Μονή Οσίου Λουκά

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μονή Δαφνίου, Μονή Οσίου Λουκά και Νέα Μονή Χίου(α)
Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ
HosiosLukas.jpg
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια i, iv
Ταυτότητα #537
Περιοχή(β) Ευρώπη και Βόρεια Αμερική

Ιστορικό εγγραφής

Εγγραφή: 1990 (14η συνεδρίαση)

α) Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων της Π.Π.Κ.
β) Επίσημη καταχώριση από την ΟΥΝΕΣΚΟ

Η Μονή Οσίου Λουκά είναι χτισμένη στις δυτικές υπώρειες του Ελικώνα κάτω από την ακρόπολη της αρχαίας Στείριδας, κοντά στο χωριό Στείρι, στη Βοιωτία. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της μεσοβυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής και περιλαμβάνεται στην κατάλογο μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ από κοινού με τα άλλα δύο σωζόμενα μοναστήρια της μεσοβυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, τη Νέα Μονή και τη Μονή Δαφνίου. Ο Όσιος Λουκάς είναι ωστόσο μεγαλύτερος και διαφέρει από το Δαφνί και τη Νέα Μονή στο ότι είναι αφιερωμένος σε ένα μοναδικό Όσιο, τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη (29 Ιουλίου 896 - 7 Φεβρουαρίου 953).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μοναστήρι του Οσίου Λουκά βρίσκεται σε γραφική πλαγιά του Ελικώνα σε τοποθεσία όπου βρισκόταν άλλοτε ναός της Στειρίτιδας Δήμητρας[1] και περιβάλλεται από οροπέδιο που καλύπτεται από ελαιώνα. Το φυσικό τοπίο δεν έχει αλλοιωθεί από οικιστική ή άλλη δραστηριότητα και διατηρεί την αυθεντικότητά του. Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους [2]. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Είχε γεννηθεί στο Καστρί Φωκίδας το 896 από γονείς πρόσφυγες από την Αίγινα. Από νωρίς ακολούθησε το μοναχισμό και στα τέλη του 910 ή 911 βρίσκεται ως μοναχός στην Αθήνα, ύστερα σε διάφορα ησυχαστήρια της Φωκίδας και της αντίπερα κορινθιακής ακτής. Οι μετακινήσεις του Οσίου υπαγορεύονταν από την απειλή των Βουλγάρων του Συμεών. Το 946/947 εγκαθίσταται στην τοποθεσία του σημερινού μοναστηριού και πεθαίνει το 953.

Ο Όσιος ήταν μορφή αγαπητή στον τοπικό πληθυσμό αλλά και στους αξιωματούχους του θέματος Ελλάδος του οποίου έδρα ήταν η Θήβα. Άσκησε φιλανθρωπικό και θεραπευτικό έργο ενώ είχε το χάρισμα να προφητεύει το μέλλον. Είχε μάλιστα προβλέψει το 941 την ανακατάληψη της Κρήτης από τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά επί Ρωμανού του Β΄ (961) με τα αποδιδόμενα λόγια: «Ρωμανὸς Κρήτην χειροῦται». Αυτές οι ικανότητες του οσίου και η φήμη του μετά θάνατον συνέβαλαν ώστε να αποκτήσει η περιοχή προσκυνηματικό ενδιαφέρον και μάλιστα ο στρατηγός του θέματος Κρηνίτης χρηματοδότησε την οικοδόμηση εκκλησίας όσο ζούσε ο όσιος το 946, την Αγία Βαρβάρα, η οποία ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του Οσίου. Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελιού του και το 955 μοναχοί έκτισαν σταυροειδές κτήριο γύρω από τον τάφο του καθώς και τα πρώτα κελιά της μοναστικής κοινότητας.

Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση νέου μεγαλοπρεπέστερου ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος[2]. Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. Σύμφωνα με την συζήτηση που θέλει το μοναστήρι να απολαμβάνει αυτοκρατορικής εύνοιας (είτε του Ρωμανού Β' ή του Βασιλείου Β' ή του Κωνσταντίνου Μονομάχου) λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ' (Μονομάχου), η οποία συμπίπτει με μια γενικότερη αναγέννηση των τεχνών στο Βυζάντιο[3]. Οι αρχαιολόγοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση των παλιότερων κτηρίων: ο Χατζηδάκης υποστηρίζει το 1011 (επί Βασιλείου Β'), ο Στίκας το 1042 (επί Κωνσταντίνου Θ')[1].

