Φραγκοκρατία
Με τον όρο Φραγκοκρατία χαρακτηρίζεται η χρονική περίοδος κατά την οποία κυριάρχησαν στο Βυζάντιο οι δυτικοευρωπαίοι, καθώς οι Βυζαντινοί τότε ονόμαζαν Φράγκους και Λατίνους σχεδόν αδιακρίτως όλους τους μη σλάβους Ευρωπαίους που ζούσαν δυτικά και βόρεια των Βαλκανίων.
Έναρξη της Φραγκοκρατίας ή Λατινοκρατίας, όπως ιδιαίτερα λέγονταν από τους Βυζαντινούς, ή Ενετοκρατίας, όπως αναφέρεται αργότερα, θεωρείται το 1204 (μ.Χ.), τότε που οι Ενετοί και οι Σταυροφόροι σύμμαχοί τους κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη. Τέλος της θεωρείται το 1566 μ.Χ., όταν πια κυριάρχησαν παντού στην περιοχή οι Τούρκοι και καταλύθηκαν τα ενετικά φεουδαλικά κράτη, που είχαν συσταθεί στον ελληνικό χώρο, δηλαδή μία περίοδος 3,5 αιώνων.
- Ειδικότερα όμως, με τον όρο Φραγκοκρατία καθιερώθηκε τελικά να χαρακτηρίζεται η παλαιότερη περίοδος επί εποχής Βυζαντίου, ενώ με τον όρο Ενετοκρατία να χαρακτηρίζεται η νεότερη περίοδος της κυριαρχίας των ελληνικών χωρών από τους λαούς της Δύσης, μετά την πτώση του Βυζαντίου.[εκκρεμεί παραπομπή]
Πίνακας περιεχομένων |
Γενικά [Επεξεργασία]
Κατά τη Φραγκοκρατία με την επίσημη πράξη Partitio Imperii Romanae (= διανομή της Ρωμανικής Αυτοκρατορίας), της επομένης της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης από την Δ' Σταυροφορία, η βυζαντινή αυτοκρατορία διαμελίσθηκε και τα εδάφη της μοιράστηκαν μεταξύ των νικητών. Την μερίδα του λέοντος πήραν οι Ενετοί, και γι' αυτό συχνά χρησιμοποιείται ο όρος ενετοκρατία, χωρίς όμως να είναι και ταυτόσημος με την Φραγκοκρατία που είχε τελικά μικρότερη διάρκεια, ενώ το υπόλοιπο έλαβαν οι Λομβαρδοί, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι.
Την ίδια περίοδο σχηματίστηκαν σε διάφορες περιοχές και ελληνικά κράτη, με στόχο την ανατροπή και εκδίωξη των Φράγκων και των Ενετών, αλλά και παράλληλα την άμυνα εναντίον άλλων εχθρών, όπως των τουρκικών φυλών.
Η διανομή των περιοχών [Επεξεργασία]
Το Μάρτιο του 1204, ένα μήνα περίπου πριν την κατάληψη της Πόλης[1] Ενετοί και Σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας είχαν ήδη συμφωνήσει στη μοιρασιά λείας, προνομίων, τίτλων και εδαφών της αυτοκρατορίας που ετοιμάζονταν να καταλύσουν.
H επίσημη πράξη διαμελισμού, η "Partitio Imperii Romanae", αρχίζει με την φράση "Εν ονόματι του Χριστού πρέπει να καταλάβουμε δια των όπλων την πόλι"[2] και προχωρεί στό ότι αμέσως μετά την κατάληψη τα λάφυρα θα μοιραστούν σύμφωνα με προγενέστερη συμφωνία και θα συσταθεί μια 6μελης επιτροπή (3 Ενετοί και 3 Γάλλοι) η οποία "θα εκλέξει ως νέο Αυτοκράτορα μεταξύ των Λατίνων εκείνον που θα υπηρετεί πιο καλά τη χώρα, προς δόξα του θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησιας και της Αυτοκρατορίας".
