Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας
Народна република България

15 Σεπτεμβρίου 1946 – 15 Νοεμβρίου 1990
Σημαία Έμβλημα
Ύμνος
Μίλα Ρόντινο
Πρωτεύουσα Σόφια
Γλώσσες Βουλγαρικά
Πολίτευμα Μονοκομματική Σοσιαλιστική Δημοκρατία
Ιστορική εποχή Ψυχρός Πόλεμος
 -  Ίδρυση 15 Σεπτεμβρίου 1946
 -  Κατάλυση 15 Νοεμβρίου 1990
Έκταση
 -  1989 110,994 km²
Πληθυσμός
 -  1989 εκτ. 9,009,018 
     Πυκνότητα 0,1 /km²
Νόμισμα Λέβα

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (ΛΔΒ, Βουλγαρικά Народна република България (НРБ) Ναρόντνα ρεπούμπλικα Μπαλγκάριγια) ήταν το επίσημο όνομα της Βουλγαρικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας υπήρξε από το 1946-1990, όταν το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα (BΚΚ) κυβέρνησε μαζί με τον εταίρο του σε συνασπισμό, τη Βουλγαρική Αγροτική Εθνική Ένωση. Η Βουλγαρία ήταν μέρος της Κομεκόν, μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας και στενά συνδεδεμένη με τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Το Βουλγαρικό αντιστασιακό κίνημα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καθαίρεσε την κυβέρνηση του Βασίλειου της Βουλγαρίας με το Βουλγαρικό πραξικόπημα του 1944, που έθεσε τέρμα στη συμμαχία της χώρας με τις δυνάμεις του Αξονα και οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας το 1946.

ΤΟ ΒΚΚ άσκησε πολιτικές με πρότυπο εκείνες που πρωτοεφαρμόστηκαν στη Σοβιετική Ένωση, μετατρέποντας τη χώρα κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας από μια αγροτική κοινωνία των αγροτών σε μια βιομηχανοποιημένη σοσιαλιστική κοινωνία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, οι συντηρητικοί σκληροπυρηνικούς έχασαν την επιρροή και ακολούθησε μια περίοδος κοινωνικής απελευθέρωσης και σταθερότητας υπό τον Τόντορ Ζίβκοβ με ποικίλους βαθμούς συντηρητικής ή φιλελεύθερής επιρροής μετέπειτα. Μετά την κατασκευή νέων ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών, από το 1960 η βιομηχανία έγινε ο κυρίαρχος τομέας της οικονομίας και η Βουλγαρία έγινε σημαντικός εξαγωγέας ειδών οικιακής χρήσης και, αργότερα, τεχνολογιών υπολογιστών, κερδίζοντας το προσωνύμιο της "Σίλικον Βάλλεϋ του Ανατολικού Μπλοκ". Τα σχετικά υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας της χώρας και οι ψηλές βαθμολογίες στις κατατάξεις κοινωνικής ανάπτυξης, την κατέστησαν πρότυπο για την κυβερνητική πολιτική άλλων σοσιαλιστικών χωρών.

Το 1989, μετά από μερικά χρόνια φιλελεύθερης επιρροής, άρχισαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και ο Τόντορ Ζίβκοβ, που είχε υπηρετήσει ως επικεφαλής του κόμματος από το 1954, καθαιρέθηκε από τη θέση του σε ένα συνέδριο του BΚΚ. Το 1990, υπό την νέα ηγεσία του Γκεόργκι Παρβάνοφ, το BΚΚ άλλαξε το όνομά του σε "Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα" (BΣΚ) και υιοθέτησε μια κεντροαριστερή πολιτική ιδεολογία στη θέση του Μαρξισμού-Λενινισμού. Μετά τη νίκη του BΣΚ στις εκλογές του 1990, που ήταν οι πρώτες ανοιχτά ανταγωνιστικές εκλογές από το 1931, το όνομα του κράτους άλλαξε σε Δημοκρατία της Βουλγαρίας.

Γεωγραφικά η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας συνόρευε με τη Μαύρη Θάλασσα στα ανατολικά, τη Ρουμανία στα βόρεια, τη Γιουγκοσλαβία (Σερβία και Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας) στα δυτικά και την Ελλάδα και την Τουρκία στα νότια.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1942 ιδρύθηκε το Πατριωτικό Μέτωπο, που αποτελείτο από ένα μείγμα Κομμουνιστών, Σοσιαλιστών και Φιλελευθέρων.

Κομμουνιστικό πραξικόπημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1944, με την επέλαση του Κόκκινου Στρατού μέσω της Ρουμανίας, το Βασίλειο της Βουλγαρίας άλλαξε τη συμμαχία του και δήλωσε ουδετερότητα. Στις 5 Σεπτεμβρίου η ΕΣΣΔ κήρυξε τον πόλεμο στο βασίλειο και τρεις ημέρες αργότερα ο Κόκκινος Στρατός μπήκε στη βορειοανατολική Βουλγαρία, προτρέποντας την κυβέρνηση να δηλώσει την υποστήριξή της, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι στρατιωτικές συγκρούσεις. Στις 9 Σεπτεμβρίου, οι κομμουνιστές αντάρτες ξεκίνησαν ένα πραξικόπημα που de facto έθεσε τέρμα στην κυριαρχία της μοναρχίας, και μετά το οποίο η νέα κυβέρνηση (μιας ευρείας συμμαχία υπό τον πρώην κυβερνήτη Κίμωνα Γκεοργκίεφ και συμπεριλαμβανομένων των Σοσιαλδημοκρατών και των Aγροτικών) ανέλαβε την εξουσία υπό την ηγεσία του Πατριωτικού Μετώπου, του οποίου ηγείτο το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Σύμφωνα με τους όρους της ειρηνευτικής συμφωνίας η Βουλγαρία επετράπη να κρατήσει τη Νότια Δοβρουτσά αλλά παραιτήθηκε επισήμως από όλες τις διεκδικήσεις της από την Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία. 150.000 Βούλγαροι απελάθηκαν από την Ελληνική Θράκη. Οι κομμουνιστές κράτησαν σκόπιμα μικρό ρόλο στη νέα κυβέρνηση αρχικά, αλλά οι Σοβιετικοί αντιπρόσωποι ήταν η πραγματική εξουσία στη χώρα. Συστάθηκε μια ελεγχόμενη από τους Κομμουνιστές Λαϊκή Πολιτοφυλακή, που παρενοχλούσε και εκφόβιζε τα μη-κομμουνιστικά κόμματα.