Μετά το 1204 και τη Φραγκοκρατία στην Ελλάδα στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι μοναχοί ενώ με την Τουρκοκρατία επανέρχεται σε ελληνικά χέρια. Στη διάρκεια των αιώνων γνώρισε καταστροφές και λεηλασίες, ωστόσο διασώζει σπανιότατο αρχιτεκτονικό και διακοσμητικό πλούτο. Εργασίες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1938 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και την Αρχαιολογική Εταιρία και συνεχίζονται ως σήμερα με σημαντική επιτυχία.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός της Παναγίας, ο παλιότερος στο συγκρότημα, είναι ο μόνος για τον οποίο είναι γνωστό ότι χτίστηκε στην κυρίως Ελλάδα το δέκατο αιώνα[4].

Ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο, ο οποίος διακρίνει την αρχιτεκτονική σχολή της Κωνσταντινούπολης. Στον κυρίως ναό προστέθηκε ευρύχωρος νάρθηκας, η λιτή. Στα δυτικά της λιτής ιδιότυπος εξωνάρθηκας αποτελείται από ένα ανοιχτό προστώο με δύο κλειστά διαμερίσματα στα δύο άκρα τα οποία προεξείχαν από το περίγραμμα του κυρίως ναού. Το νότιο διαμέρισμα του εξωνάρθηκα ενσωματώθηκε στη μεταγενέστερη εκκλησία, το καθολικό της μονής. Στη διάρκεια αναστηλωτικών εργασιών, κάτω από την ορθομαρμάρωση του καθολικού αποκαλύφθηκε μια εξαιρετική τοιχογραφία, που διακοσμούσε άλλοτε τον ανατολικό τοίχο του νοτίου διαμερίσματος του εξωνάρθηκα. Η μοναδική τοιχογραφία που σώθηκε από την αρχική διακόσμηση του ναού της Παναγίας ιστορεί την εμφάνιση του αρχάγγελου Μιχαήλ στον Ιησού του Ναυή πριν από την άλωση της Ιεριχούς. Τοιχογραφίες διασώζονται και στο νότιο σκέλος του σταυρού και το διακονικό. Παριστάνονται συνολικά πέντε μορφές ιεραρχών που έχουν χρονολογηθεί στο τέλος του 12ου αι[5].

Το Καθολικό, που χτίστηκε για να στεγάσει τα λείψανα του οσίου, είναι η μεγαλύτερη εκκλησία του συγκροτήματος και βρίσκεται στα νότια της εκκλησίας της Παναγίας. Ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς οκταγωνικού ναού, στον οποίο ο τρούλος (διάμ. περ. 9 μ.) στηρίζεται σε οκτώ πεσσούς αντί των τεσσάρων του κανονικού εγγεγραμμένου σταυροειδούς ναού. Οι πεσσοί αυτοί είναι τοποθετημένοι πιο κοντά στους τοίχους διευρύνοντας τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού. Ο συγκεκριμένος τύπος είναι ειδικότερα γνωστός ως σύνθετος οκταγωνικός ή ηπειρωτικός, καθώς η σταυροειδής διάταξη διατηρείται στις καμάρες της οροφής και ανάμεσά τους πρεμβάλλονται ημιχώνια. Χρακτηριστικό του τύπου είναι και η διαμόρφωση περιστώου γύρω από τον κεντρικό χώρο του κυρίως ναού.

Από τα παρεκκλήσια που πλαισιώνουν τον τετράγωνο πυρήνα ιδιαίτερη σημασία έχει το βορειανατολικό γιατί εκεί, και στο σημείο επικοινωνίας με τη βόρεια κεραία του σταυρού έχει τοποθετηθεί η μαρμάρινη λειψανοθήκη του οσίου. Είναι το τμήμα του καθολικού που συνδέεται με το ναό της Παναγίας, διευκολύνοντας τη διέλευση των προσκυνητών μπροστά από το λείψανο και την είσοδό τους στο ναό της Παναγίας. Ταυτόχρονα με το καθολικό κτίσθηκε η κρύπτη που έχει σε κάτοψη το σχήμα σταυροειδούς τετρακιόνιου ναού. Στην κρύπτη στεγάζεται ο αρχικός τάφος του οσίου Λουκά, που βρίσκεται στο βόρειο τοίχο, ακριβώς κάτω από το χώρο του καθολικού, όπου τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του οσίου. Δύο ακόμα τάφοι στην κρύπτη ανήκουν σε επιφανείς ηγούμενους του μοναστηριού[6].

Άλλα κτήρια που έχουν αναστηλωθεί είναι το βορδονάρειο (στάβλος), στο οποίο εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι. από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος μετόχι του Οσίου Λουκά στην περιοχή Στειρίου, το φωτάναμμα με τη χαρακτηριστική καπνοδόχο και η τράπεζα, που από το 1993 λειτουργεί ως μουσείο και περιλαμβάνει αρχιτεκτονικά μέλη από διάφορες οικοδομικές φάσεις της και ευρήματα από τη γύρω περιοχή.

Διάκοσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία του Ιησού του Ναυή, 12ος με 13ος αι.

Η προφητεία του Οσίου για την ανακατάληψη της Κρήτης τιμάται από την εικόνα του Ιησού του Ναυή στον εξωτερικό τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας (αποκαλύφθηκε κατά την αναστήλωση το 1964), ο Ιησούς θεωρούνταν «μαχητής της πίστης», του οποίου η βοήθεια ήταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες. Το Καθολικό περιέχει τα πιο καλοδιατηρημένα σύνολα ψηφιδωτών από την περίοδο της Μακεδονικής Αναγέννησης. Όμως το σύνολο δεν είναι ολόκληρο: η αρχική εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα, στον τρούλο λείπει, όπως και οι μορφές των αρχαγγέλων που τοποθετούνται συνήθως ανάμεσα στα επάνω παράθυρα.

Υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μονή ήταν ξακουστή σε όλο το Βυζάντιο για την πολυτελή της διακόσμηση, η οποία απλωνόταν σε όλες τις επιφάνειες. Εκτός από τα τείχη, τη γλυπτική, τα χρυσά και αργυρά πινάκια, τις τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά (εξαιρετικά εντυπωσιακά στις κοίλες επιφάνειες, το εσωτερικό κοσμούσαν εικόνες, πολυέλαιοι, μεταξωτές κουρτίνες και υφάσματα βωμών (αντιμήνσια). Μόνο ένα τμήμα τους σώζεται σήμερα στη θέση του, κυρίως οι χρωματιστές επενδύσεις των μαρμάρων και τα κιγκλιδώματα των παραθύρων. Παρά τις απώλειες το Καθολικό «δίνει την καλύτερη εντύπωση που μπορεί να αποκομίσει κανείς οπουδήποτε σήμερα για τη μορφή του εσωτερικού ενός ναού τους πρώτους αιώνες μετά το τέλος της Εικονομαχίας».[7]

Ειδικότερα, ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Καθολικού περιλαμβάνει:

Συνθέσεις από χρωματιστά μάρμαρα [που] καλύπτουν το δάπεδο του ναού, όπως και τις κατακόρυφες επιφάνειες των τοίχων. Τα λαμπρά ψηφιδωτά που κοσμούν τις ανώτερες επιφάνειες του καθολικού, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά σύνολα της μεσοβυζαντινής τέχνης. Χρονολογούνται γύρω στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 11ου αι., είναι δηλαδή πρωιμότερα από τα άλλα δύο μεγάλα ψηφιδωτά σύνολα του ελλαδικού χώρου, αυτά της Νέας Μονής Χίου και του Δαφνιού. Στη κόγχη του ιερού απεικονίζεται η Παναγία ένθρονη Βρεφοκρατούσα, ενώ στο χαμηλό θόλο πάνω από το ιερό παριστάνεται η Πεντηκοστή. Στο μεγάλο τόξο επάνω από την είσοδο του ιερού εικονίζονται οι δύο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο χριστολογικός κύκλος αντιπροσωπεύεται με τέσσερις σκηνές στα ημιχώνια (ο Ευαγγελισμός που δεν σώζεται, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση) και με τέσσερις σκηνές από τον κύκλο του Πάθους (ο Νιπτήρας, η Σταύρωση, η Ανάσταση και η Ψηλάφηση του Θωμά). Στο διακονικό διατηρούνται δύο σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δανιήλ στο λάκκο των Λεόντων και οι Τρεις Παίδες στην κάμινο. Τη ψηφιδωτή διακόσμηση συμπληρώνουν παραστάσεις ενός πολύ μεγάλου αριθμού αγίων, κυρίως μοναχών, ιεραρχών, στρατιωτικών αγίων και αγίων ιατρών. Τα δύο παρεκκλήσια, βορειοδυτικό και νοτιοδυτικό, μικρό τμήμα του βορειοανατολικού διαμερίσματος και η κρύπτη κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αι[6].

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιδωτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σαρλ Ντιλ, Η εκκλησία και τα μωσαϊκά του μοναστηρίου του Οσίου Λουκά στη Φωκίδα (1889)
  • Ν. Πανσελήνου, Βυζαντινή ζωγραφική (2010)
  • Ν. Χατζηδάκη, Ελληνική Τέχνη: Βυζαντινά ψηφιδωτά (1994)
  • Ν. Χατζηδάκη, Όσιος Λουκάς (1996)


Συντεταγμένες: 38°23′41″N 22°44′48″E / 38.39472°N 22.74667°E / 38.39472; 22.74667