Ο Πλούταρχος διαχωρίζει τις δύο περιπτώσεις, αναφερόμενος στους "έρωτες της Θήβας και της Ήλιδας" (καθώς και η περίπτωση του λεγόμενου "αρπαγμού" στην Κρήτη) που είχαν μοναδικό σκοπό την σαρκική ηδονή ανάμεσα σε εραστή-ερωμένο και τους "έρωτες της Αθήνας και της Λακεδαίμονος" όπου ο εκπαιδευτής ήταν "συνολικά εραστής της ψυχής", πέραν της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης[2].

Αναφορές για τη σεξουαλική φύση της σχέσης εραστή-ερωμένου βρίσκουμε και σε άλλα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Πλούταρχου στο έργο του Ερωτικός όπου αναφέρει ότι "τα είδωλα των αγοριών μπορούν να εισέρχονται στο σώμα του εραστή τους ερεθίζοντας και παράγουν σπέρμα[1]", φράση που φανερώνει ότι σεξουαλική σχέση ήταν καθόλα αποδεχτή μεταξύ εραστή και ερωμένου αλλά μόνο στο πλαίσιο της εκπαίδευσης.

Οι «Νόμοι» του Σόλωνα , είναι αρκετά σαφείς για τις συνέπειες που έχει κάποιος Αθηναίος αν συνάψει ομοφυλοφιλική σχέση :

Αν τις Αθηναίος εταιρήση, μη έξεστω αυτώ των εννέα αρχόντων γενέσθαι, μηδέ ιερωσύνην ιερώσασθαι, μηδέ συνδικήσαι τω δήμω, μηδέ αρχήν αρχέτω μηδεμιάν, μήτε ενδημον, μήτε υπερόριον, μήτε κληρωτήν, μήτε χειροτονητήν, μηδέ επικυρήκειαν αποστελλέσθω, μηδέ γνώμην λεγέτω, μηδέ εις τα δημοτελή ιερά εισίτω, μηδέ εν ταις κοιναίς σταφονοφορίες σταφανούσθω, μηδέ εντός των της αγοράς περιρραντηριων πορευέσθω. Εάν δε ταύτα τις ποιή, καταγνωσθέντως αυτού εταιρείν, θανάτω ζημιούσθω.

"Δηλαδή, αν κάποιος Αθηναίος πολίτης συνάψει ερωτική σχέση με άλλον:

Δεν του επιτρέπεται να γίνει μέλος των 9 αρχόντων. Δεν του επιτρέπεται να εκλεγεί ιερέας. Δεν του επιτρέπεται να είναι συνήγορος του λαού. Δεν του επιτρέπεται να ασκήσει κάποια εξουσία, εντός η εκτός της χώρας, κληρωτή ή χειροτονητή. Δεν του επιτρέπεται να σταλεί ως κήρυκας πολέμου. Δεν του επιτρέπεται να εκθέσει τη γνώμη του. Δεν του επιτρέπεται να εισέλθει στους δημόσιους ναούς. Δεν του επιτρέπεται να στεφανωθεί στις δημόσιες στεφανοφορίες. Δεν του επιτρέπεται να παίρνει μέρος στους περιπάτους που γίνονται στην αγορά. Όποιος λοιπόν ενώ έχει καταδικαστεί ως ερωτικός σύντροφος άλλου, ενεργήσει αντίθετα τις διατάξεις του νόμου,τιμωρείται με θάνατο." (Σολωνος νομοι,άρθρο 332,εκδώσεις Θεσσαλονίκης μετάφραση:Χριστοδούλου )

Ιεροδουλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιερή πορνεία είναι ένα ιδιόμορφο φαινόμενο στην αρχαιότητα, σύμφωνα με το οποίο νεαρά κορίτσια και αγόρια, αφιερωμένα από τους γονείς τους ή τους κυρίους τους σε ναούς στην υπηρεσία κάποιας θεότητας, προσέφεραν σεξουαλικές υπηρεσίες στους επισκέπτες του ναού. Οι υπηρεσίες αυτές ποίκιλαν ως προς το ιδεολογικό τους υπόβαθρο. Σε κάποιες περιπτώσεις, νεαρές γυναίκες που ετοιμάζονταν να παντρευτούν εντάσσονταν στις ιερόδουλες κάποιου ναού, ώστε να μαζέψουν την προίκα τους, χωρίς αυτό να αποτελεί εμπόδιο για τους μέλλοντες συζύγους.

Άλλοτε, οι ιερόδουλοι μοιάζουν να αποτελούν ένα μόνιμο ιερό "κλήρο" του ναού, στον οποίο πηγαίνουν τα έσοδα από τα αφιερώματα των επισκεπτών που συνέρχονταν με τους ιερόδουλους ενώ υπάρχουν και φορές όπου οι κοπέλες ήταν υποχρεωμένες να τηρήσουν το τοπικό έθιμο και να έρθουν μία μόνο φορά σε επαφή με έναν άγνωστο άνδρα. Μετά την συνεύρεση μπορούσαν να αποχωρήσουν για το σπίτι τους και ήταν έτοιμες για γάμο.

Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε πως οι επισκέπτες πλησίαζαν την ιερόδουλο της αρεσκείας τους και αφού άφηναν τα χρήματα στα πόδια της, έλεγαν "Σε καλώ στο όνομα της θεάς" και εκείνη πλέον δεν μπορούσε να αρνηθεί σε κανένα τις υπηρεσίες της. Οι ιερόδουλες ήταν πόρνες, αλλά και ιέρειες, αφού τα δύο λειτουργήματα ήταν στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όπως οι υπόλοιπες ιέρειες του ελληνικού κόσμου, συμμετείχαν επίσημα σε όλες τις τελετές όπου η "ιερή" παρέμβαση τους θεωρείτο απαραίτητη. Σε αντίθεση με τις "λαϊκές" πόρνες, οι ιερόδουλες είχαν σημαντική θέση στην κοινωνία.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Πλούταρχος, Αρχαίοι συγγραφείς (01/01/1990). Ελένη Κεκροπούλου, επιμ. Ερωτικός. Αθηνα: Ενάλιος, σελ. 141. ISBN 960-536-049-7. http://fr.scribd.com/doc/75017493/%CE%95%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%A0%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CF%82. 
  2. 2,0 2,1 Πλούταρχος (2002). Περί παίδων αγωγής. 343 "οι Έλληνες". Αθήνα: Κάκτος, σελ. 80-83. ISBN 978-960-352-345-1. http://lyk-lechain.ilei.sch.gr/lyklec/stuff/ancient/plouto/pl004.pdf. 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Antony Andrewes, Αρχαία Ελληνική Κοινωνία, ΜΙΕΤ
  • Arnaldo Biscardi, Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο, Παπαδήμας
  • Carola Reinsberg, Γάμος, Εταίρες και Παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας
  • Catherine Salles, Η Άλλη Όψη της Αρχαιότητας, Παπαδήμας
  • Christopher Faraone, Αρχαία Ελληνική Ερωτική Μαγεία, Παπαδήμας
  • Claude Mosse, Η Γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, Παπαδήμας
  • Nilsson Μ.P., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Παπαδήμας
  • Robert Flaceliere, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, Παπαδήμας

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]