Σύμφωνα με τον Βασίλιεφ στο έργο του "Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας" ο Αυτοκράτωρ (αρχικά) είχε συμφωνηθεί να πάρει μόνον το 1/4 της πόλης και της περιοχής έξω από την πόλη καθώς και δύο ανάκτορα μέσα σε αυτήν. Τα άλλα 3\4 θα μοιράζονταν εξ ίσου στους Ενετούς και στους υπόλοιπους Σταυροφόρους. Οσοι Σταυροφόροι έπαιρναν μεγάλες ή μικρές κτήσεις θα ορκίζονταν πίστη στον Αυτοκράτορα και η Βενετία θα έπαιρνε την Αγία Σοφία και το δικαίωμα ορισμού του καθολικού πλέον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Οταν ο Βονιφάτιος ενημέρωσε και τυπικά τον Πάπα για τις επιτυχίες των Σταυροφόρων, εκείνος απάντησε ψυχρά "αν και χαιρόμαστε που η Κωνσταντινούπολη επανήλθε στη μητέρα της, την Αγια Καθολική Εκκλησία, θα είμαστε ακόμα ευτυχέστεροι αν επανήρχετο η Ιερουσαλήμ στην εξουσία των Χριστιανών" -φράση που δείχνει ότι ίσως ο Ιννοκέντιος ο ΙΙΙ[3] πράγματι να διαφωνούσε με το όλο εγχείρημα, καθώς και οι κατοπινές επιστολές του δείχνουν εξάλλου ότι μόλις έμαθε τη λεηλασία και τα παραλειπόμενα εξοργίστηκε. Μπορεί λοιπόν ο Δόγης της Βενετίας να προέτασσε το θρησκευτικό ζήτημα και τον διορισμό καθολικού Πατριάρχη όχι τόσο επειδή του είχε ζητηθεί από τον Πάπα, όσο για να δώσει με δική του πρωτοβουλία θρησκευτική χροιά στην καθαρά εμπορική πράξη του και να ξαναβρεί την εύνοια του Πάπα - την οποία είχε χάσει μετά την επίσης αποτρόπαια άλωση της πόλης Ζάρα.
Η λεηλασία της Κωνσταντινούπολης με πυρετώδεις ρυθμούς αρπαγών κράτησε 3 μέρες. Τώρα όμως έπρεπε να μοιραστούν πολύ πιο τυπικά και επίσημα τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Επί τούτου οι Φράγκοι και οι Ενετοί χρησιμοποίησαν τα φορολογικά έγγραφα του Σεπτεμβριου του 1203 που βρέθηκαν στο κατά τα άλλα άδειο θησαυροφυλάκιο του αυτοκράτορα (είχε πάρει μαζί τα πάντα όταν εγκατέλειψε την Πόλη). Την 1η Οκτωβρίου θεωρητικά, διένειμαν μεταξύ τους όσα νόμιζαν ότι ανήκαν στους Βυζαντινούς.
Εντούτοις διαπίστωσαν σύντομα στην πράξη ότι πολλές περιοχές δεν ανήκαν πλέον αδιαφιλονίκητα στο Βυζάντιο ενώ όσες ανήκαν θα χρειάζονταν να κατακτηθούν με μάχες, γεγονός που οδήγησε πολλούς ηγέτες της Σταυροφορίας να συμμαχήσουν μεταξύ τους ή να χαρίσουν δικές τους γαίες σε άλλους Σταυροφόρους και "ευγενείς", με αντάλλαγμα την παροχή στρατού. Ο αρχικός χάρτης και η πρώτη διανομή, κατά συνέπεια, γρήγορα άλλαξε. Το Βυζάντιο κατακερματίστηκε σε δουκάτα, βαρωνίες και άλλα κρατίδα υποτελή,συχνά υπό τη διοίκηση τοπικών βυζαντινών αρχόντων (κεφαλάδες) άλλα από αυτά στο Λατίνο αυτοκράτορα, άλλα στους Ενετούς και άλλα σε Φράγκους που είχαν πάρει τίτλους ευγενείας επειδή είχαν διαθέσει στρατιώτες και άλογα για την κατάληψη χωριών και κωμοπόλεων.
Από το διαμελισμό της αυτοκρατορίας προέκυψαν ποικίλες σφαίρες επιρροής με διαφορετική διάρκεια ζωής και σημασία η κάθε μία. Οι Ενετοί πήραν τα περισσότερα εδάφη κατακερματισμένα κι αυτά σε όλη την αυτοκρατορία, αλλά κομμάτια ενός καθαρού χάρτη εμπορικών οδών και ναυσιπλοϊας. Κράτησαν όχι μόνο νησιά, αλλά τμήματα λιμανιών σε όλο το Βυζάντιο, ακόμα και σε φραγκικές πλέον περιοχές, οπότε ήλεγχαν ουσιαστικά την οικονομική -και έμμεσα την πολιτική ζωή- όλου του τόπου σε όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας -και αργότερα, όταν αυτή καταλύθηκε. Το κριτήριο διακυβέρνησης των Ενετών ήταν ξεκάθαρα το οικονομικό κέρδος και αυτό οδήγησε σε ακόμα περισσότερες κατατμήσεις, "δανεισμούς" εδαφών, "δωρεές" πόλεων σε συγγενείς με διάφορα ανταλλάγματα, κ.λπ.