Πρώτα χρόνια και περίοδος Τσέβρενκοφ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νέα κυβέρνηση άρχισε να σφίγγει τον κλοιό γύρω από τους συνεργάτες των Ναζί. Την 1η Φεβρουαρίου 1945 οι νέες πραγματικότητες της εξουσίας στη Βουλγαρία φάνηκαν όταν ο Αντιβασιλέας Πρίγκιπας Κύριλλος, ο πρώην πρωθυπουργός Μπόγκνταν Φίλοφ και εκατοντάδες άλλοι αξιωματούχοι του παλαιού καθεστώτος συνελήφθησαν με κατηγορίρες για εγκλήματα πολέμου. Μέχρι τον Ιούνιο ο Κύριλλος και οι άλλοι Αντιβασιλείς, είκοσι δύο πρώην υπουργοί και πολλοί άλλοι είχαν εκτελεστεί.

Γκεόργκι Δημητρόφ, Γενικός Γραμματέας του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος, 1946–1949.

Καθώς ο πόλεμος σταμάτησε, η κυβέρνηση επεξέτεινε την καμπάνια της πολιτικής της επανάστασης για να πλήξει τις οικονομικές ελίτ στον τραπεζικό τομέα και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτό ενισχύθηκε όταν κατέστη σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο αδιαφορούσαν σε μεγάλο βαθμό για τη Βουλγαρία και περισσότερο το Νοέμβριο του 1945, όταν ο αρχηγός του Κομμουνιστικού Κόμματος Γκεόργκι Δημητρόφ επέστρεψε στη Βουλγαρία μετά από 22 χρόνια εξορίας. Έκανε μια επιθετική ομιλία που έκανε εμφανές ότι το κόμμα δεν είχε καμία πρόθεση να εργαστεί με ομάδες της αντιπολίτευσης που ήταν εναντίον της επανάστασής του. Οι εκλογές που διεξήχθησαν λίγες εβδομάδες αργότερα οδήγησαν σε μεγάλη πλειοψηφία για το Πατριωτικό Μέτωπο.

Το Σεπτέμβριο του 1946 ένα δημοψήφισμα για το αν θα διατηρείτο τη μοναρχία ή η Βουλγαρία θα γινόταν δημοκρατία είχε αποτέλεσμα 95,6 τοις εκατό υπέρ της δημοκρατίας. Σχεδόν αμέσως μετά η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε λαϊκή δημοκρατία. Ο νεαρός Τσάρος Συμεών Β΄, η μητέρα και η αδελφή του υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ο Βασίλ Κολάρωφ, υπ' αριθμόν τρία στο κόμμα, έγινε αρχηγός του κράτους.

Κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους οι κομμουνιστές παγίωσαν παραμονή τους στην εξουσία. Οι υπεσχημένες ελεύθερες εκλογές τον Οκτώβριο του 1946 για συντακτική συνέλευση ήταν κατάφωρα στημένες, η αντιπολίτευση απείχε και οι εκλογές έδωσαν στους κομμουνιστές την απόλυτη πλειοψηφία. Ένα μήνα αργότερα ο Ντιμιτρόφ έγινε πρωθυπουργός. Οι Aγροτικοί αρνήθηκαν να συνεργαστούν με το νέο καθεστώς και τον Ιούνιο του 1947 ο αρχηγός τους Nίκολα Πέτκοφ συνελήφθη. Παρά τις έντονες διεθνείς διαμαρτυρίες εκτελέστηκε το Σεπτέμβριο. Αυτό σηματοδότησε την οριστική εγκαθίδρυση Κομμουνιστικού καθεστώτος στη Βουλγαρία. Το Δεκέμβριο του 1947 η Συντακτική Συνέλευση επικύρωσε ένα νέο σύνταγμα για τη Δημοκρατία, που αναφέρεται ως το "Σύνταγμα Δημητρόφ". Το σύνταγμα συντάχθηκε με τη βοήθεια Σοβιετικών νομομαθών, χρησιμοποιώντας ως πρότυπο το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936. Από το 1948 τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης ευθυγραμμίστηκαν ή διαλύθηκαν. Οι Σοσιαλδημοκράτες συγχωνεύτηκαν με τους Κομμουνιστές, ενώ η Αγροτική Ένωση έγινε ένας πιστός εταίρος τους.

Το 1948-1949, οι Ορθόδοξες, Μουσουλμανικέςς, Προτεσταντικές και Ρωμαιοκαθολικές θρησκευτικές οργανώσεις περιορίστηκαν ή απαγορεύτηκαν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας συνέχισε να λειτουργεί, αλλά ποτέ δεν ανέκτησε την επιρροή που είχε υπό τη μοναρχία. Πολλές υψηλές θέσεις μέσα στην εκκλησία θα καταλαμβάνονταν από κομμουνιστές ιερείς.

Ο Δημητρόφ πέθανε το 1949. Για λίγο η Βουλγαρία υιοθέτησε τη συλλογική ηγεσία με το Βούλκο Τσέρβενκοφ ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος και το Βασίλ Κολάρωφ πρωθυπουργό. Αυτό έληξε ένα χρόνο αργότερα, όταν ο Κολάρωφ πέθανε και ο Τσέρβενκοφ ανέλαβε και τους δύο ρόλους, του αρχηγού του κόμματος και του πρωθυπουργού. Ο Τσέρβενκοφ ξεκίνησε μια διαδικασία ταχείας εκβιομηχάνισης με πρότυπο τη σοβιετική εκβιομηχάνιση με επικεφαλής το Στάλιν τη δεκαετία του 1930. Όπως στην ΕΣΣΔ τη δεκαετία του 1930 η γεωργία κολλεκτιβοποιήθηκε αναγκαστικά και η άρνηση συμμόρφωσης τιμωρείτο με φυλάκιση. Δημιουργήθηκαν στρατόπεδα εργασίας και στο αποκορύφωμα της καμπάνιας στέγαζαν περίπου 100.000 ανθρώπους. Χιλιάδες άνθρωποι κατηγορούμενοι για προδοσία ή συμμετοχή σε αντεπαναστατική συνωμοσία καταδικάστηκαν σε θάνατο ή ισόβια κάθειρξη.

