Πασσαρώνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Αρχαία Πασσαρών)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Πασσαρώνα
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Ελλάδα
O Θεμιστοκλής ζητά άσυλο στην αυλή του Αδμήτου, στην Αρχαία Πασσαρώνα. Ελαιογραφία του Πιερ Ζοζέφ Φρανσουά (1759-1851), Μουσείο του Λούβρου

Η Αρχαία Πασσαρών (Πασσαρώνα) είναι αρχαία πόλη της Ηπείρου, αρχική έδρα του Βασιλείου των Μολοσσών. Ιδρύθηκε από το βασιλιά των Μολοσσών Θαρύπα το έτος 420 π.Χ. - 400 π.Χ. ως πρωτεύουσα του Βασιλείου.[1][2] Γεωγραφικά βρίσκεται στο Νομό Ιωαννίνων, στο Δήμο Ζίτσας, στην κοινότητα Μεγάλο Γαρδίκι, λόφος "Εικονίσματα", ύψωμα 761.

Θέση της Πασσαρώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την ασφαλή ταύτιση της ακρόπολης στο λόφο «Καστρί» του Γαρδικίου με την αρχαία Πασσαρώνα, οι φιλολογικές μαρτυρίες δεν είναι επαρκείς και τα ανασκαφικά δεδομένα παραμένουν πενιχρά.[2] Ετσι επικρατούν σήμερα δύο απόψεις γιά την θέση της Αρχαίας Πασσαρώνος. Όμως η διχογνωμία αυτή είναι άσκοπη, διότι η ακρόπολη του Γαρδικίου και ο Ναός του Αρείου Διός απέχουν περίπου 3,5 χιλιόμετρα. Η ακρόπολη όμως βρίσκεται σε κορυφή λόφου (στρατηγική θέση), ενώ αντίθετα, ο ναός του Αρείου Διός βρίσκεται κάτω "στον κάμπο", δίπλα στη σημερινή Βιομηχανική ζώνη Ιωαννίνων. Τίποτα δίπλα του δεν αποτελεί ένδειξη αρχαίας πόλης. Είναι εύλογο η Ακρόπολη Γαρδικίου να είναι η Αρχαία Πασσαρώνα, και ο Ναός του Διός που απέχει 3,5 χλμ. να ανήκει σε αυτήν, και να κτίσθηκε εκεί απλώς ώστε να προσδοθεί αίγλη και εύκολη πρόσβαση:

  • Πρώτη άποψη: Οι αρχαιολογικές έρευνες συγκλίνουν σήμερα στην άποψη ότι τα ερείπια της Αρχαίας Πασσαρώνος βρίσκονται μάλλον στο λόφο Καστρί Γαρδικίου, ύψωμα 761 μ., σε απόσταση 13 χλμ. από τα Ιωάννινα, ΔΔ Πασσαρώνος, στΟ σημερινό Δήμο Ζίτσας του Ν.Ιωαννίνων. Όμως, αν εξαιρεθούν οι υποτυπώδεις ανασκαφές του Δημήτριου Ευαγγελίδη στις αρχές του 20ού αιώνα, και κάποιες της ΙΒ΄ Εφορείας Ιωαννίνων, δεν έχουν γίνει σύγχρονες εκτεταμένες ανασκαφές στην Πασσαρώνα. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις (π.χ. πινακίδες, νομίσματα, κινητά ευρήματα, κείμενα σε πλάκες) ότι ο προαναφερόμενος λόφος (Καστρί Γαρδικίου) ταυτίζεται 100% με την πρωτεύουσα των Μολοσσών Πασσαρώνα.
  • Κατά δεύτερη άποψη, σύμφωνα με άλλες επιστημονικές μελέτες αλλά και αρχαιολογικά ευρήματα που προήλθαν από την περιοχή πέριξ του Ναού του Αρείου Διός στο Ροδοτόπι Ιωαννίνων - του ΔΔ Πασσαρώνος, στο Δήμο Ζίτσας - και στεγάζονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων (γλυπτά, νομίσματα, κίονας, μαρμάρινη επιγραφή, ακέφαλος ανδριάντας κτλ), υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες η Αρχαία Πασσαρώνα να ταυτίζεται με την εν λόγω περιοχή στο Ροδοτόπι (του πρώην Δήμου Πασαρώνος).[3] Το Ροδοτόπι Ιωαννίνων ανήκει στο Δήμο Ζίτσας επίσης και βρίσκεται 10 χλμ βορειοδυτικά των Ιωαννίνων. Ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 1.107 κατοίκους (απογραφή 2011). Είναι από τα αρχαιότερα χωριά της περιοχής, καθώς το όνομά του είναι καταγεγραμμένο από το 1319 σε χρυσόβουλο του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β΄. Στην περιοχή του υπάρχουν τα ερείπια του αρχαίου ναού του Ολυμπίου Διός που συνδέονται με την Αρχαία Πασσαρώνα, την πρωτεύουσα των Μολοσσών. Στο κέντρο του χωριού υπάρχει η εκκλησία Αγία Τριάδα (15ος αι.) και λαογραφικό μουσείο.

Ιστορία της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πασσαρών, όπως αναφέρθηκε, ιδρύθηκε από το βασιλιά των Μολοσσών Θαρύπα το έτος 420 π.Χ. - 400 π.Χ. ως πρωτεύουσα του Βασιλείου. Ο Θαρύπας συγκέντρωσε πληθυσμό, οργάνωσε την πόλη και την περιτείχισε ενώ διοικούσε με ένα «Συμβούλιο Ευγενών», ένα καθεστώς βασιλευόμενης ολιγαρχίας. Αργότερα, μετά το θάνατο του βασιλιά Νεοπτόλεμου Β΄, φαίνεται ότι η έδρα των Μολοσσών μεταφέρθηκε επί βασιλείας του ΑρρύβαΑρύββα) στο Αρχαίο Όρραον (σήμερα Ν.Πρέβεζας) και στην Αρχαία Αμβρακία (σήμερα Άρτα), ενώ η Πασσαρών συνέχισε να κατοικείται.[1]