Φραγκικά και ενετικά κράτη [Επεξεργασία]
Από την πρώτη επίσημη και καταγεγραμμένη μοιρασιά το φθινόπωρο του 1204 μ.Χ. προέκυψαν 2 μεγάλες σφαίρες επιρροής: των Ενετών, που αποδείχτηκε η μακροβιότερη και διέθετε την αόρατη συνοχή του εμπορίου, και των Φράγκων, που όμως ήταν κατακερματισμένοι και δίχως ουσιαστικά πολιτική στήριξη στις πατρίδες τους.
Συγκεκριμένα η αρχική μοιρασιά προέβλεπε οι Ενετοί να πάρουν περίπου το 3/8 της επικράτειας των Βυζαντινών (τα οποία παρέμειναν σταθερά στα χέρια τους και επαυξήθηκαν) ενώ οι ηγέτες της Σταυροφορίας θα μοιράζονταν τα υπόλοιπα 5/8. Ετσι η πρώτη διανομή δημιούργησε τη Λατινή Αυτοκρατορία των Φράγκων και ένα μεγάλο και σχετικά ενιαίο ναυτικό κράτος (των Ενετών) σε νησιά, λιμάνια και παράλια. Η Αυτοκρατορία όμως για λόγους πολιτικών ισορροπιών[4] μεταξύ των δυσαρεστημένων ηγετών της Δ΄Σταυροφορίας αν και περιλάμβανε την Έλλάδα, τελικά αποκόπηκε από αυτήν. Ο λόγος ήταν πως η Ελλάδα αποφασίστηκε να ανήκει στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, ηγέτης του οποίου ορίστηκε ο δυσαρεστημένος Βονιφάτιος που επέμεινε να μην τον λένε μαρκήσιο αλλά βασιλιά. Και καθώς οι πολιτικές ισορροπίες αλλά και οι πολιτικές ανάγκες πίεζαν τους νέους ηγέτες, το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης, δηλαδή η Ελλάδα κατατμήθηκε ακόμα περισσότερο και ουσιαστικά αποσυνδέθηκε από τη νεοσύστατη λατινική αυτοκρατορία.
Σε κομμάτια όμως χωρίστηκαν ακόμα και πόλεις με βασικό κριτήριο το τι εξυπηρετούσε τους Ενετούς. Για παράδειγμα αρχικά είχαν πάρει τη μισή χερσόνησο της Καλλιπόλεως, από την οποία αποχώρησαν το 2006 και παράλληλα είχαν κρατήσει περίπου τα 3\8 σχεδόν σε όλες τις σημαντικές πόλεις και όλα τα λιμάνια, δημιουργώντας παντού "τομείς" στις κεντρικές αγορές.
Η Λατινική Αυτοκρατορία Κωνσταντινουπόλεως [Επεξεργασία]
Αυτοκράτορας στέφηκε ο Φράγκος Βαλδουίνος Θ' της Φλάνδρας, που προωθήθηκε ουσιαστικά στη θέση αυτή από τον γηραιότατο δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο, παρότι ήταν μόλις 32 ετών -ή ίσως και γι' αυτό ακριβώς. Στόχος των Ενετών[5] ήταν να έχουν αυτοκράτορα, στη πραγματικότητα Αρμοστή.
Εξαρχής αποδείχτηκε ότι επέλεξαν σωστά, γιατί η "Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας" πήρε στην ουσία το μικρότερο μερίδιο και ο αυτοκράτοράς της έπρεπε να πεισθεί ότι αυτά ήταν εκείνα που του αναλογούσαν και να φανεί διαλλακτικός. Στην αυτοκρατορία του ορίστηκε να ανήκει η σημερινή Ευρωπαϊκή Τουρκία, ορισμένες περιοχές της βόρειας Μικράς Ασίας που όμως ήταν πολύ δύσκολο να ελέγξει καθώς εκεί ορθωνόταν η μεγαλύτερη αντίσταση των Βυζαντινών και τα νησιά Σαμοθράκη, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Λήμνος και Κως.