Ωστόσο η βάση στήριξης του Τσέρβενκοφ ακόμη και στο Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πολύ περιορισμένη για να επιβιώσει επί μακρόν όταν ο προστάτης του, ο Στάλιν, είχε φύγει. Το Μάρτιο του 1954, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στάλιν, ο Τσέρβενκοφ καθαιρέθηκε από γραμματέας του κόμματος με την έγκριση της νέας ηγεσίας στη Μόσχα και αντικαταστάθηκε από το νεανικό Τόντορ Ζίβκοβ. Ο Τσέρβενκοφ έμεινε ως πρωθυπουργός μέχρι τον Απρίλιο του 1956, όταν τελικά αποπεμφθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Aντον Γιούγκοφ.

Αναγκαστικός εκμακεδονισμός στη Μακεδονία του Πιρίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στάλιν καθοδηγούσε ως εξής τη Βουλγαρική αντιπροσωπεία:

Πρέπει να χορηγηθεί πολιτιστική αυτονομία στη Μακεδονία του Πιρίν, στο πλαίσιο της Βουλγαρίας. Ο Τίτο έχει φανεί πιο ευέλικτος από εσάς - ενδεχομένως επειδή ζει σε ένα πολυεθνικό κράτος και έπρεπε να δώσει ίσα δικαιώματα στους διάφορους λαούς. Η αυτονομία θα είναι το πρώτο βήμα προς την ενοποίηση της Μακεδονίας, αλλά ενόψει της σημερινής κατάστασης δεν θα πρέπει να υπάρχει καμία βιασύνη για το θέμα αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, στα μάτια του Μακεδονικού λαού η όλη αποστολή της επίτευξης της Μακεδονικής αυτονομίας θα πιστωθεί τον Τίτο και εσείς θα υποστείτε την κριτική. Φαίνεται να φοβάστε τον Κίμωνα Γκεοργκίεφ, έχετε πολλά πάρε δωσε μαζί του και δεν θέλετε να δώσετε αυτονομία στη Μακεδονία του Πιρίν. Το ότι μακεδονική συνείδηση ​​δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί μεταξύ του πληθυσμού δεν έχει καμία σημασία. Καμία τέτοια συνείδηση δεν ​​υπήρχε στη Λευκορωσία, ούτε όταν την ανακηρύξαμε Σοβιετική Δημοκρατία. Ωστόσο, αργότερα αποδείχθηκε ότι λαός Λευκορωσικός πράγματι υπάρχει

[1]Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε βία, απειλές και εκφοβισμό και όλοι οι εναντιουμένοι στην πολιτική της διώχθηκαν ως φασίστες και σωβινιστές της μεγάλης Βουλγαρίας. Μερικοί μετεγκαταστάθηκαν μακριά μέχρι τη Βοϊβοντίνα, αφού είχαν μετεγκατασταθεί από το Πιρίν στη ΣΔ Μακεδονίας, λόγω ανεπιτυχούς εκμακεδονισμού.

Μετά το πραξικόπημα της 9ης Σεπτεμβρίου 1944 και τον τερματισμό της βουλγαρικής κυβέρνησης στη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, η Βουλγαρία ακολούθησε κομμουνιστική πολιτική στενότερης επαναπροσέγγισης με τη Γιουγκοσλαβία. Ετσι ο Πρωθυπουργός και ηγέτης του Εργατικόύ Κόμματος Γκεόργκι Δημητρόφ πρότεινε την ιδέα ενός σχεδίου για μια Βαλκανική ομοσπονδία. Ως συγκολλητική μονάδα θα λειτουργούσε η "Μακεδονία", που θα συμμετείχε στην ομοσπονδία ως ενιαία ομοσπονδιακή δημοκρατία με δηλωμένη μακεδονική εθνική συνείδηση ​​με όρια από το Πιρίν μέχρι το Όρος Σκάρδος. Για το σκοπό αυτό ξεκίνησε μια πολιτική αναγκαστικού εκμακεδονισμού του βουλγαρικού πληθυσμού στην περιοχή του Πιρίν με συνειδητή αλλαγή του εθνικού αυτοπροσδιορισμού του βουλγαρικού πληθυσμού, που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του διοικητικού καταναγκασμού και της μαζικής προπαγάνδας.

Το Δεκέμβριο του 1946 πραγματοποίησε μια απογραφή στη Μακεδονία του Πιρίν. Οι κρτικές αρχές καθοδήγησαν τον τοπικό πληθυσμό στην περιοχή του Πιρίν να καταγράφονται διοικητικά ως "Μακεδόνες", συμπεριλαμβανομένων των Πομάκων, με εξαίρεση εκείνους που προέρχονταν από άλλα μέρη της χώρας. Κατά τη συνεδρίασή της στις 21 Δεκεμβρίου η Περιφερειακή Επιτροπή του Εργατικού Κόμματος στην Ανω Τζουμαγιά αποφάσισε να αποδεχθεί μια φόρμουλα το 70% των "Μακεδόνων" στις πόλεις στη στήλη των δελτίων της απογραφής για την ομιλούμενη γλώσσα να γράψει "Βουλγαρική" και στα χωριά ως επί το πλείστον "Μακεδονική" . Το αποτέλεσμα των οδηγιών ήταν από τους 281.015 κατοίκους 169.444 άτομα να αναγνωριστούν εθνικά ως Μακεδόνες.

Ετσι το 1947 μεταξύ της Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας υπεγράφη η Συμφωνία του Μπλεντ, βάσει της οποίας η Μακεδονία του Πιρίν περιελήφθη στην ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, που προχώρησε στην ένωση της Μακεδονίας του Πιρίν με τη Μακεδονία του Βαρδάρη, κατάργησε το καθεστώς της βίζας και απομάκρυνε τις τελωνειακές υπηρεσίες.

Λίγο αργότερα - το 1948, εξαιτίας της ρήξης στις σχέσεις μεταξύ Τίτο και Στάλιν η σύμβαση καταργήθηκε. Για ένα διάστημα το ΒΚΚ και το Βουλγαρικό κράτος διατήρησαν αντιφατική, αντιβουλγαρική πολιτική για το Μακεδονικό ζήτημα - μέχρι το 1963, οπότε το Μάρτιο στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος ο Τόντορ Ζίβκοβ ανοιχτά δήλωσε ότι ο πληθυσμός στη Μακεδονία του Πιρίν αποτελεί μέρος του βουλγαρικού έθνους και ότι πολιτικά εξαναγκάστηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα στη διάρκεια της Πολιτιστικής αυτονομίας της Μακεδονίας του Πιρίν μεταξύ 1944 - 1948 να δηλώνει Μακεδονικός.

Η περίοδος Ζίβκοβ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Η φιλία μεταξύ του Σοβιετικού και του Βουλγαρικού λαού - άφθαρτη στην αιωνιότητα", σοβιετικό γραμματόσημο του 1969 για τον εορτασμό της 25ης επετείου της Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Βουλγαρία.
Η έδρα του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 1984.

Ο Ζίβκοβ έγινε ο νέος ηγέτης του BΚΚ και παρέμεινε για τα επόμενα 33 χρόνια. Το ΒΚΚ διατήρησε τη συμμαχία του με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ), που τώρα ήταν υπό την ηγεσία του Νικίτα Χρουστσόφ, που κατήγγειλε επίσημα το Στάλιν στο συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956. Με τον παραγκωνισμό των συντηρητικών σκληροπυρηνικών αυτό υπήρξε μια περίοδος φιλελεύθερης επιρροής και μεταρρύθμισης. Ααποκαταστάθηκαν οι σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία, που προγενέστερα είχε απορριφθεί από τη Σοβιετική Ένωση λόγω της αντισταλινικής στάσης της, και την Ελλάδα. Οι δίκες και οι εκτελέσεις του Τράιτσο Κοστόφ και άλλων "Τιτοϊκών" (αν και όχι του Νικόλα Πέτκοφ και άλλων μηκομμουνιστών θυμάτων των εκκαθαρίσεων του 1947) καταγγέλθηκαν επίσημα. Ο μαχητικός αντικληρικαλισμός του κόμματος χαλάρωσε και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν στοχοποιείτο πλέον ως εχθρός της επανάστασης.

Οι αναταραχές στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956 δεν μεταδόθηκαν στη Βουλγαρία, αλλά το Κόμμα τοποθετείται έθεσε αυστηρούς περιορισμούς στην δημοσιοποίηση απόψεων που θεωρούντο αντισοσιαλιστικές ή ανατρεπτικές για την πρόληψη τυχόν παρόμοιων ταραχών. Στη δεκαετία του 1960 εγκρίθηκαν ορισμένες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που επέτρεπαν την ελεύθερη πώληση της παραγωγής, που ξεπερνούσε τις προγραμματισμένες ποσότητες. Η χώρα έγινε ο δημοφιλέστερος τουριστικός προορισμός για τους ανθρώπους από το Ανατολικό Μπλοκ. Η Βουλγαρία είχε επίσης μια μεγάλη βάση παραγωγής αγαθών, όπως τσιγάρα και σοκολάτες, που ήταν δύσκολο να αποκτηθούν σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Ο Γιούγκοφ αποσύρθηκε το 1962 και κατά συνέπεια ο Ζίβκοβ έγινε και Πρωθυπουργός και Γραμματέας του Κόμματος. Επέζησε της μετάβασης της Σοβιετικής ηγεσίας από το Χρουστσόφ στο Μπρέζνιεφ το 1964 και το 1968 απέδειξε και πάλι την πίστη του στη Σοβιετική Ένωση παίρνοντας τυπικά μέρος στην Εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Δηλαδή, έστειλε περιορισμένο αριθμό στρατευμάτων ως παρουσία, αλλά χωρίς να συμμετέχουν πραγματικά στην καταστολή της Άνοιξης της Πράγας. Τότε η Βουλγαρία θεωρείτο γενικά ο πιο πιστός σύμμαχος της Σοβιετικής Ένωσης στη Ανατολική Ευρώπη.

Το 1971, με την υιοθέτηση νέου Συντάγματος, ο Ζίβκοβ προήχθη σε Αρχηγό του Κράτους (Πρόεδρο του Κρατικού Συμβουλίου ) και ο Στάνκο Toοντόροφ σε Πρωθυπουργό.

Το 1978 η Βουλγαρία έτυχε ευρείας διεθνως προσοχής όταν ο εξόριστος αντιφρονών συγγραφέας Γκεόργκι Μάρκοφ προσεγγίστηκε σε ένα δρόμο του Λονδίνου από έναν ξένο που τρύπησε το πόδι του με την άκρη μιας ομπρέλας. Ο Μάρκοφ πέθανε λίγο αργότερα από δηλητηρίαση από ρικίνη και θεωρήθηκε ότι είχε πέσει θύμα της Βουλγαρικής μυστικής υπηρεσίας, υποψία που επιβεβαιώθηκε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν τα έγγραφα της KGB δημοσιοποιήθηκαν, αποκαλύπτοντας ότι είχε συνεργαστεί με τη Βουλγαρία για να οργανώσουν το θάνατο του Μάρκοφ.