Η Πασσαρών τελικά καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ., γιατί αντιστάθηκε. O Αιμίλιος Παύλος λεηλάτησε την πόλη, γκρέμισε τα τείχη και πυρπόλησε το Ναό του Αρείου Διός, το φθινόπωρο του 167 π.Χ. Σήμερα σώζεται ερειπωμένο πολυγωνικό τείχος στην κορυφή του λόφου Γαρδικίου (στα σημερινά "εικονίσματα") μαζί με τουρκικές οχυρώσεις του 1912 - 1913, ενώ κοντά στο Ροδοτόπι σώζεται ο Ναός του Αρείου Δία, το ιερό κέντρο όπου γινόταν οι συνελεύσεις των Μολοσσών.[4] Τα στοιχεία που έχουμε από γραπτές πηγές της Ελληνικής και Λατινικής γραμματείας μας δίνουν τα εξής στοιχεία:

  • Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς [5] η Πασσαρών ήταν πρωτεύουσα του κράτους των Μολοσσών και έδρα του βασιλικού οίκου των Αιακιδών.
  • Στην Πασσαρώνα πρέπει να κατέφυγε στα 465 π.Χ. ο νικητής της ναυμαχίας της Σαλαμίνας Θεμιστοκλής, καταδικασμένος σε θάνατο από τους Αθηναίους, αναζητώντας καταφύγιο στο βασιλιά Άδμητο ο οποίος αποδέχθηκε το αίτημα ασύλου, σεβάστηκε τον ικέτη, γιατί μέγιστον ην ικέτευμα τούτο [6], δεν τον παρέδωσε στους απεσταλμένους Αθηναίους και Λακεδαιμονίους και τον φυγάδευσε διά ξηράς στις μακεδονικές ακτές, απ’ όπου διά θαλάσσης έφθασε στην Ασία. Η σκηνή με το Θεμιστοκλή να ικετεύει άσυλο στην αυλή του Αδμήτου είναι θέμα δύο διάσημων πινάκων ζωγραφικής. Ο πρώτος είναι του Γάλλου Πιερ Ζοζέφ Φρανσουά (1759-1851), στο Μουσείο του Λούβρου. Ο δεύτερος είναι του Σλοβένου ζωγράφου Φραντς Κάβτσιτς, με τίτλο "Temistokles išče zatočišče pri kralju Admetu" και βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη της Λιουμπλιάνας.
  • Επίσης είναι πιθανό στην Πασσαρώνα να δίδαξε ο Ευριπίδης την Ανδρομάχη (ύμνος προς τους Μολοσσούς) στην πρώτη δεκαετία του Πελοποννησιακού πολέμου, όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τα σχόλια του στίχου 445 [7].
  • Στην Πασσαρώνα γεννήθηκε η Μυρτάλη - Ολυμπιάδα, μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ο ονομαστός βασιλιάς Πύρρος.[1],[2]

Ο Αρχαιολογικός Χώρος στο Καστρί Γαρδικίου, Δήμου Ζίτσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λόφο «Καστρί» (υψ.761 μ.), στην περιοχή του χωριού Μεγάλο Γαρδίκι του ΔΔ Πασσαρώνας, στον σημερινό Δήμο Ζίτσας, 10-11 Km ΒΔ των Ιωαννίνων, σώζονται κατάλοιπα οχυρωμένης αρχαίας πόλης, ενώ στις παρυφές του λόφου, 2 χλμ. βόρεια της ακρόπολης, σώζονται λείψανα αρχαίου ναού. Στην περιοχή έχουν γίνει περιορισμένες συστηματικές ανασκαφές και επιφανειακές έρευνες από τον Δ. Ευαγγελίδη με συνεργάτη τον Σωτήριο Δάκαρη υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Μικρής έκτασης διερευνητική ανασκαφική έρευνα διενεργήθηκε επίσης από τη ΙΒ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηπείρου.

Η θέση είναι οχυρή με εξέχουσα στρατηγική σημασία, καθώς δεσπόζει και ελέγχει το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, τη φυσική δίοδο προς την κοιλάδα του άνω ρου του ποταμού Καλαμά αλλά και τα ορεινά περάσματα προς βορρά. Το ισχυρό τείχος ακολουθεί τη φυσική διαμόρφωση του εδάφους και περιβάλλει την επίπεδη κορυφή του κωνικού λόφου (διαστ. 260Χ150 μ.). Έχει μήκος 800 μ., πλάτος που κυμαίνεται από 3,20 μ. στη νότια πλευρά έως 3,60 μ. στις υπόλοιπες, και σώζεται καλύτερα στο ανατολικό και νότιο τμήμα του.[2]

Το νότιο, δυτικό και βόρειο σκέλος του τείχους σχηματίζουν μία καμπύλη (οφιοειδή στα βόρεια) γραμμή με ορθογώνιους πύργους και γωνιώδεις θλάσεις κατά διαστήματα, που διακόπτεται από δύο έως τέσσερα ανοίγματα-πυλίδες. Οι πύργοι έχουν πλάτος 6-7 μ., προέχουν κατά 4.20-6.00 μ. και φέρουν λαξευτή ταινία στις δύο ελεύθερες γωνίες. Το πιο βατό σημείο της θέσης, όπου καταλήγει ο τουρκικός δρόμος, είναι στη βόρεια πλευρά, όπου διακρίνονται μόνον ίχνη από το τείχος. Στη δυτική πλευρά διασώζονται δύο μικρές πυλίδες, η μία στη βορειοδυτική γωνία με πύργο στη μία της πλευρά, πλάτους 1,60 μ., και μία νοτιότερα. Το ανατολικό σκέλος του τείχους, που σε ορισμένα τμήματα σώζεται σε ύψος έως 3 μ., είναι αρτιότερα οχυρωμένο με πυκνότερους πύργους και θλάσεις καθώς στο τμήμα αυτό το ύψωμα παρουσιάζει ηπιότερες κλίσεις. Συγχρόνως εδώ βρίσκεται η κύρια πύλη της ακρόπολης που προστατεύεται από έναν ισχυρό πύργο ενισχυμένο στο εσωτερικό με δύο ζεύγματα σε σχήμα σταυρού. Στην πλευρά του πύργου προς την είσοδο διατηρείται ένα μεγάλο ορθογώνιο άνοιγμα για την ασφάλιση της πύλης με τη βοήθεια δοκαριού.