Ο Βαλδουίνος σκοτώθηκε ένα χρόνο αργότερα πολεμώντας τους Βουλγάρους. Τελικά η εγκάθετη αυτοκρατορία του επιβίωσε μέχρι το 1261, οπότε και καταλύθηκε από την ελληνική Αυτοκρατορία της Νίκαιας.
Στον περίπου μισό αιώνα της ζωής της, η επίσημη ονομασία που της έδιναν οι υπερασπιστές της ήταν Imperium Romaniae.
Το Λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης [Επεξεργασία]
Αυτό το Βασίλειο δόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό που νόμιζε μέχρι τότε ότι ως ηγέτης της Σταυροφορίας θα γινόταν αυτοκράτορας -αντ' αυτού του έδωσαν ένα τμήμα της αυτοκρατορίας, δηλαδή τη σημερινή Ελλάδα. Θα είχε αυξημένη αυτονομία, πλην όμως τυπικά θα υπαγόταν στο Λατίνο αυτοκράτορα. Υπάρχει μάλιστα πιθανότητα να μην του επιτράπηκε επισήμως να κάνει ποτέ χρήση του τίτλου "βασιλέας". Ο δόγης της Βενετίας δεν θέλησε να τον στηρίξει σαν υποψήφιο για αυτοκράτορα μάλλον επειδή τον έβρισκε πολύ δυναμικό. Επίσημη δικαιολογία των Ενετών ήταν πως είχε συγγενικούς δεσμούς με τους εκδιωχθέντες Βυζαντινούς (στενός συγγενής του είχε παντρευτεί μέλος της οικογένειας του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκ ΙΙ Αγγέλου) και κατά συνέπεια δεν ήταν σώφρον να αποτελεί εκείνος τη διάδοχη κατάσταση. Ομως ούτε τη Θεσσαλονίκη ουσιαστικά του χάρισαν, γιατί χρειάστηκε να πολεμήσει για να την κατακτήσει, κάτι που κατάφερε πάντως γρήγορα. Παρά λίγο μάλιστα να γίνει και εμφύλιος γιατί ήγειρε αξιώσεις στη Θεσσαλονίκη και ο αυτοκράτορας. Με τη μεσολάβηση των Βενετών και ανταλλάγματα σε λωρίδες γης, ο Βαλδουΐνος αποδέχτηκε τα σχεδόν αποκλειστικά δικαιώματα του Βονιφάτιου στη Θεσσαλονίκη. Και αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας Βουλγάρους -το 1207. Εναντίον του βασιλείου της Θεσσαλονίκης πολέμησε ο Λέων Σγουρός, μια ενδιαφέρουσα αλλά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ηγείτο του Ναυπλίου, της Κορίνθου και του Άργους. Ο Σγουρός δεν κατάφερε κάτι, αλλά κατάφερε ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος. Αυτός κατάλαβε τη Θεσσαλονίκη το 1224. Την κράτησε μέχρι το 1246, οπότε αυτή ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία της Νίκαιας και μετά το 1261 στην σχετικά αναγεννημένη βυζαντινή αυτοκρατορία. Στη Θεσσαλονίκη υπαγόταν και η Κρήτη, αλλά ο Βονιφάτιος την είχε ήδη πουλήσει από το 1205 στους Ενετούς (πιθανόν και να την εκχώρησε δωρεάν), με αντάλλαγμα την υποστήριξή τους σε ζητήματα αυτονομίας προς τον Λατίνο αυτοκράτορα ή άλλα εδαφικά ζητήματα που αντιμετώπιζε.