Αποθέματα χρυσού και αργύρου της Εθνικής Τράπεζας της Βουλγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολύ αργότερα έγινε γνωστό ότι το 1960, λόγω της αφερεγγυότητα και της ανάγκης αποπληρωμής των επερχόμενων ωριμάνσεων σε Δυτικές τράπεζες το Β΄ τρίμηνο 46, το Γ΄τρίμηνο 36 και το Δ΄ τρίμηνο 25 εκατομμύρια δολάρια, ο Τοντόρ Ζίβκοβ προσωπικά απηύθυνε έγγραφη πρόταση προς τον πρώτ Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ - Νικίτα Χρουστσόφ ζητώντας από την ΕΣΣΔ να αγοράσει το αποθεματικό της τράπεζας, που είχε δημιοργηθεί επί 66 χρόνια - από την απελευθέρωση το 1878 ως το 1944, από 22 τόνους χρυσού και 50 τόνους αργύρου αντί μετατρέψιμων νομισμάτων (τότε καπιταλιστικών).

Κατά την πώληση ο χρυσός μεταφέρθηκε στο Νοβοσιμπίρσκ, όπου εξευγενίσθηκε για να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών χρυσού και στη συνέχεια πουλήθηκε με τιμή $ 35.10 ανά ουγγιά, συνολικά 23 εκατομμύρια δολάρια. Σε τιμές του 2009 η αξία των πωληθέντων αποθεμάτων χρυσού ήταν 639 εκατομμύρια δολάρια. Κατά τα επόμενα έτη ο Ζίβκοβ προσφεύγοντας σε διάφορες μυστικές επιχειρήσεις με χρυσό και μεταξύ 1960 και 1964, με την πώληση με την άδειά του συνολικά 31,8 τόνων, χρησιμοποίησε το μετατρέψιμο συνάλλαγμα που εισπράχτηκε αποκλειστικά για την αποπληρωμή των χρεών της Βουλγαρίας, κυρίως προς τις σοβιετική τράπεζες - Eυρομπανκ στο Παρίσι και Λαϊκή Τράπεζα τη Μόσχας στο Λονδίνο.

"16η δημοκρατία της ΕΣΣΔ"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 4 Δεκεμβρίου 1963 ο Τοντόρ Ζίβκοβ με την ιδιότητά του του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος και πρωθυπουργού της Βουλγαρίας, υπέβαλε προσωπικά μια πρόταση στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, να απευθυνθεί η Βουλγαρία στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ με θέμα την περαιτέρω στενότερη προσέγγιση και μελλοντική συγχώνευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Σοβιετικής Ένωσης, καθιστώντας την το 16η Δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την εθνική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της χώρας. Η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής αξιολόγησε την πρόταση ως μια αξιοσημείωτη επίδειξη πατριωτισμού και διεθνισμού, που ανύψωνε σε ένα νέο επίπεδο την αδελφική φιλία και τη συνολική συνεργασία μεταξύ της χώρας και της Σοβιετικής Ένωσης. Η πρόταση "για τη δημιουργία των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων για την πλήρη ενοποίηση των δύο αδελφών χωρών" εγκρίθηκε ομόφωνα από την Ολομέλεια και υπεγράφη προσωπικά από τον Τοντόρ Ζίβκοβ.

1971 – 1989[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δέκατο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος ενέκρινε ένα νέο πρόγραμμα του κόμματος, που στόχευε στην οικοδόμηση μιας αναπτυγμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το σύνταγμα του Ζίβκοβ εγκρίθηκε το 1971.

Η Βουλγαρία υπέγραψε τη Συμφωνία του Ελσίνκι το 1975, που εγγυόνταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας κίνησης, επαφών, πληροφοριών, πολιτισμού και εκπαίδευσης και το δικαίωμα στην εργασία, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Ωστόσο τα γεγονότα που ακολούθησαν σχετικά με τους Τούρκους της Βουλγαρίας τη δεκαετία του '80 ήταν μια άμεση παραβίαση των εν λόγω δεσμεύσεων.

Το τέλος της Λαϊκής Δημοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά το γεγονός ότι Ζίβκοβ δεν ήταν ποτέ σταλινικός, από τη δεκαετία του 1980 οι συντηρητικοί απέκτησαν επιρροή στην κυβέρνηση και η διοίκηση ήταν πολύ αυταρχική. Κάποια κοινωνική και πολιτιστικήαπελευθέρωση και πρόοδος υπό τη Λιουντμίλα Ζίβκοβα, κόρη του Τόντορ, προκάλεσε έντονη αποδοκιμασία και ενόχληση στο Κομμουνιστικό Κόμμα, λόγω του ανορθόδοξου τρόπου ζωής της, που περιελάμβανε την υιοθέτηση Ανατολικών θρησκειών. Πέθανε το 1981, μόλις μια εβδομάδα μετά τα 39α γενέθλιά της, και φημολογήθηκε, αλλά ποτέ αποδείχθηκε, ότι τη δολοφόνησε η μυστική αστυνομία.

Αυτός ο αυταρχισμός φάνηκε κυρίως σε μια εκστρατεία αναγκαστικής αφομοίωσης της εθνικής τουρκικής μειονότητας, στην οποία απαγορεύτηκε να μιλά την τουρκική γλώσσα[2] και που αναγκάστηκε να υιοθετήσει βουλγαρικά ονόματα το χειμώνα του 1984. Το ζήτημα προκάλεσε ένταση στις οικονομικές σχέσεις της Βουλγαρίας με τη Δύση. Η εκδίωξη των Τούρκων από τη Βουλγαρία το 1989 προκάλεσε σημαντική πτώση της γεωργικής παραγωγής στις νότιες περιοχές λόγω της απώλειας των περίπου 300.000 εργαζομένων.[3]

Toντόρ Zίβκοβ

Τη στιγμή που ο αντίκτυπος του προγράμματος μεταρρυθμίσεων του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στη Σοβιετική Ένωση έγινε αισθητός στη Βουλγαρία στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι Κομμουνιστές, όπως και ο αρχηγός τους, ήταν πάρα πολύ αδύναμοι για να αντισταθούν στο αίτημα για αλλαγή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η φιλελεύθερη κατακραυγή για τη διάλυση μιας περιβαλλοντικής διαδήλωση στη Σόφια τον Οκτώβριο του 1989 διευρύνθηκε σε γενική καμπάνια για πολιτική μεταρρύθμιση. Τα πιο μετριοπαθή στοιχεία στην κομμουνιστική ηγεσία αντέδρασαν αμέσως με την καθαίρεση υου Ζίβκοβ καιτην αντικατάστασή του με τον υπουργό Εξωτερικών Πέταρ Μλαντένοφ στις 10 Νοεμβρίου 1989.

Αυτή η γρήγορη κίνηση, ωστόσο, πρόσφερε μόνο μια μικρή ανάπαυλα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και εμπόδισε την επαναστατική αλλαγή. Ο Μλαντένοφ υποσχέθηκε να ανοίξει το καθεστώς, ακόμη και φθάνοντας στο σημείο να πει ότι υποστηρίζει πολυκομματικές εκλογές. Ωστόσο, διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα έφερε την κατάσταση στα άκρα. Στις 11 Δεκεμβρίου ο Μλαντένοφ εμφανίσθηκε στην κρατική τηλεόραση για να ανακοινώσει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα παραχωρήσει το μονοπώλιο του στο πολιτικό σύστημα. Στις 15 Ιανουαρίου 1990, η Εθνική Συνέλευση τροποποίησε επισήμως το νομικό κώδικα για την κατάργηση του "ηγετικού ρόλου" του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον Ιούνιο του 1990 διεξήχθησαν οι πρώτες πολυκομματικές εκλογές από το 1939, ανοίγοντας έτσι το δρόμο της Βουλγαρίας για το πολυκομματικό σύστημα. Τέλος, στις 15 Νοεμβρίου 1990, η 7η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση ψήφισε την αλλαγή του ονόματος της χώρας σε Δημοκρατία της Βουλγαρίας και αφαίρεσε το κομμουνιστικό κρατικό έμβλημα από την εθνική σημαία.[4]

Εκτιμάται ότι 50.000 ως 100.000 άνθρωποι μπορεί να έχουν σκοτωθεί στη Βουλγαρία από το 1944 στο πλαίσιο της γεωργικής κολεκτιβοποίησης και της πολιτικής καταπίεσης, αν και δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση για μια οριστική αποτίμηση. Ο Ντίνιου Σαρλάνοφ, στο βιβλίο του Ιστορία του Κομμουνισμού στη Βουλγαρία, υπολογίζει περίπου 31.000 τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν από το καθεστώς μεταξύ 1944 και 1989.[5][6] Για τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην κομμουνιστική Βουλγαρία επίσης δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία.[7]

Μια δημοσκόπηση του 2009 που διεξήχθη από το "Pew Global Attitudes Project" διαπίστωσε ότι ένας στους εννέα Βούλγαρους πιστεύει ότι οι απλοί άνθρωποι είναι σε καλύτερη κατάσταση, ως αποτέλεσμα της μετάβασης στον καπιταλισμό. Δεκαέξι τοις εκατό δήλωσαν ότι η Πολυκομματική Δημοκρατία λειτουργεί προς όφελος όλων των ανθρώπων.[8]

Kυβέρνηση και πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκατασκευασμένες πολυκατοικίες στο Μλάντοστ της Σόφιας.
Τη δεκαετία του 1970, η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας είχε συντελεστή Τζίνι 18, κατατασσόμενη μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα επίπεδα οικονομικής ανισότητας στον κόσμο.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας ήταν ένα μονοκομματικό Κομμουνιστικό κράτος. Το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα δημιούργησε μια εκτεταμένη νομενκλατούρα σε κάθε οργανωτικό επίπεδο. Το σύνταγμα άλλαξε αρκετές φορές, με το Σύνταγμα του Ζίβκοφ να είναι το μακροβιότερο. Σύμφωνα με το άρθρο 1 «Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας είναι ένα σοσιαλιστικό κράτος, με επικεφαλής τους εργαζόμενους του χωριού και της πόλης. Η ηγετική δύναμη στην κοινωνία και την πολιτική είναι το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα."

Η ΛΔΒ λειτουργούσε ως μονοκομματική λαϊκή δημοκρατία, με τις Λαϊκές Επιτροπές να εκπροσωπούν την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο ρόλος τους ήταν να υλοποιούν τις αποφάσεις του Κόμματος στις αντίστοιχες περιοχές τους και συγχρόνως να βασίζονται στην κοινή γνώμη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το ΒΚΚ είχε φτάσει στο εκτιμώμενο μέγιστό του των 1.000.000 μελών, πάνω από το 10% του πληθυσμού.

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη ανακήρυξη της Βουλγαρίας σε λαϊκή δημοκρατία το 1946, ο στρατός υιοθέτησε γρήγορα Σοβιετικό στρατιωτικό δόγμα και οργάνωση. Η χώρα έλαβε μεγάλες ποσότητες σοβιετικών όπλων και τελικά να δημιουργήσει μια εγχώρια βιομηχανία παραγωγής στρατιωτικών οχημάτων. Το 1988, ο Βουλγαρικός Λαϊκός Στρατός (Българска народна армия) αριθμούσε 152.000 άνδρες,[9] που υπηρετούσαν σε τέσσερις διαφορετικούς κλάδους - τις Χερσαίες Δυνάμεις, το Ναυτικό, τις Δυνάμεις Αεροπορίας και Αεράμυνας και τις Πυραυλικές Δυνάμεις.

Η ΛΔΒ διατηρούσε εντυπωσιακό εξοπλισμό για το μέγεθος της χώρας - 3.000 άρματα μάχης, 2.000 τεθωρακισμένα οχήματα, 2.500 συστήματα πυροβολικού μεγάλου διαμετρήματος, πάνω από 500 μαχητικά αεροσκάφη, 33 πολεμικά πλοία, καθώς και 67 εκτοξευτές πυραύλων Σκουντ, 24 εκτοξευτές SS-23 και δεκάδες εκτοξευτές πυραύλων πυροβολικού FROG-7.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία της Λ.Δ.Β. ήταν μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, παρόμοια με εκείνες των άλλων κρατών της ΚΟΜΕΚΟΝ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, όταν ξεκίνησε η διαδικασία της κολεκτιβοποίησης, η Βουλγαρία ήταν κυρίως αγροτική χώρα, με περίπου το 80% του πληθυσμού της να βρίσκεται σε αγροτικές περιοχές. Οι παραγωγικές εγκαταστάσεις όλων των τομέων κρατικοποιήθηκαν, αν και μόνο επί του Βούλκο Τσέρβενκοφ η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα καταργήθηκε τελείως.

Παρά τις αρνητικές επιπτώσεις σε ορισμένες άλλες χώρες η παραγωγικότητα της γεωργίας στη Βουλγαρία αυξήθηκε ραγδαία μετά την κολεκτιβοποίηση. Η μεγάλης κλίμακας εκμηχάνιση οδήγησε σε τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.[10] Ένα τεράστιο ποσό των κρατικών επιδοτήσεων πήγαινε κάθε χρόνο στην κάλυψη των απωλειών λόγω των τεχνητά μειωμένων τιμών καταναλωτή.

Η [[Σταλινισμός|Σταλινική}} πολιτική του Τσέρβενκοφ οδήγησε σε μαζική εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας, που είναι ένα από τυς πιο προηγμένους οικονομικούς τομείς της Βουλγαρίας μέχρι σήμερα. Η κυβέρνησή του διήρκεσε από το 1950 ως το 1956, και τότε κατασκευάστηκαν δεκάδες φράγματα και υδροηλεκτρικά εργοστάσια, χημικά εργοστάσια, ορυχεία χρυσού και χαλκού και πολλά άλλα. Το σύστημα κουπονιών της πολεμικής περιόδου καταργήθηκε, η υγειονομική περίθαλψη και η εκπαίδευση έγιναν δωρεάν. Όλα αυτά επιτεύχθηκαν με αυστηρό κυβερνητικό έλεγχο και την οργάνωση, ταξιαρχίες φυλακισμένων από τα στρατόπεδα εργασίας και το Κίνημα της Βουλγαρικής Ταξιαρχίας- ένα εργατικό κίνημα νεολαίας όπου οι νέοι εργάζονταν εθελοντικά για την κατασκευή έργων.

Βίτοσα, ο πρώτος ηλεκτρονικός υπολογιστής Βουλγαρικής κστασκευής. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας ήταν σημαντικός παραγωγός ηλεκτρονικών και υπολογιστών, παίρνοντας έτσι το προσωνύμιο "Σίλικον Βάλλεϋ του Ανατολικού Μπλοκ".[11]

Η Βουλγαρία ασχολήθηκε επίσης πολύ με την κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών, γεγονός που της χάρισε το προσωνύμιο "Σίλικον Βάλλεϋ του Ανατολικού Μπλοκ". Βούλγαροι μηχανικοί κατασκεύασαν τον πρώτο βουλγαρικό υπολογιστή, το Βίτοσα, καθώς και τους υπολογιστές Πρ'αβετς και, εξαιτίας αυτού, είναι σήμερα η μόνη Βαλκανική χώρα που λειτουργεί σήμερα υπερυπολογιστή, ένα Blue Gene/P.

Τη δεκαετία του 1960 ο Τοντόρ Ζίβκοβ εισήγαγε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που είχαν θετική επίδραση στην οικονομία της χώρας. Διατήρησε τη σχεδιασμένη οικονομία, αλλά έδωσε επίσης έμφαση στην ελαφρά βιομηχανία, τη γεωργία, τον τουρισμό, καθώς και την Πληροφορική τις δεκαετίες του 1970 και του 1980.[12] Το πλεόνασμα της γεωργικής παραγωγής μπορούσε να πουλιέται ελεύθερα, οι τιμές μειώθηκαν ακόμη περισσότερο και εισήχθη νέος εξοπλισμός για την παραγωγή της ελαφράς βιομηχανίας. Η Βουλγαρία έγινε επίσης η πρώτη κομμουνιστική χώρα που αγόρασε άδεια από την Coca-Cola το 1965, το προϊόν είχε το λογότυπό του στο Κυριλλικό.[13]

Παρά τη μεγάλη σταθερότητά της , η οικονομία είχε τα ίδια μειονεκτήματα των άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης - συναλλασσόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη Σοβιετική Ένωση (πάνω από 60%) και οι σχεδιαστές της οικονομίας δεν λάμβαναν υπόψη το κατά πόσον υπήρχαν αγορές για ορισμένα από τα προϊόντα που παράγονταν. Αυτό οδηγούσε σε πλεονάσματα ορισμένων προϊόντων, ενώ άλλα ήταν ελλειμματικό.

Εκτός από τη Σοβιετική Ένωση άλλοι κύριοι εμπορικοί εταίροι ήταν η Ανατολική Γερμανία και η Τσεχοσλοβακία, αλλά και μη ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μογγολία και διάφορες αφρικανικές χώρες ήταν επίσης μεγάλης κλίμακας εισαγωγείς βουλγαρικών προϊόντων. Η χώρα είχε επίσης καλές εμπορικές σχέσεις με διάφορες μη-κομμουνιστικές ανεπτυγμένες χώρες, κυρίως τη Δυτική Γερμανία και την Ιταλία.[14] Προκειμένου να καταπολεμηθεί η χαμηλή ποιότητα πολλών προϊόντων εισήχθη το 1970 ένα ολοκληρωμένο Κρατικό πρότυπο σύστημα, που περιελάμβανε συγκεκριμένες και αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας για όλα τα είδη των προϊόντων, μηχανημάτων και κτιρίων.

Η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας είχε ένα κατά κεφαλή ΑΕΠ μεσαίο για χώρα του Ανατολικού Μπλοκ. Ένας συγκριτικός πίνακας δίνεται παρακάτω. Τουλάχιστον στα χαρτιά η μέση αγοραστική δύναμη ήταν μια από τα χαμηλότερες στο Ανατολικό Μπλοκ, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης διαθεσιμότητας αγαθών από ό, τι στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Οι εργαζόμενοι που απασχολούντο στο εξωτερικό συχνά έπαιρναν υψηλότερες πληρωμές, έτσι μπορούσαν να αγοράσουν ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 1988 στα 100 νοικοκυριά όλα είχαν τηλεόραση, 95 ραδιόφωνο, 96 ψυγείο και 40 αυτοκίνητο.

Κατά Κεφαλή ΑΕΠ (1990 $[15]) 1950 1973 1989[16] 1990
Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής $9,561 $16,689 $23,059 $23,200
Φινλανδία $4,253 $11,085 $16,945 $16,866
Αυστρία $3,706 $11,234 $16,359 $16,894
Ιταλία $3,501 $10,634 $15,969 $16,313
Τσεχοσλοβακία $3,501 $7,041 $8,729 $8,895 (Τσεχία)
$7,762 (Σλοβακία)
Σοβιετική Ενωση $2,841 $6,059 $7,111 $6,894
Ουγγαρία $2,479 $5,595 $6,902 $6,458
Πολωνία $2,446 $5,339 $5,683 $5,113
Ισπανία $2,188 $7,661 $11,581 $12,054
Πορτογαλία $2,086 $7,062 $10,371 $10,826
Ελλάδα $1,915 $7,655 $10,111 $10,015
Βουλγαρία $1,651 $5,284 $6,217 $5,596
Γιουγκοσλαβία $1,427 $4,333 $6,202 $5,646
Ρουμανία $1,182 $3,477 $3,940 $3,510
Αλβανία $1,101 $2,273 2,477 $2,499
Industry of People's Republic of Bulgaria.png

Αυτοκινητοβιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1965 πολλές επιχειρήσεις από τη Δυτική Ευρώπη επέλεγαν τη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας για την κατασκευή των εργοστασίων τους για να πουλήσουν αυτοκίνητα τους στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Η Renault και η Citroën από τη Γαλλία και η Fiat και η Alfa Romeo από την Ιταλία προσπάθησαν να πείσουν τη Βουλγαρία για μια εταιρική σχέση, αλλά η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας συνεργάστηκε μόνο με τη Renault και τη Fiat.

  • Η Bulgarrenault ξεκίνησε το 1966 μέχρι το 1971, κατασκευάζοντας αυτοκίνητα με βάση το Renault 8 και το Renault 10. Τα εργοστάσια ήταν στη Φιλιππούπολη. Τελικά παρήχθησαν περίπου 6500 αυτοκίνητα. Η βουλγαρική έκδοση του Alpine A110 έγινε επίσης υπό τη μάρκα Bulgaralpine.
  • Το 1967 ξεκίνησε η κατασκευή του Pirin-Fiat me περίπου 730 αυτοκίνητα ως το 1971 από τα μοντέλα της Fiat 850 και Fiat 124.
  • Το 1968 υπεγράφη σύμβαση μεταξύ της Bουλγαρικής κυβέρνησης και της Moskvitch για την κατασκευή του Moskvitch 408 και αργότερα του Moskvitch 2141 (από τα οποία περίπου 12.000 αυτοκίνητα παρήχθησαν μέχρι το 1990).

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πολιτισμός στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας ήταν αυστηρά ελεγχόμενος και ρυθμιζόταν από την κυβέρνηση, αν και υπήρξαν κάποιες περίοδοι φιλελευθεροποίησης (που σημαίνει την είσοδο στη Βουλγαρία της Δυτικής λογοτεχνίας, της μουσικής, κλπ). Το λειώσιμο των πάγων στην πνευματική ζωή συνεχίστηκε από το 1951 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας. Η παραίτηση του Βούλκο Τσέρβενκοφ και η λογοτεχνική και πολιτιστική άνθηση στη Σοβιετική Ένωση δημιούργησαν προσδοκίες ότι η διαδικασία θα συνεχιστεί αλλά η Ουγγρική επανάσταση του φθινόπωρου του 1956 φόβισε τη βουλγαρική ηγεσία για ενθάρρυνση της αντιπολιτευτικής δράσης των διανοουμένων

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. [Στάλιν στην βουλγαρική αντιπροσωπεία (G. Dimitrov, V. Korarov, Τ Κοστόφ) στις 7 Ιουνίου 1946
  2. Crampton, R.J., A Concise History of Bulgaria, 2005, pp.205, Cambridge University Press
  3. «1990 CIA World Factbook». Central Intelligence Agency. http://www.umsl.edu/services/govdocs/wofact90/world12.txt. Ανακτήθηκε στις 7 February 2010. 
  4. «UK Home Office Immigration and Nationality Directorate Country Assessment - Bulgaria». United Kingdom Home Office. 1 March 1999. http://www.unhcr.org/refworld/country,,UKHO,,BGR,,3ae6a69e8,0.html. Ανακτήθηκε στις 2011-11-14. 
  5. Hanna Arendt Centre in Sofia, with Dinyu Sharlanov and Venelin I. Ganev. Crimes Committed by the Communist Regime in Bulgaria. Country report. "Crimes of the Communist Regimes" Conference. February 24–26, 2010, Prague.
  6. Шарланов, Диню. История на комунизма в Булгария: Комунизирането на Булгариия. Сиела, 2009. ISBN 978-954-28-0543-4.
  7. Todorov, Tzvetan (1999). Voices from the Gulag: Life and Death in Communist Bulgaria. Robert Zaretsky (trans.). University Park, PA: Penn State Press. pp. 38–42.
  8. «An experiment in living socialism: Bulgaria then and now » pa». politicalaffairs.net. http://politicalaffairs.net/an-experiment-in-living-socialism-bulgaria-then-and-now/. 
  9. Bulgaria - Military Personnel
  10. Agricultural policies in Bulgaria in post Second World War years, p.5
  11. IT Services: Rila Establishes Bulgarian Beachhead in UK, findarticles.com, June 24, 1999
  12. «Bulgaria: Soviet Silicon Valley Revived». Novinite.com. Sofia News Agency. http://www.novinite.com/view_news.php?id=109667.. Ανακτήθηκε στις 1 April 2014. 
  13. Coca-Cola.bg
  14. [1] (Dead Link)
  15. Madison 2006, σελ. 185
  16. Teichova, Alice. Matis, Herbert (2003). Nation, State, and the Economy in History. Cambridge University Press, σελ. 138. ISBN 0-521-79278-9.