Λίγα μέτρα δυτικά της πύλης διασώζεται μία θλάση και ένας άλλος πύργος. Μία άλλη πιθανή πύλη υπήρχε στη νοτιοανατολική γωνία του περιβόλου. Στην οικοδόμηση του τείχους έχει χρησιμοποιηθεί κατά κύριο λόγο το πολυγωνικό σύστημα τοιχοδομίας με λίθους κατά κανόνα ανισόπλευρους τετράπλευρους, ενώ δεν λείπει και το ακανόνιστο ισοδομικό. Μερικές φορές στη βάση του τείχους είναι τοποθετημένοι ορθογώνιοι λίθοι σαν ορθοστάτες. Το εσωτερικό είναι γεμισμένο με απελέκητους μικρούς και μεγάλους λίθους και ενισχυμένο με εγκάρσια ζεύγματα κατά αποστάσεις 2,50-5,00 μ. Νεότερες επισκευές από ασβέστη δεν παρατηρούνται. Η χρήση δύο διαφορετικών συστημάτων τοιχοδομίας δεν πρέπει να οφείλεται σε διαφορετικές οικοδομικές φάσεις, αλλά στο διαθέσιμο υλικό και στη διάθεση για διακόσμηση κυρίως στην ανατολική, βατή πλευρά. Η ορατή πλευρά των λίθων παρουσιάζει το μόνιμο χαρακτηριστικό των τειχών της Ηπείρου, δηλ. κύρτωση, που αυξάνει βαθμιαία προς το κέντρο και προκαλεί εντύπωση ποικιλίας, ευρωστίας και αδρότητας.

Η μορφολογία του τείχους είναι κοινή στο συντηρητικό πολιτισμό της Ηπείρου και δεν επιτρέπει ασφαλή χρονολόγηση της ακρόπολης, χρονολόγηση η οποία μπορεί να καθορισθεί με άλλα κριτήρια. Στο εσωτερικό του τείχους διακρίνονται ίχνη αρχαιότερου οχυρωματικού περιβόλου ακρόπολης η οποία είχε εμβαδόν 36,5 στρέμματα. Έχουν διαπιστωθεί επίσης σποραδικά ίχνη αρχαίων κτηρίων και τέσσερεις δεξαμενές για τη συγκέντρωση νερού απαραίτητου σε καιρό πολιορκίας. Από αυτές μία τετράγωνη δεξαμενή, αν και δείχνει πως κατασκευάστηκε από τους Τούρκους, έχει χαμηλότερα αρχαίους τοίχους, ίσως ρωμαϊκών χρόνων. Από τις δύο κυκλικές δεξαμενές μία είναι αμφιβόλου εποχής, ενώ η άλλη θεωρείται αρχαία λόγω της κατασκευής από λίθους μετρίου μεγέθους άλλοτε με ισοδομικό και άλλοτε με πολυγωνικό τρόπο χωρίς χρήση ασβέστου για συνδετική ύλη. Εξωτερικά, γύρω από το στόμιό της, διαγράφονται ίχνη τοίχων, που θα αποτελούσαν το προστομιαίο ή την περίφραξή της. Σε μία άλλη ακόμη δεξαμενή έχει διαπιστωθεί εσωτερικά παχύ επίχρισμα ασβεστοκονιάματος. Στο εσωτερικό του τείχους συναντώνται επίσης κτήρια και εκτεταμένες οχυρώσεις της περιόδου των Βαλκανικών πολέμων (1912-1913), όταν κατασκευάστηκαν με σκυροκονίαμα ισχυρά οχυρωματικά έργα από το στρατηγό φον Γκόλετς και τον αρχηγό του οθωμανικού πυροβολικού Βεχήπ Βέη. Η θεμελίωση των πολυβολείων είχε διαταράξει τις αρχαίες επιχώσεις.

Ωστόσο, κατά την ανασκαφική έρευνα της ΙΒ΄ Εφορείας Αρχαιοτήτων βρέθηκαν τμήματα οικιών που χρονολογούνται στους ελληνιστικούς χρόνους. Συγκεκριμένα, στο κέντρο περίπου της ακρόπολης αποκαλύφθηκε τμήμα ενός κτηρίου (κτήριο Α), μάλλον οικίας, που διατηρείται στο επίπεδο της θεμελίωσης από ακανόνιστες λιθοπλίνθους, με χρηστική κεραμική, νομίσματα και εργαλεία του 3ου έως α΄ μισό 2ου αι. π.Χ., καθώς και θραύσματα ενσφράγιστων κεράμων κορινθιακού και λακωνικού τύπου. Τα κινητά ευρήματα είναι ενδεικτικά για τη χρονολόγηση χρήσης και εγκατάλειψης του κτηρίου το οποίο φαίνεται ότι καταστράφηκε γύρω στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. Βρέθηκαν επίσης οι περιμετρικοί τοίχοι ενός ορθογώνιου κτηρίου (κτήριο Β ) (διαστ. 35 x 17 μ.) στο βορειοδυτικό τμήμα του οποίου εντοπίσθηκαν πέντε εσωτερικοί χώροι.

Η τοιχοδομία του κτηρίου, που εδράζεται πάνω στο φυσικό βράχο, είναι κατασκευασμένη από ανισομεγέθεις λιθοπλίνθους. Το κτήριο έχει δύο οικοδομικές φάσεις, όπως υποδεικνύουν τα κινητά ευρήματα, μεταξύ των οποίων ενσφράγιστα θραύσματα κεράμων στέγης, νομίσματα και σιδερένια εργαλεία. Η α΄ οικοδομική φάση τοποθετείται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. έως τον 1ο αι. μ.Χ., ενώ συναντώνται και ίχνη μεταγενέστερης χρήσης του χώρου (κιβωτιόσχημοι τάφοι μεσαιωνικών χρόνων με πέντε ταφές). Η περίμετρος του κτηρίου Β, τμήματα του οποίου ανασκάφηκαν, ορίζει ένα οικοδομικό τετράγωνο της αρχαίας ακρόπολης, στο οποίο περιλαμβάνονται μία ή δύο οικίες. Η καταστροφή του κτηρίου, όπως και όλης της ακρόπολης, συνδέεται με τη καταστροφή της Ηπείρου το 167 π.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, τα οποία με απόφαση της ρωμαϊκής Συγκλήτου κατέστρεψαν 70 πόλεις, τις περισσότερες μολοσσικές, και οδήγησαν ως δούλους στην Ιταλία 150.000 νέους και νέες για να κοσμήσουν το θρίαμβο του Αιμιλίου Παύλου [8],[9][10],[11].

Στους χρόνους του Οκταβιανού τοποθετείται η επαναχρησιμοποίηση του χώρου, πιθανόν ως έδρα τοπικού διοικητή. Οι μεσαιωνικές ταφές, που αποκαλύφθηκαν ανάμεσα στα αρχαία ερείπια και τα μεταγενέστερα επί τουρκοκρατίας οχυρωματικά έργα, είναι ενδεικτικές για τη διαχρονική εγκατάσταση στο χώρο και τη μεγάλη στρατηγική σημασία της θέσης. Εμπρός από τη βόρεια πύλη του τείχους, στη φυσική κλίση της πλαγιάς, έχουν διαπιστωθεί από τον Σ. Δάκαρη κατάλοιπα διαμόρφωσης κοίλου ιδιότυπου θεάτρου, διαμέτρου περίπου 50 μ., που πιθανόν έφερε ξύλινα ικριώματα. Δεν αποκλείεται επίσης η ύπαρξη αγοράς στο εσωτερικό της ακρόπολης και γυμνασίου, όπως υποδεικνύει αναθηματική επιγραφή, στην οποία αναφέρεται κάποιος Αντιγονεύς αγωνοθέτης.[2]

Πύρρος Α΄ και Πασσαρώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την Πασσαρώνα συνδέεται άμεσα και ο βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου (Πλούτ. Πύρρος 5), όχι μόνο στο πλαίσιο της ευρύτερης αμυντικής του πολιτικής αλλά επειδή επρόκειτο για το κέντρο των γενεαλογικών παραδόσεων των Μολοσσών και την έδρα της μολοσσικής εξουσίας, όπου παρέμειναν βασιλιάς και άρχοντες. Ωστόσο, το 295 π.Χ, ο Πύρρος, παρά τη στενή σύνδεσή του με την αρχέγονη πρωτεύουσα των Μολοσσών και τον κατ’ εξοχήν σεβαστό θεό, τον Άρειο Δία, δεν δίστασε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από την Πασσαρώνα στην Αμβρακία για να εξυπηρετήσει το πολιτικό και ιδεολογικό του πρόγραμμα και να διατηρήσει την ισχυρή του θέση μεταξύ των άλλων βασιλέων στο πλαίσιο των γενικότερων πολιτικών του επιδιώξεων (Στράβων VII. 7. 6.).

Ωστόσο η Πασσαρών και το Ιερό του Αρείου Διός πρέπει να παρέμειναν το κέντρο των συνελεύσεων του Κοινού των Μολοσσών, σύμφωνα με τη ρητή βεβαίωση του Πλουτάρχου (Πύρρος 5): ειώθησαν οι βασιλείς εν Πασσαρώνι...ορκωμοτείν. Ο Σ. Δάκαρης έχει ταυτίσει την αρχαία Πασσαρώνα με την ακρόπολη του Γαρδικίου με βάση τις παραπάνω φιλολογικές μαρτυρίες και τους παρακάτω ιστορικούς και τοπογραφικούς συσχετισμούς: Στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, νοτιoανατολικά και βορειοδυτικά της λίμνης Παμβώτιδας, διασώζονται δύο σημαντικές ακροπόλεις με ισχυρά τείχη, η ακρόπολη της Καστρίτσας και η ακρόπολη του Γαρδικίου, όπου πιθανόν υπήρχε κάποιος πυρήνας προϊστορικής ζωής. Εξάλλου, κατά μία άποψη, το τοπωνύμιο Πασσαρών υποδηλώνει λιμναίο οικισμό και πιθανόν συνδέει την προϊστορική εγκατάσταση στην περιοχή με τους πρώτους Μολοσσούς της λεκάνης των Ιωαννίνων, οι οποίοι κατά τον Σ. Δάκαρη προέρχονται από τη Δυτική Μακεδονία, πιθανόν από την περιοχή της Καστοριάς, όπου έχουν διαπιστωθεί λιμναίοι οικισμοί.[1],[2]

Εκσυγχρονισμός του Βασιλείου των Μολοσσών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τους ιστορικούς χρόνους, όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Σκύλαξ (Περίπλους 28), που έγραψε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. επιτομή παλαιότερου περίπλου, οι Μολοσσοί, όπως και οι Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι, κατοικούσαν κατά κώμας. Η κατάσταση αυτή άλλαξε στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., την περίοδο της βασιλείας του Θαρύπα (420-400 π.Χ.), για τον οποίο ο Πλούταρχος (Πύρρος Ι. 3 ) αναφέρει: ελληνικοίς έθεσι και γράμμασι και νόμοις φιλανθρώποις διακοσμήσαντα τας πόλεις ονομαστόν γενέσθαι.

Επί Θαρύπα και επί του διαδόχου του Αλκέτα Α΄ (385-370 π.Χ.) οι αλλαγές στην Ήπειρο είναι ριζικές. Ευθύς μόλις ο Θαρύπας ανέρχεται στο θρόνο συνάπτει συμμαχία με τους Αθηναίους, οι οποίοι τον είχαν περιθάλψει όταν κατέφυγε εξόριστος στην Αθήνα (Θουκυδίδης 2.80.6). Δημιουργείται ο πρώτος πολιτικός συνασπισμός των Ηπειρωτικών φύλων, το Κοινόν των Μολοσσών, κόβονται τα πρώτα Ηπειρωτικά νομίσματα, εκσυγχρονίζεται η διοίκηση με τη θέσπιση Βουλής και ετήσιων αρχόντων, ψηφίζονται δημοκρατικοί νόμοι και εισάγεται το αττικό αλφάβητο (Just. 17. 3. 12). Γι΄ αυτό δίκαια οι Μολοσσοί θεωρούσαν τον Θαρύπα σταθμό στην ιστορία τους και με βάση αυτόν χρονολογούσαν τα ιστορικά γεγονότα (Παυσανίας 1.11.1).

Προϋπόθεση όμως των παραπάνω μεταρρυθμίσεων είναι ο συνοικισμός των κωμών σε πόλεις, οι οποίες συγκροτούνται στις περιοχές που κατοικούσαν τα μεγάλα φύλα, και επομένως η αστικοποίηση του γεωργικού και κτηνοτροφικού πληθυσμού. Τα ευρήματα των πόλεων που δημιουργήθηκαν, υποδηλώνουν υψηλό και ανεπτυγμένο κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο.[1],[2].

Τεκμηρίωση ταύτισης θέσης Πασσαρώνος από τον Σωτήριο Δάκαρη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τα παραπάνω, ο Σ. Δάκαρης θεωρεί ότι οι κώμες του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. συνοικίσθηκαν στο λόφο της Καστρίτσας και στην επίπεδη κορυφή του λόφου στο Μ. Γαρδίκι. Το πολυγωνικό τείχος της αρχαιότερης ακρόπολης, που έχει διαπιστωθεί στο Γαρδίκι, συνδέεται με αυτόν τον πρώτο συνοικισμό. Την άποψη αυτή ενισχύουν η μορφολογία των τειχών και κυρίως οι ιστορικοί συσχετισμοί, σύμφωνα με τους οποίους και οι δύο ακροπόλεις ανήκαν στην ίδια εξουσία, εξυπηρετούσαν τα ίδια πολιτικά και κοινωνικά σχέδια και κυρίως προστάτευαν το λεκανοπέδιο των Μολοσσών από Β και Ν.

Κατά τον Σ. Δάκαρη, το κέντρο της Μολοσσίας αποτελεί το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, το οποίο από την αυγή του προϊστορικού πολιτισμού της Ηπείρου και έως σήμερα παραμένει το σημαντικότερο τμήμα της, η σπονδυλική της στήλη, επομένως η παλαιά πρωτεύουσα των Μολοσσών, η Πασσαρών, για στρατηγικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους πρέπει να βρισκόταν στο λεκανοπέδιο. Την άποψη αυτή ενισχύουν οι πληροφορίες του Λιβίου (XLV, 26), σύμφωνα με τις οποίες ο Ρωμαίος Λούκιος Ανίκιος Γάλλος το 167 π.Χ., αφού άφησε στρατό στην Ιλλυρία, βάδισε με το υπόλοιπο στράτευμα κατά της Ηπείρου και εισήλθε στη Μολοσσίδα "cuius omnibus oppidis, praeter Passaronem et Tecmonem et Phylaceum et Horreum, receptis, primum ad Passaronem ducit".

Συνεπώς η Πασσαρών για τον στρατό που κατέβαινε από βορρά βρισκόταν πρώτη στο δρόμο του, βορειότερα της Τέκμωνος. Εξάλλου η περιοχή θα έπρεπε να είναι κατάλληλη για τη διαχείμαση πολυάριθμου στρατού και τη διατροφή των υποζυγίων του στρατεύματος. Επομένως η ακρόπολη του Γαρδικίου, παρά την έλλειψη ακριβέστερων μαρτυριών, διεκδικεί κατά τον Σ. Δάκαρη "ασφαλώς τη θέση της Πασσαρώνος". Παράλληλα η ακρόπολη στην Καστρίτσα ταυτίζεται με την αρχαία Τέκμωνα, καθώς βρίσκεται νοτιότερα από την Πασσαρώνα, η έκτασή της δικαιολογεί την αντίσταση που αντιμετώπισε ο στρατός του Ανικίου ύστερα από την κατάληψη της Πασσαρώνος και τέλος η μέχρι θεμελίων καταστροφή των τειχών της μαρτυρεί τη μανία του στρατηγού Ανικίου για την πεισματική αντίσταση των κατοίκων της.[1],[2]

Ο Ναός του Αρείου Διός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αρχαίος ναός, που βρίσκεται στο Ροδοτόπι Ιωαννίνων, στους πρόποδες του λόφου Γαρδίκι, ταυτίζεται με το ναό του Άρειου Δία της αρχαίας Πασσαρώνας, πρωτεύουσας των Μολοσσών, η τειχισμένη ακρόπολη της οποίας σώζεται στην κορυφή του λόφου. Ο ναός οικοδομήθηκε γύρω στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Το 167 π.Χ. πυρπολήθηκε από τον Αιμίλιο Παύλο, τον κατακτητή της Μακεδονίας, αλλά επισκευάσθηκε και εξακολούθησε να λειτουργεί, όπως υποδεικνύουν λίθινα κιονόκρανα ρωμαϊκών χρόνων και ένας ρωμαϊκός ανδριάντας. Είναι άγνωστο πότε εγκαταλείφθηκε οριστικά, ωστόσο την εγκατάλειψή του αποδεικνύει η χρησιμοποίηση του χώρου για ταφές ήδη από την αρχαιότητα.

Είναι πολύ πιθανό ότι ο ναός αυτός αποτελούσε το επίσημο ιερό των Μολοσσών, όπου λατρευόταν ο θεός του πολέμου, ο Άρειος Ζευς, κυρίαρχος θεός των Δωριέων κατοίκων της Ηπείρου. Την άποψη αυτή ενισχύουν η ανάθεση των ψηφισμάτων ξένων πόλεων στο χώρο του ιερού, καθώς και η τιμητική διάκριση ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα, που αφιέρωσε τον ανδριάντα του. Ο ναός ήταν ιωνικού ρυθμού, περίπτερος, με πρόναο και σηκό, και είχε διαστάσεις 19,30 x 11 μ. Από το μνημείο σώζεται μόνο η κρηπίδα και τμήμα της ευθυντηρίας, ενώ στον περιβάλλοντα χώρο βρέθηκαν διάσπαρτοι σπόνδυλοι των ιωνικών κιόνων. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα του μνημείου, το πτερό διέθετε 6 x 11 κίονες, ενώ η διαμόρφωση του προδόμου δείχνει ότι ο ναός πρέπει να ήταν πρόστυλος με τέσσερις κίονες. Τη θέση του μνημείου επισήμανε πρώτος το 1914 ο τότε επιμελητής αρχαιοτήτων Δημήτριος Ευαγγελίδης, ο οποίος κατά το 1935 επιχείρησε δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα. Ωστόσο, ο ναός ανασκάφηκε συστηματικά το 1952 από τον Καθηγητή Σωτήριο Δάκαρη.[12],[13]

Την ταύτιση των καταλοίπων στο λόφο "Καστρί" με την αρχαία Πασσαρώνα ενισχύουν τα ερείπια του αρχαίου ναού του Αρείου Διός, που είχαν αποκαλυφθεί από τον Δ. Ευαγγελίδη με συνεργάτη τον Σ. Δάκαρη βόρεια της ακρόπολης, στις παρυφές του λόφου στο Μ. Γαρδίκι. Πρόκειται για ναό με πτερό, μοναδικό περίπτερο ναό στην κεντρική Ήπειρο, διαστ. 19,30 x 11 μ., με πρόδομο και σηκό. Από το ναό, που είναι κατασκευασμένος από ασβεστόλιθο, έχει σωθεί η ευθυντηρία της βορειοανατολικής μακράς πλευράς ενώ λείπουν οι περισσότεροι λίθοι των άλλων πλευρών. Πλάκες με χρώμα ρόδινο, κυανό και λευκό, που έχουν βρεθεί, προέρχονται από την πλακόστρωση του προδόμου, ενώ στους γύρω αγρούς βρέθηκαν διασκορπισμένα αρκετά κομμάτια σφονδύλων κιόνων, άλλα από μάρμαρο και άλλα από ασβεστόλιθο. Οι σφόνδυλοι αυτοί πρέπει να προέρχονται από τους κίονες του ναού, ο οποίος πιθανόν θα είχε περίσταση με 6 x 11 κίονες, ενώ η διαμόρφωση του προδόμου υποδεικνύει πρόσταση με 4 κίονες.

Από την ανωδομή του ναού σώθηκαν πολύ λίγα λείψανα, ενώ δύο ιωνικά ασβεστολιθικά κιονόκρανα, που βρέθηκαν, ανήκουν στους ρωμαϊκούς χρόνους. Μορφολογικά στοιχεία του ναού, όπως επίκρανο παραστάδας και του πρώτου αναβαθμού του στυλοβάτη, υποδεικνύουν κατά τους ανασκαφείς χρονολόγηση στα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Λεπτό στρώμα ασβέστου, που περιτρέχει το ναό, συνδέεται πιθανόν με την καταστροφή του από πυρκαϊά ή πυρπόληση, ίσως από τα στρατεύματα του Αιμιλίου Παύλου το 167 π.Χ. Εμπρός από το ναό διασώζονται λείψανα πλακόστρωσης εντός της οποίας ιδιαίτερη πλακόστρωση και αναθυρώσεις υποδεικνύουν κτίσμα (διαστ. 3 x 4,20 μ.) και πιθανόν βωμό με πρόθυση. Στη νότια πλευρά της πλακόστρωσης σώζεται θεμέλιο που χρησίμευε πιθανόν ως υπόβαθρο βάσης κάποιου μνημείου (διαστ. 4 x 3,40 μ.), ίσως του ακέφαλου ανδριάντα ρωμαίου αυτοκράτορα που βρέθηκε εκεί. Στη βόρεια πλευρά του ναού αποκαλύφθηκε ταφικός περίβολος πρόχειρα κτισμένος με ανώμαλους λίθους και εντοιχισμένα αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση.

Μέσα στον ταφικό περίβολο βρέθηκαν δύο συλημένοι κιβωτιόσχημοι τάφοι χωρίς καλυπτήριες πλάκες. Από την περιοχή του ναού προέρχονται λίγα προϊστορικά όστρακα, νομίσματα, αποτμήματα από χάλκινα αγάλματα, αγνύθες κ.λ.π., καθώς και λείψανα βάθρων στη βορειοανατολική πλευρά του ναού και δύο ενδιαφέρουσες επιγραφές. Από αυτές στη μία, που χρονολογείται στα τέλη του 3ου αι. π.Χ., διασώζεται ψήφισμα του "Κοινού των Ατεράργων" το οποίο αναφέρεται στην ανανέωση φιλίας και προξενίας που είχε συναφθεί παλαιότερα μεταξύ Ατεράργων και Περγαμίων. Στην άλλη αναθηματική επιγραφή των αρχών του 2ου αι. π.Χ. γίνεται μνεία του "Κοινού των Ηπειρωτών", επί προστάτου Νικάνορος Κασσωπαίου.

Η ύπαρξη αφιερωμάτων κοντά στο ναό, όπως ο ρωμαϊκός ανδριάντας, πιθανόν του αυτοκράτορα Αδριανού που επισκέφθηκε τη Δωδώνη το 132 μ.Χ., και τα αναθηματικά βάθρα δείχνουν ότι το Ιερό απολάμβανε ιδιαίτερου σεβασμού και από αυτούς ακόμη τους Ρωμαίους. Εξάλλου το περιεχόμενο των επιγραφών, που έχουν βρεθεί, δημιουργεί την εντύπωση ότι στο Ιερό αυτό ή γενικά στην περιοχή του Ιερού είχαν κατατεθεί και φυλάσσονταν, σαν σε επίσημα αρχεία του κράτους, τα δημόσια ψηφίσματα. Τέτοιο όμως Ιερό μέσα στο κέντρο της μολοσσικής γης ήταν το Ιερό του Αρείου Διός ο οποίος λατρευόταν στην Πασσαρώνα. Στο Ιερό αυτό συγκεντρώνονταν ο βασιλιάς, οι άρχοντες και ο λαός των Μολοσσών την άνοιξη, όταν ο περισσότερος πληθυσμός, ο οποίος ήταν κτηνοτροφικός, μετακινούνταν με τα κοπάδια από τα πεδινά προς τα δροσερά βοσκοτόπια της Πίνδου. Η συγκέντρωση αυτή, κατά την οποία δινόταν εκ μέρους του βασιλιά και των υπηκόων του αμοιβαίες ένορκες υποσχέσεις ενώπιον του Αρείου Διός, είχε σκοπό να κατοχυρώσει τις πολιτικές σχέσεις του ηγεμόνα με τους υπηκόους του καθώς και τα αμοιβαία δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Τεκμήριο για τα παραπάνω θεωρεί ο Σ. Δάκαρης το περιεχόμενο ενός σημαντικού ενεπίγραφου μαρμάρινου αναγλύφου το οποίο βρέθηκε σε ένα σπίτι στο κάστρο των Ιωαννίνων και μεταφέρθηκε στο μουσείο από τον Φ. Πέτσα (αρ. ευρ. 27), αλλά προέρχεται από την περιοχή του Γαρδικίου.

Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο η παράσταση περιλαμβάνει τμήμα ενός άρματος, στο οποίο επιβαίνει μία ανδρική μορφή με γυμνό κορμί, ενώ διακρίνεται τμήμα της χλαμύδας που ανεμίζει. Από τον άνδρα λείπουν το κεφάλι και ο λαιμός, καθώς και το αριστερό χέρι από το ύψος του ώμου. Διακρίνονται η ράχη και τα πίσω σκέλη των δύο υποζυγίων, προφανώς αιλουροειδών, ενώ από το όχημα αποδίδεται μόνον ο δίφρος που είναι κλειστός από τις τρεις πλευρές, και από τους τροχούς του άρματος δηλώνεται μόνον ο ένας. Στην επάνω δεξιά πλευρά του αναγλύφου είναι χαραγμένη επιγραφή σε τέσσερις στίχους: Αρά / τω Διί / ου βέλο[ς] διίπτατ[αι]. Στην παράσταση του αναγλύφου ο Σωτήριος Δάκαρης αναγνώρισε τη μορφή του Διός επάνω σε άρμα που το σέρνουν δύο λιοντάρια. Το ακανόνιστο αναγλυφικό έξαρμα στη δεξιά πλευρά της παράστασης αποδίδει συνοπτικά το φυσικό περιβάλλον απεικονίζοντας την πλαγιά ενός βουνού από όπου κατέρχεται το άρμα. Το ανάγλυφο, με βάση τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά και ιστορικούς λόγους τοποθετείται στο β΄ μισό του 4ου αι. π. Χ., ενώ η επιγραφή στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Πρόκειται επομένως για μνημείο σε δεύτερη χρήση. Το περιεχόμενο της επιγραφής θα πρέπει να εμπνέεται από ένα τρίμετρο το οποίο σχετίζεται με κάποιο τοπικό λατρευτικό ύμνο ή επίκληση στον Άρειο Δία της Πασσαρώνος. Η επιγραφή ανακαλεί τον στίχο του Ευριπίδη (Ικέτιδες 860): Οράς το λάβρον ου βέλος διέπτατο;

Ο χαρακτηρισμός του Διός ως Αρείου τον συνδέει με την Πασσαρώνα, όπου ο θεός λατρευόταν ως επόπτης και εγγυητής των ένορκων υποσχέσεων, των αρών που δίνονταν στο ναό του Αρείου Διός κάθε άνοιξη ανάμεσα στο βασιλιά και το λαό. Σε μία τέτοια γιορτή στο Ιερό του Αρείου Διός έγινε το γνωστό από τους αρχαίους συγγραφείς (Πλούτ. Πύρρος V) επεισόδιο με τον Γέλωνα, ο οποίος χάρισε στον Πύρρο δύο ζευγάρια βοών αροτήρων και έγινε αφορμή να εξυφανθεί δολοφονική συνωμοσία εναντίον του, που κατέληξε όμως σε αντίθετο αποτέλεσμα με το φόνο του συμβασιλέα Νεοπτολέμου. Ωστόσο, κατά τον Ν. Κατσικούδη, η επίκληση του Αρείου Διός σε επιγραφή του τέλους του 3ου αι. π.Χ. είναι πιθανό να μην συνδέεται με την ανταλλαγή όρκων μεταξύ βασιλέως και υπηκόων, καθώς η δυναστεία των Αιακιδών καταλύεται γύρω στο 232 π.Χ., αλλά να αποτελεί την επίκληση της πρωτογενούς πολεμικής ιδιότητας του Διός. Η άποψη αυτή στηρίζεται στην πιθανότητα να συνδέεται η επαναχρησιμοποίηση του μνημείου στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. με την εισβολή των Μακεδόνων και των Ηπειρωτών στο Θέρμο της Αιτωλίας το 218 π.Χ. Τη σύνδεση αυτή υποδεικνύει περιφερόμενος στίχος του νεαρού ποιητή Σάμου, γιου του Χρυσογόνου, που ήταν σύντροφος του Φιλίππου Ε΄ και τον ακολουθούσε στις πολεμικές επιχειρήσεις του. Το περιεχόμενο του στίχου : οράς το δίον ου βέλος διέπτατο; είναι παρόμοιο με την επιγραφή του αναγλύφου από την Πασσαρώνα και τον στίχο του Ευριπίδη, όπως είχε διαπιστώσει ο Σ. Δάκαρης. Το στίχο αυτόν ανέγραφαν οι στρατιώτες του Φιλίππου στους τοίχους των οικοδομημάτων κατά την εισβολή τους στο Θέρμο [14] ,[13]

Επίσκεψη - πρόσβαση στην Αρχαία Πασσαρώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιά την επίσκεψη στήν ακρόπολη της Πασσαρώνας, από Ιωάννινα ο επισκέπτης θα κατευθυνθεί προς την Ελεούσα και το Μεγάλο Γαρδίκι. Από εκεί μπορεί ο επισκέπτης να σταθμέυσει στοοναστήρι "Ιερά Μονή Παναγίας Εικονίσματα". Ακολουθεί λιθόστρωτο μονοπάτι ενός χιλιομέτρου που οδηγεί στήν πύλη του αρχαιολογικού χώρουμ που όμως κλειστός. Το βασικό αξιοθέατο είναι οι βάσεις - ερείπια απο κάποιο δημόσιο οικοδόμημα που δυστυχώς καταστράφηκε γιατί οι Τούρκοι το 1912 πήραν τούς λίθους και δημιούργησαν οχυρώσεις στό οροπέδιο (υπάρχουν και σήμερα).

Επίσκεψη στο Ναό του Αρείου Διός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προς το χωριό Ροδοτόπι βρίσκεται ο ναός του Αρείου Διός. Ο χώρος είναι περίπου 3-4 στρέμματα, περιφραγμένος και κλειδωμένος. Υπάρχουν απλώς ερείπια της βάσης του ναού. Η είσοδος είναι αδύνατη.

Στις 13-03-2013 ανακοινώθηκε στον Τύπο ότι αναμένεται αξιοποίηση - ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου του Αρείου Διός. Ειδικότερα γράφηκε "προκειμένου να προωθηθεί ο οδικός άξονας Ιωάννινα – Κακκαβιά, που είναι μεγάλης σημασίας για τον νομό Ιωαννίνων και για την Ήπειρο γενικότερα, το Υπουργείο Ανάπτυξης και Υποδομών ανέθεσε σε τεχνικό σύμβουλο την εκπόνηση της μελέτης ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου του ναού του Αρείου Διός στο Βορτοπό, στα όρια της Ελεούσας. Η μελέτη αποτελεί ένα από τα προαπαιτούμενα (από την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων του συγκεκριμένου οδικού άξονα) για την ένταξη του έργου σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα. Εκπονήθηκε σε συνεργασία με την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία (ΙΒ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων), στο πλαίσιο εγκεκριμένης από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) αρχιτεκτονικής μελέτης" [15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Χαράλαμπος Γκούβας: Ιστορία του Νομού Πρέβεζας, A έκδοση, 2009, ISBN 978-960-87328-2-7
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 2,5 2,6 2,7 Α. Βλαχοπούλου Οικονόμου: Aρχαία Πασσαρών, Ιστοσελίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
  3. http://wikimapia.org/9446242/el/%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%81%CE%AF-%CE%93%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%AF%CE%BF%CF%85-761%CE%BC-%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1-%CE%A0%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B1-%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CE%BD%CE%B1
  4. http://www.archetai.gr/site/content.php?artid=563
  5. (Πλούταρχος. Πύρρος 5.2)
  6. (Θουκιδίδης, Iστορίαι, Ι, 136)
  7. Ευριπίδης, Ανδρομάχη, στίχος 445
  8. (Στράβων. VII 7,3 [322]
  9. Πολύβ. 30, 15,
  10. Liv. XLV 34,
  11. Plinius. NH IV 39)
  12. Αρχαία Πασαρών, Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
  13. 13,0 13,1 Δ. Ευαγγελίδης, Ηπειρωτικαί Έρευναι ΙΙ. Ανασκαφή Ραδοτοβίου, Ηπειρωτικά Χρονικά 10 (1935) 260-264.
  14. Πολύβιος. V, 9,5
  15. Γκόρου Βασιλική: Ανάδειξη του Ναού του Αρείου Διός, hpeiros.gr

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δ. Ευαγγελίδης, Ηπειρωτικαί Έρευναι ΙΙ. Ανασκαφή Ραδοτοβίου, Ηπειρωτικά Χρονικά 10 (1935) 260-264.
  • Δ. Ευαγγελίδης, Η ανασκαφή εις Ροδοτόπι, ΠΑΕ (1952) 306-325.
  • Σ. Δάκαρης, Αρχαιολογικές έρευνες στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, Αφιέρωμα εις την Ήπειρον εις μνήμην Χρίστου Σούλη (1956) 46-80.
  • Κ. Ζάχος, ΑΔ 48 (1993) Β1 Χρονικά, 262-267.
  • Σ. Δάκαρης, Οι γενεαλογικοί μύθοι των Μολοσσών (1964).
  • N. G. L . Hammond, Epirus. The Geography, the Ancient Remains, the History and the Topography of Epirus and Adjacent Areas (1967) 181-182.
  • Χρ. Τζουβάρα - Σούλη, Η λατρεία των γυναικείων θεοτήτων εις την αρχαίαν Ήπειρον, Διδ. διατρ. (1979) 34-35.
  • Σ. Δάκαρης, Ωκύπερα, Ηπειρωτικά Χρονικά 22 (1980) 27-34.
  • Σ. Δάκαρης, Η γένεση της πόλης στην αρχαία Ήπειρο, Δελτίο Κέντρου Ερευνών Ζαγορίου 1 (1981) 11.
  • S. Ι. Dakaris, Organisation, politique et urbanistique de la ville dans l’ Épire antique, L’ Illyrie méridionale et l’ Épire dans l’ Antiquité, Actes du colloque international de Clermont – Ferrand 22-25 Octobre 1984 réunis par P.Cabanes (1987) 71-73.
  • Β. Κοντορίνη, Δημοσιευμένες ελληνικές επιγραφές του μουσείου Ιωαννίνων, Δωδώνη ΙΣΤ΄/1 (1987) 617-618, 626-627.
  • Α. Βλαχοπούλου - Οικονόμου, Η παράσταση του αετού στο Ιερό της Δωδώνης, Δωδώνη ΙΘ΄/1 (1990) 305-321.
  • Κ. Ζάχος, Τοπογραφικά Ελλοπίας: το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων κατά την Ύστερη Χαλκοκρατία και την Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, Αφιέρωμα στον N.G.L. Hammond, παράρτημα Μακεδονικών 7 (1997) 160.
  • G. Burzacchini, L΄Épigraphe de Passaron” (SEG XXXVII, 1987, 170 no 529),σε: L΄ Illyrie méridionale et l΄ Épire dans l΄ Antiquité III, Actes du IIIe colloque international de Chantilly, 16-19 Octobre 1996, réunis par P. Cabanes (1999) 127-134.
  • Ν. Κατσικούδης, Ενεπίγραφο ανάγλυφο από την Πασσαρώνα, ΑΕ (2001) 205-216.
  • Α. Βλαχοπούλου - Οικονόμου, Επισκόπηση της τοπογραφίας της αρχαίας Ηπείρου: Νομοί Ιωαννίνων- Θεσπρωτίας και Νότια Αλβανία (2003) 26-29.