Στο βασίλειο του Βονιφάτιου ανήκαν και εδάφη που δεν μπόρεσαν να πάρουν οι Ελληνες. Ανάμεσά τους ήταν:
- η "Βαρωνία των Σαλώνων" (με έδρα την Άμφισσα),
- η "Μαρκιωνία της Βοδονίτσης" (κωμόπολη κοντά στις Θερμοπύλες)
- το "Δουκάτο της Ανατολικής Ελλάδος" ή "Δουκάτο των Αθηνών"
Το Δουκάτο των Αθηνών [Επεξεργασία]
Αυτό περιλάμβανε αρχικά την Αθήνα και τη Θήβα, πιθανόν και το Άργος. Ήταν από τις περιοχές που ο Βονιφάτιος έπρεπε να δώσει μάχη για να κυριέψει, όπως ήταν και η Εύβοια και η Πελοπόννησος. Για κάθε σπιθαμή γης που έπαιρνε στα χέρια του, ακόμα και αμαχητί, έπρεπε να ανταμείβει εκείνους που τον είχαν συνδράμει στρατιωτικά. Επειδή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του τον είχε βοηθήσειο ο Φράγκος σταυροφόρος Όθωνας Ντελαρός, ως ανταμοιβή του έδωσε τον τίτλο του δούκα ή του λόρδου -ο ίδιος συστηνόταν ως Μέγας Κύριος των Αθηνών. Το δουκάτο των Αθηνών αρχικά υπαγόταν στο Βασίλειο της Θεσσαλονίκης αλλά μετά την κατάλυση αυτού, "μεταφέρθηκε" στη δικαιοδοσία του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Το 1311 Καταλανοί μισθοφόροι νίκησαν τους Φράγκους δούκες των Αθηνών και ίδρυσαν καταλανικό κράτος που επιβίωσε περίπου 80 χρόνια -μέχρι το 1387 μ.Χ. Τότε οι Καταλανοί νικήθηκαν από τους Ατσατζόλι της Φλωρεντίας. Οι τελευταίοι κράτησαν το δουκάτο 70 χρόνια μέχρι την Τουρκοκρατία και, συγκεριμένα, μέχρι το 1460.
Το Πριγκηπάτο της Αχαΐας ή του Μορέως [Επεξεργασία]
Οι ενετικές κτήσεις [Επεξεργασία]
Η Τριαρχία της Εύβοιας, η Κρήτη, Το Δουκάτο του Αιγαίου, τα τμήματα/συνοικίες στα λιμάνια, το Ιόνιο, τα Κύθηρα
Τα ελληνικά κράτη [Επεξεργασία]
Μόλις καταλύθηκε το βυζαντινο κράτος, αριστοκράτες και στρατιωτικοί σχημάτισαν σε διάφορες περιοχές "εξόριστες κυβερνήσεις" της βυζαντινής αυτοκρατορίας, χωρίς δυστυχώς να έχουν μεταξύ τους ιδιαίτερη συνεννόηση.
Η αυτοκρατορία της Τραπεζούντος [Επεξεργασία]
Το Δεσποτάτο της Ηπείρου [Επεξεργασία]
Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας [Επεξεργασία]
Η κατάσταση των λαών του Βυζαντίου στη Φραγκοκρατία [Επεξεργασία]
Τα αίτια αποτυχίας της Φραγκοκρατίας [Επεξεργασία]
Οι συνέπειες της Φραγκοκρατίας για τον Βυζάντιο [Επεξεργασία]
Πηγές [Επεξεργασία]
- “Diplomatics in the eastern Mediterranean 1000-1500” των Alexander D. Beihammer, Maria G. Parani και Christopher D. Schabel
- "The papacy and the levant: 1204 -1571", του Kenneth M. Setton
- "Μελέτες Βυζαντινής Ιστορίας 11ου - 13ου αιώνα", του Αλέξη Γ.Κ. Σαββίδη
- "Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους" του Georf Ostrogorsky
- "Αλεξιάς" Άννα Κομνηνή
- "Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία" του Dimitri Obolensky
Επιπλέον Βιβλιογραφία [Επεξεργασία]
- Αλέξιος Σαββίδης, «Λατινοκρατία-Φραγκοκρατία μετά το 1204 μ.Χ. Όροι ταυτόσημοι; Ένα βιβλιογραφικό δοκίμιο για τους πρώτους αιώνες των δυτικών κυριαρχιών στον ελλαδικό χώρο», Βυζαντιακά, τομ.23 (2003),σελ.185-210
Παραπομπές [Επεξεργασία]
- ↑ “Diplomatics in the eastern Mediterranean 1000-1500” των Alexander D. Beihammer, Maria G. Parani και Christopher D. Schabel
- ↑ Η συνθήκη αναφέρεται στο πρώτο τόμο του έργου των ιστορικών Tafel και Thomas "Urkunden zur altern Handels und Staatsgeσchichte"
- ↑ Patrologia Latina, Innocentii III, Epistolae VII
- ↑ π.χ. η πρώτη συμφωνία του Μαρτίου δεν κάλυπτε τον Βονιφάτιο και αυτός απαιτούσε να πάρει την πλήρη κυριοτητα της Θεσσαλονίκης, οπότε όλο το καλοκαίρι πέρασε με "παζάρια" όπως αναφέρει στο "The papacy and the levant: 1204 -1571", σελίδα 18, ο Kenneth M. Setton
- ↑ Βασίλιεφ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας