Βογόμιλοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μέρος της σειράς λημμάτων
Γνωστικισμός
Simple crossed circle.svg

Περσικός Γνωστικισμός
Μανδαϊσμός
Μανιχαϊσμός

Συροαιγυπτιακός γνωστικισμός
Σηθιανοί
Βαλεντιανισμός
Βασιλιδιανοί

Πατέρες του χριστιανικού γνωστικισμού
Σίμων ο Μάγος
Κήρινθος
Μαρκίων
Βαλεντίνος

Πρώιμος Γνωστικισμός
Οφίτες
Καϊνίτες
Καρποκρατιανοί
Βορβορίτες

Μεσαιωνικός Γνωστικισμός
Παυλικιανισμός
Βογόμιλοι
Καθαροί

Σύγχρονος γνωστικισμός

Γνωστικά κείμενα
Βιβλιοθήκη Ναγκ Χαμαντί
Γνωστικά Ευαγγέλια
Codex Tchacos

Σχετικά λήμματα
Πυθαγορισμός
Νεοπλατωνισμός
Εύα (Γνωστικισμός)

Οι Βογόμιλοι, στα βουλγαρικά Богомили, ήταν μια χριστιανική κοινότητα η οποία άνθισε στα Βαλκάνια την περίοδο μεταξύ του 10ου αιώνα και του 15ου αιώνα. Εμφανίστηκε στη Βουλγαρία γύρω στο 950 και ενσωμάτωσε κάποια νεομανιχαϊστικά και παυλικιανικά στοιχεία. Η θρησκευτική κίνηση εμφανίστηκε αρχικά στην Αρμενία και τη Μικρά Ασία, και δέχτηκε αργότερα σλαβονικές επιδράσεις που αποσκοπούσαν στη μεταρρύθμιση της προσφάτως ιδρυθείσας Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πέρα από την επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Βοσνία, Σερβία), το βογομιλικό κίνημα επεκτάθηκε μέχρι την Ιταλία, τη Ρηνανία (Γερμανία) και τη Γαλλία. Το θρησκευτικό αυτό κίνημα περιγράφεται και ως Βογομιλισμός.

Η ονομασία «Βογόμιλοι» κατά μία εκδοχή επινοήθηκε από έναν μοναχό το 1050 με βάση το όνομα του γνωστότερου δραστήριου κήρυκά τους, του ιερέα Βογόμιλου, δηλαδή «Θεόφιλου» από το βουλγαρικό μπογκομίλ, ο οποίος είχε ως κέντρο της δράσης του τη Φιλιππούπολη κατά τον 9ο αιώνα, ενώ κατά άλλη εκδοχή τους αποκαλούσαν γενικότερα με αυτό το όνομα που σήμαινε «Θεόφιλοι».

Θρησκευτικές αντιλήψεις και πρακτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, οι αντιλήψεις των Βογόμιλων φαίνεται ότι είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες των μεσσαλιανών[1] και των παυλικιανών,[2] καθώς επίσης και με τον γνωστικισμό.[3]

Κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας των Βογόμιλων αποτελούσε η πεποίθηση ότι ο ορατός, υλικός κόσμος κυβερνάται από τον Σατανά.[4] Απέρριπταν την ιεραρχία της διοικούσας Εκκλησίας,[5] και θεωρούσαν εσφαλμένα τα δόγματα που αφορούσαν μεταξύ άλλων την απόδοση τιμής στις ιερές εικόνες, στο σταυρό και τα ιερά λείψανα —τα οποία θεωρούσαν ειδωλολατρία— και στους αγίους και δεν αποδέχονταν τα εκκλησιαστικά μυστήρια, τον νηπιοβαπτισμό, την Θεία Ευχαριστία και τα δόγματα περί Αειπάρθενου και Θεοτόκου της μητέρας του Ιησού Χριστού.[6] Απέρριπταν γενικά αυτά που θεωρούσαν ως κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία καθώς πίστευαν ότι έχουν ανθρώπινη προέλευση, αρνούμενοι την πληρωμή φόρων και την συμμετοχή στον πόλεμο.[7] Θεωρούσαν τους ναούς της επίσημης Εκκλησίας ως κατοικίες δαιμόνων. Καταδίκαζαν δραστηριότητες που έφερναν τον άνθρωπο κοντά στην ύλη, όπως η κρεοφαγία και η οινοποσία, και τηρούσαν αυστηρές νηστείες.[8] Η ηθική τους αυστηρότητα αναγνωριζόταν ακόμη και από τους εχθρούς τους.[9]

Δήλωναν πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Σύμφωνα με τον Γιάροσλαβ Πέλικαν, «δεν αποδέχονταν κάποια συγκεκριμένη τριαδιστική θεωρία» και «ενώ ισχυρίζονταν ότι ομολογούσαν [το δόγμα του] Θεού σύμφωνα με την εκκλησία, στην πραγματικότητα το αρνούνταν», δηλαδή έδιναν διαφορετική ερμηνεία.[10] Σύμφωνα με τον Βασ. Στεφανίδη, όπως φαίνεται από το έργο του πρεσβυτέρου Κοσμά "Λόγοι κατά των αιρετικών", οι Βογόμιλοι δέχονταν ως αγαθό Θεό την αγία τριάδα και ως κακό Θεό τον σατανά και ότι «ο υιός και το άγιον πνεύμα μετά την συμπλήρωσιν του έργου αυτών θα επιστρέψωσιν εις τον πατέρα, ο οποίος θα γίνει πάλιν μονοπρόσωπος», το οποίο αποτελή σαφή διαφοροποίηση από το ορθόδοξο δόγμα της Αγίας Τριάδος.[11]

Αποδέχονταν ως ιερά συγγράμματα την Καινή Διαθήκη και τους Προφήτες και τους Ψαλμούς από την Παλαιά Διαθήκη και απέρριπταν την Πεντάτευχο και τα ιστορικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Εκτός από την Αγία Γραφή χρησιμοποιούσαν και πολλά απόκρυφα βιβλία.[12] Οι Βογομίλοι ήταν ένθερμοι υποστηρικτές της μετάφρασης της Αγίας Γραφής στη γλώσσα του λαού.[13] Επιπλέον, εξασκούσαν και χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα τη μνήμη τους, καθώς απαιτούνταν από τα μέλη της ομάδας να αποστηθίζουν μεγάλα τμήματα της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχαήλ Ντραγκομάνοφ (Mihailo P. Dragomanov), 4.000 Βογόμιλοι είχαν απομνημονεύσει ολόκληρη την Αγία Γραφή, ενώ όλα τα μέλη τους ήξεραν από μνήμης ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.[14] Σύμφωνα με τον καθηγητή Θεολογίας Roelof van den Broek, «δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι έφτασαν σε μια μορφή Χριστιανοσύνης που έμοιαζε με την πρώτη Εκκλησία, αλλά οφειλόταν στην προσεκτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής· ήταν επίσης κληρονόμοι Χριστιανών της ανατολής οι οποίοι είχαν διατηρήσει ιδέες και πρακτικές οι οποίες ίσχυαν κατά τους πρώτους αιώνες».[15]

Σύμφωνα με τον Ostrogorsky, οι Βογόμιλοι ως έκφραση "διαμαρτυρίας κατά της τάξεως των κυβερνώντων, των ισχυρών και των πλουσίων" όπως και άλλες παρόμοιας αντίληψης ομάδες, παρουσίαζαν άνθηση περιοδικά, και δεν απέρριπταν μόνο την κρατική εξουσία ή την Ορθόδοξη Εκκλησία: "η αίρεση αυτή άνθιζε ιδιαίτερα σε εποχές κρίσεως και ανάγκης, γιατί σε τέτοιες ακριβώς εποχές η βασικά απαισιόδοξη κοσμοθεωρία της, που δεν απορρίπτει μόνο μια ορισμένη τάξη αλλά τον επίγειο κόσμο σαν τέτοιο, βρίσκει πλούσιο έδαφος και εντυπωσιάζει περισσότερο με τη διαμαρτυρία της"[16].

Ιστορική επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βογομιλικός χώρος λατρείας στο Τράβνικ της Βοσνίας.

Σύμφωνα με την συνήθη μέθοδο της εσωτερικής πολιτικής του Βυζαντίου, εθνότητες και μη ορθόδοξες θρησκευτικές ομάδες (αιρέσεις) μεταφέρονταν και μετοικίζονταν σε άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας αποσκοπώντας μέσω του εποικισμού στην απομάκρυνση τους από τα ασφαλή κέντρα τους, στον έλεγχό τους, και την χρησιμοποίησή τους ως προπύργιο εναντίον των συχνών εισβολών των βορείων βαρβάρων. Όπως συνέβη με τους Σύριους, τους Αρμένιους και τους Σλάβους, οι Παυλικιανοί —οι οποίοι άσκησαν σημαντική επίδραση στους Βογόμιλους— μετοικίστηκαν κατά χιλιάδες από την Μικρά Ασία στη Θράκη κατά τον 8ο αιώνα, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ και τον 10ο αιώνα από τον Ιωάννη Τσιμισκή.[17] Με κέντρο τη Φιλιππούπολη, οι Παυλικιανοί εξαπλώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Θράκης και της Βουλγαρίας.

Τον 9ο αιώνα, ο μεταρρυθμιστής παυλικιανός ιερέας Μπογκομίλ (Βογόμιλος), κήρυττε με βάση τη Μακεδονία αυτό το δόγμα στην ευρύτερη περιοχή της Βουλγαρίας. Το όνομα «Βογόμιλοι» δόθηκε στους ομοϊδεάτες του από έναν ορθόδοξο μοναχό που ονομαζόταν Ευθύμιος το 1050, ενώ οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν «χριστιανοί».[18] Ο βογομιλισμός αποτέλεσε «θεωρητική σύλληψη υπερσυντηρητικών βυζαντινών θρησκευομένων»,[19] ο οποίος βρήκε απήχηση σε ποικίλα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας[20] και σταδιακά διαδόθηκε στη Σερβία και τη Βοσνία και αργότερα στη Δυτική Ευρώπη λαμβάνοντας διάφορα ονόματα, όπως Καθαροί στη Γερμανία, την Ιταλία και τη Γαλλία και Πομπλικανοί (δηλ. Παυλικιανοί) και Αλβιγηνοί στη Γαλλία. Έτσι οι ρίζες του κινήματος αυτού βρίσκονταν στο παρελθόν. Οι Βογόμιλοι λοιπόν προέρχονταν από τους Παυλικιανούς του 7ου αιώνα που έδρασαν στη Μικρά Ασία, οι οποίοι σχετίζονταν με τους Μασαλλιανούς του 4ου αιώνα της Μεσοποτομίας, καθώς και τους Μαρκιωνίτες τους β΄ αιώνα. Έτσι θα λέγαμε πως η ρίζα της ομάδος αυτής είναι Γνωστική[21].

Η πολεμική από μέρους του κράτους που την περίοδο αυτή[22] ταυτιζόταν με τις απόψεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας[23] εναντίον της «αίρεσης»[24] των Βογόμιλων εκδηλώθηκε κατά τον 10ο αιώνα όταν ένας ιερομόναχος ονόματι Κοσμάς έγραψε στα βουλγαρικά δεκατρείς λόγους, τους Λόγους Κατά Αιρετικών, οι οποίοι διανεμήθηκαν ευρέως. Στα έτη περί το 1110 ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α' Κομνηνός ξεκίνησε διωγμό κατά των Βογόμιλων, επειδή διαψεύστηκαν οι προσδοκίες για βοήθεια που θα λάβαινε από αυτούς με την μετεγκατάσταση τους στη Βαλκανική χερσόνησο[25] και αρνήθηκαν τη βοήθεια τους προς το βυζαντινό κράτος και «τρεις χιλιάδες περίπου απ' αυτούς, που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά των Νορμανδών, τον εγκατέλειψαν και γύρισαν στα χωριά τους».[26] Έγιναν εκφραστές της εθνικής και πολιτικής αντίθεσης των Σλάβων «εναντίον τής αυστηρής βυζαντινής διοίκησης», «τόσο στα εκκλησιαστικά όσο και στα κοσμικά ζητήματα».[25] «Οι αυθαιρεσίες των βυζαντινών διοικητών και τα επαχθή φορολογικά μέτρα προκαλούσαν τη γενικότερη δυσφορία του βουλγαρικού λαού».[27] Ως αποτέλεσμα, αντί να υπερασπιστούν την περιοχή του Βυζαντίου από τους βαρβάρους του Βορρά, «οι Βογόμιλοι επέδειξαν προδοτική στάση έναντι του Βυζαντίου κατά την εισβολή των Νορμανδών στις δυτικές επαρχίες της χερσονήσου του Αίμου και προκάλεσαν τόσο την οργή του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118), όσο και τη σκληρή τιμωρία των Παυλικιανών»[28] οι οποίοι είχαν στασιάσει. Όπως αναφέρει η Άννα Κομνηνή, «οι Βογόμιλοι και οι Αρμένιοι μπορεί να είχαν διαφορετική πίστη από τους Παυλικιανούς, αλλά σ' αυτή την περίπτωση συμμάχησαν με τους στασιαστές».[29]

Λίγο αργότερα, το 1084, οι Βογόμιλοι «επαναστάτησαν και κάλεσαν σε βοήθεια τους Πατζινάκους» (Πετσενέγους) και «δύο φορές (1086 και 1088) οι βαρβαρικές ορδές διέλυσαν τα ελληνικά στρατεύματα και χρειάστηκε να ζητηθεί ειρήνη (1089)».[30] «Οι Πετσενέγοι και οι Βογομίλοι νίκησαν το στρατό του Βυζαντίου και απελευθέρωσαν τη Δρίστρα και όλη την παραδουνάβια περιοχή».[31] Αυτό συνέβη, καθώς «πριν καλά - καλά προλάβει ο βυζαντινός αυτοκράτορας να αποσοβήσει τον κίνδυνο από τους Νορμανδούς», αναφέρει ο Ostrogorsky, «βρέθηκε σε εμπόλεμη κατάσταση με τους Πατζινάκες». Και συνεχίζει: «Ο κίνδυνος από τους Πατζινάκες απειλούσε την αυτοκρατορία σαν δαμόκλεια σπάθη τις τελευταίες δεκαετίες και τελικά έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις όταν οι Βογόμιλοι από τις ανατολικές περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου υποστήριξαν τα προελαύνοντα στίφη των Πατζινάκων. Η απειλή κορυφώθηκε όταν οι Πατζινάκες, ύστερα από μακρές και αμφίρροπες πολεμικές αναμετρήσεις, έφθασαν το 1090 μπροστά στα τείχη της βυζαντινής πρωτεύουσας».[32]

Καθώς «οι κρατικές αρχές...λάβαιναν μέτρα εναντίον τους...κατά κανόνα...όταν οι αιρετικοί ήταν επικίνδυνοι από άποψη πολιτική, όπως οι Βογόμιλοι»,[33] «o αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118) αποκάλυψε με τέχνασμα την οργανωμένη δράση του Βασιλείου, πέτυχε τη συνοδική καταδίκη της αίρεσης και των οπαδών της και εξαπέλυσε σκληρούς διωγμούς εναντίον των φανατικών οπαδών της (1010)»[34]. Ο Πατριάρχης Νικόλαος Γ΄ καταδίκασε ως αιρεσιάρχη τον αρχηγό τους και τον παρέδωσε σε βασανιστήρια. Τελικά, ο «Βασίλειος και οι μαθητές του, που έμειναν πιστοί στις πεποιθήσεις τους, κάηκαν στην πυρά[35][36] στο Ιπποδρόμιο της Κωνσταντινούπολης από τα χέρια του Αυτοκράτορα Αλεξίου το 1118, αφού πρώτα εξαπατημένος από τον αυτοκράτορα,[37] του αποκάλυψε τα περί των θέσεων που πρέσβευε.[38] Βάσει εκείνων των σημειώσεων ο προσωπικός θεολόγος του αυτοκράτορα Ευθύµιος Ζιγαβηνός συνέγραψε ένα αιρεσιολογικό βιβλίο με τίτλο Πανοπλία Δογματική, του οποίου το 27ο κεφάλαιο αφιερώνεται στον βογομιλισμό.[39] Όλοι οι υπόλοιποι Βογόμιλοι της Κωνσταντινούπολης συνελήφθησαν· όσοι αποκήρυσσαν την πίστη τους απελευθερώνονταν, ενώ οι υπόλοιποι καταδικάζονταν σε ισόβια φυλάκιση.[40] Στη συνέχεια, ο Αλέξιος διόρισε κήρυκες να εκφωνήσουν ομιλίες στον ναό της Αγίας Σοφίας για να προειδοποιήσουν τον λαό για τους κινδύνους που προέρχονταν από τους Βογόμιλους και για τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να εντοπίζουν τους αιρετικούς.[41] Η κόρη του Αλέξιου Άννα Κομνηνή συνέγραψε αργότερα την Αλεξιάδα, όπου κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της μεταξύ των ετών 1069 και 1118, στο 15ο κεφάλαιο της οποίας ασχολείται με την «Αίρεση των Βογομίλων».[42] Εκείνη την εποχή πολλοί καταδιώχθηκαν με την κατηγορία ότι ήταν αιρετικοί Βογόμιλοι, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμία σχέση με αυτούς. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα σε εκείνους που δεν έδιναν ιδιαίτερη έμφαση ή περιφρονούσαν την εξωτερική λατρεία.[43]

Εντούτοις, παρά τους σκληρούς διωγμούς στη Βουλγαρία και στο Βυζάντιο, η διδασκαλία των Βογόμιλων συνέχισε να υφίσταται ακέραια στην Κωνσταντινούπολη υπό την επιφάνεια, κρυφά, τουλάχιστον για μία γενιά· μάλιστα δε, κατόρθωσε να επιβιώσει στα λαϊκά στρώματα και να γνωρίσει άνθηση κατά την περίοδο του Β' Βουλγαρικού Κράτους από το 1186 ως το 1193. Κυρίως, όμως, στους λόγιους κύκλους του Βυζαντίου βρήκαν απήχηση οι βογομιλικές θέσεις, ενώ οι επιδράσεις τους είναι εμφανείς σε όλη αυτή την περίοδο μέχρι και τον 14ο αιώνα.[44] Οι βογομιλικές ιδέες διείσδυσαν κατά τον 13ο αιώνα και στο Άγιο Όρος.[45]

Η διάδοση του Βογομιλισμού προκαλούσε, σύμφωνα με την Νεράτζη-Βαρμάζη, «κοινωνικές αναστατώσεις και λαϊκές διαμαρτυρίες» που συντάρασσαν τη συνοχή του κράτους[46] καθώς «εκήρυτταν την απείθεια» προς αυτό[47] και έτσι έγιναν προσπάθειες αντιμετώπισής τους. Οι Βογόμιλοι καταδικάστηκαν ως αίρεση από το νεοπαγές Βουλγαρικό Πατριαρχείο στη σύνοδο του Τυρνόβου (Turnovo, πρωτεύουσας του τότε βουλγαρικού κράτους) το 1211 και οδηγήθηκαν σταδιακά σε παρακμή. Τον 12ο αιώνα, ο Μεγάλος Πρίγκηπας της Σερβίας Στέφαν Νέμανια (Στέφανος A' Νεμάνια)[48] επέφερε σκληρούς διωγμούς και έκανε μαζικές εκκαθαρίσεις των Βογόμιλων, ενώ υπήρξε μεγάλης κλίμακας καύση βιβλίων αδιακρίτως, σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν σώζεται κανένα σερβικό χειρόγραφο εκείνης της περιόδου.[49] Σύμφωνα πάντως με τους Baynes και Moss, βασική αιτία εξάλειψης των Βογόμιλων από την Σερβία, ήταν η εκκλησιαστική πολιτική του γιου του Στεφάνου, Σάββα (Α΄ αρχιεπίσκοπος Σερβίας), ο οποίος "έκανε το Χριστιανισμό πιο προσιτό στους Σέρβους αφομοιώνοντας μαζί του πολλές από τις εθνικές πεποιθήσεις και τα έθιμα και δημιουργώντας μια Εκκλησία, η οποία ήταν λαϊκή, συνδεδεμένη με τη νέα εθνικιστική δυναστεία και συγχρόνως ευρισκομένη σε επαφή με τον υψηλότερο πολιτισμό της Κωνσταντινουπόλεως" με "επακόλουθο...να χαθή γρήγορα στη Σερβία η βογομιλική αίρεση"[50].

Κατά τους διωγμούς του τσάρου των Βουλγάρων Μπορίς Α' Μιχαήλ (Βάρι) και του βασιλιά των Σέρβων Νέμανια πολλοί Βογόμιλοι κατέφυγαν στη Βοσνία, όπου αναδιοργανώθηκαν και συνέχισαν τη δράση τους. Η σκληρή αντιμετώπισή τους συνεχίστηκε τόσο από τον τσάρο Καλογιάννη της Βουλγαρίας (για τους Βυζαντινούς, «Σκυλογιάννης», 1197-1207) όσο και από τον βασιλιά της Σερβίας Στέφανο B' Νεμάνια (κυβερνήτης από το 1197 έως το 1227). Μάλιστα, το 1349, ο τσάρος (κράλης) Ντουσάν της Σερβίας εφάρμοσε ιδιαίτερα σκληρή νομοθεσία (Zakonik) εναντίον των «αιρετικών», οι οποίοι πιθανώς ήταν κυρίως οι Βογομίλοι: Οι αιρετικοί έπρεπε να στιγματιστούν με πυροσφραγίδα και να εκδιωχθούν από τη χώρα (άρθρο 10), ενώ ο θρησκευτικός προσηλυτισμός απαγορευόταν (άρθρο 8).[51] Τον 13ο και 14ο αιώνα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απέστειλε αρκετούς λεγάτους και Φραγκισκανούς ιεραποστόλους για να μεταστρέψουν ή να εκδιώξουν Βόσνιους αιρετικούς μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και Βογόμιλοι. Δέχτηκαν τότε «μεγαλυτέραν επίδρασιν εκ μέρους των Μεσσαλιανών» και έτσι «έχασαν την φήμην των δι' ηθικήν αυστηρότητα, εξεδόθησαν εις σαρκικάς καταχρήσεις» και προσλαμβάνοντας στη διδασκαλία τους «και ξένα στοιχεία έχασαν την εσωτερικήν των ενότητα».[52] Κατά τον 14ο και τον 15ο αιώνα απέμειναν ελάχιστα μέλη αυτής της θρησκευτικής ομάδας στη Βουλγαρία και στο Βυζάντιο.

Με την κατάκτηση από τους Οθωμανούς της νοτιοανατολικής Ευρώπης τον 15ο αιώνα, οι Βογόμιλοι οδηγήθηκαν σε αφάνεια. Ίχνη αυτού του θρησκευτικού κινήματος εντοπίζονται σήμερα σε παραδόσεις των νοτιοσλαβικών λαών. Ορισμένες διδασκαλίες τους φαίνεται ότι επηρέασαν άλλες μεταρρυθμιστικές ομάδες που εμφανίστηκαν τους επόμενους αιώνες, όπως η Βοσνιακή Εκκλησία, οι Αδαμίτες, οι Καθαροί, οι Βαλδένσιοι (Βάλδιοι) αλλά και η ίδια η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «Μεσσαλιανοί», διαθέσιμο στο ίντερνετ εδώ (Αγγλικά).
  2. Αν και γενικά συσχετίζονται με τους παυλικιανούς, φαίνεται πως —πέρα από την βουλγαρική καταγωγή— είναι ατυχής αυτή η σύνδεση. (Eliade-Couliano, σ. 102)
  3. Ο Βογομιλισμός έχει περιγραφεί ως μια από τις μεσαιωνικές "γνωστικίζουσες ομάδες στο χριστιανισμό". (Μπέγζος Μάριος, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σ. 97) Δεν αποτελούν «επανεμφάνιση του γνωστικισμού». (Eliade-Couliano, σ. 102)
  4. Όσον αφορά τις κοσμολογικές αντιλήψεις τους, ορισμένες πηγές θεωρούν ότι οι Βογόμιλοι «εκπροσωπούν μια δυαλιστική διδασκαλία, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος κυβερνάται από δύο αρχές, το καλό (ο Θεός) και το κακό (ο Σαταναήλ)» (Ostrogorsky, τόμ. Β', σ. 146) ενώ άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι «δεν είναι καν δυϊστές, αφού διακηρύσσουν ότι ο Σατανάς δεν είναι ο δημιουργός, αλλά μόνον ο οργανωτής (ο "αρχιτέκτων") του κόσμου». (Eliade-Couliano, σ. 102) Επιπλέον, «όντας αντιιουδαίοι, θα ταυτίσουν τον Γιαχβέχ με το Σατανά». (σ. 261)
  5. Ιστορία του ελληνικού έθνους, τόμ. 9, σ. 375· Ostogorsky τόμ. Β', σ. 146.
  6. Johnson Paul, A History of Christianity, 1979, Touchstone Publ., σ. 251. «Μετά των Παυλικιανών είχον κοινόν οι Βογόμιλοι την μυστικήν αντίθεσιν προς την λατρείαν της εκκλησίας, προς την προσκύνησιν των αγίων, των λειψάνων και των εικόνων». (Διομήδης-Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σσ. 71, 72.)
  7. The Balkans: A History Of Bulgaria, Serbia, Greece, Rumania, Turkey, Nevill Forbes, Arnold J. Toynbee, D. Mitrany, D.G. Hogarth, διαθέσιμο στο ίντερνετ εδώ, στον ιστότοπο gutenberg.org (Αγγλικά). «Οι βογόμιλοι τηρούσαν πoλύ ειρηνόφιλη στάση και δεν γνωρίζουμε να είχαν κάποιες πολιτικες φιλοδοξίες». (Mango, σ. 125) «Ανόμοια με τους παυλικιανούς, οι οποίοι έπαιρναν όπλο για να αμυνθούν, ο Βογόμιλος και οι ακόλουθοί του ήταν ειρηνιστές οι οποίοι εφάρμοζαν κοινωνική ανυπακοή». (Historical Dictionary of Byzantium, The Scarecrow Press, 2001, λήμμα "Bogomils") «Ανόμοια με τους παυλικιανούς, οι βογόμιλοι δεν εμπλέκονταν σε στρατιωτική δράση εναντίον του κράτους, αν και αντιστέκονταν σε κάθε προσπάθεια να τους μεταστρέψουν σε ορθόδοξες μορφές χριστιανισμού». (Gregory Timothy, A History of Byzantium, Wiley-Blackwell publ., 2005, σ. 229)
  8. Οι αυστηροί περιορισμοί που αφορούσαν την αποχή από σεξουαλικές σχέσεις, κρεοφαγία και οινοποσία δεν είχαν γενική ισχύ αλλά αφορούσαν μια "επίλεκτη ομάδα μυημένων". (Gregory Timothy, A History of Byzantium, Wiley-Blackwell publ., 2005, σ. 229) Στεφανίδης Βασ. (Αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β' έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σ. 422.
  9. «Η ηθική των διδασκαλία ήτο αυστηρά». (Διομήδης-Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 59.)
  10. The Christian Tradition: A History of the Development of Doctrine, Jaroslav Pelikan, 1989, University of Chicago Press, σ. 218.
  11. Στεφανίδης Βασ. (Αρχιμ.), Εκκλησιαστική Ιστορία - Απ' αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β' έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σσ. 421, 422.
  12. «Εκτός δε των ιερών Γραφών υπήρχον παρ' αυτοίς εν χρήσει και πολλά απόκρυφα βιβλία». (Διομήδης-Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 63)
  13. Slavic Scriptures: The Formation of the Church Slavonic Version of the Holy Bible, Henry R. Cooper, 2003, Fairleigh Dickinson University Press, σ. 102. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην ίδια πηγή, ο φόβος για εισχώρηση των «αιρετικών» απόψεων των Βογόμιλων οδήγησε την Ορθόδοξη Εκκλησία να μην προωθήσει τη μετάφραση στη σλαβονική γλώσσα, πράγμα που είχε αρχικά δεχτεί.
  14. Η Σκοπιά, 1 Ιουλίου 1958, σσ. 393, 394 (Αγγλικά).
  15. Studies in Gnosticism and Alexandrian Christianity, Roelof van den Broek, 1996, Brill ed., σ. 160.
  16. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Β΄, 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σελ. 146.
  17. Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971, σσ. 20-22.
  18. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 945.
  19. Eliade-Couliano, σ. 102.
  20. «Οι βογόμιλοι φαίνεται ότι ανήκαν κυρίως στην αγρoτική τάξη, αλλά περιλάμβαναν και κατώτερους κληρικούς και, αν πιστέψουμε την Άννα Koμνηνή, μέλη μερικών από τις καλύτερες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης». (Mango, σ. 125)
  21. Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Κίνηση, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 41
  22. Είναι πολλές οι περιπτώσεις όπου το κράτος πολέμησε την Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθώντας μάταια να της επιβάλλει αιρετικές, για εκείνη, απόψεις: "1) οι αυτοκράτορες δεν πέτυχαν να συμβιβάσουν ορθοδόξους και Αρειανούς, 2) ο Βασιλίσκος, ο Ζήνων, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος και ο Κώνστας Β' δεν μπόρεσαν με τα αυτοκρατορικά τους διατάγματα να προσεταιριστούν τους μονοφυσίτες, 3) οι εικονομάχοι αυτοκράτορες, ύστερα από αιματηρούς αγώνες, έχασαν οριστικά το παιχνίδι, και 4) η ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας δεν έγινε ποτέ, μολονότι με νύχια και δόντια επιχειρήθηκε αυτό το σχέδιο." (Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Γ΄, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 297-298. Βλ. και ΘΗΕ, τόμ. 04, 1964, στ. 4).
  23. «Τo κράτος, που είχε ταυτιστεί με την ορθόδοξη Εκκλησία, συχνά είχε διαφoρετική γνώμη. Το άμεσο αποτέλεσμα της μισαλλοδοξίας του ήταν ότι εκατομμύρια άνθρωποι, που θα μπορούσαν να είναι πιστοί υπήκοοι του αυτοκράτορα, θεωρήθηκαν αιρετικοί και κατά συνέπεια εχθροί». (Mango, σ. 127)
  24. «Θεωρήθηκε ως αίρεση και καταδιώχθηκε διά πυρός και σιδήρου, αν και τα δόγματά του ήταν στην πραγματικότητα αρκετά κοντά στην ορθοδοξία». (Eliade-Couliano, σ. 260) «Σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, όπως ήταν το Βυζάντιο, η αίρεση ήταν συχνά δημιούργημα της παράνοιας των αξιωματούχων. Ίσχυε αυτό για τους Βογομίλους; Φαίνεται πως όχι. Ο Αλέξιος Κομνηνός παρήγγειλε μία ανασκευή των αρχών τους. Αυτό δεν ήταν κάποια επινόηση που στηριζόταν σε καταδίκες αρχαίων αιρέσεων, όπως συνέβαινε πολύ συχνά. Οι λεπτομέρειες που μας δίνονται δείχνουν ότι ο Αλέξιος είχε να κάνει με μία αληθινή αίρεση». (Angold, σ. 233)
  25. 25,0 25,1 Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971, σ. 22.
  26. Μαμάτσης Τάκης, Ιστορία του Βυζαντίου, 3η έκδ., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985, σ. 176.
  27. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σ. 305.
  28. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σ. 306.
  29. Beck Hans-Georg, Η βυζαντινή χιλιετία (μτφρ. Κούρτοβικ Δημοσθένης), 2η έκδ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992, σ. 380.
  30. Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2007 (c1919), σ. 151.
  31. Μαμάτσης, Ιστορία..., ό.π.
  32. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σ. 23.
  33. Runciman Steven, Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας, Αθήνα 1969, σ. 128.
  34. "Βογόμιλοι", εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 14, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005 [CD-ROM].
  35. Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμ. Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σ. 39.
  36. Αυτή η καταδίκη δεν ήταν η πρώτη του είδους στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, αλλά είχε πραγματοποιηθεί και στην περίπτωση των παυλικιανών οι οποίοι είχαν ταχθεί κατά του βυζαντινού κράτους ως σύμμαχοι των Αράβων. (Ζακυθηνός Διονύσιος, Βυζαντινή Ιστορία 324-1071, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1989 (c1972), σ. 247.) Ο καθηγητής Στεφανίδης αναφέρει ότι «ήδη ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός ο Β' (685-695) κατεδίκασεν εις τον δια πυράς θάνατον Παυλικιανούς, ο δε αυτοκράτωρ Μιχαήλ Ραγκαβέ (811-813) εξέδωκε νόμους τιμωρούντας δια θανάτου τους εμμένοντας εις τον παυλικιανισμόν». (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 422)
  37. «Ο αυτοκράτορ Αλέξιος ο Κομνηνός συνέλαβεν αυτόν και [...] προσεποιήθη, ότι ήθελε να μυηθεί εις την αίρεσιν ταύτην. Ο Βασίλειος, πιστεύσας, εφανέρωσε την διδασκαλίαν αυτού, ότε παραπέτασμα, κρύπτον μέρος της αιθούσης, καταπεσόν, απεκάλυψεν, ότι όπισθεν αυτού ευρίσκετο η σύνοδος μετά του πατριάρχου και η σύγκλητος, γραμματείς δε είχον καταγράψει τα υπ' αυτού λεχθέντα». (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 421)
  38. Επισκόπηση βυζαντινής ιστορίας, Τηλέµαχος Λουγγής, 1998, Εκδ. Σύγχρονη Εποχή.
  39. Contra Patarenos, Hugo Eterianus, 2004, Brill Academic Publishers, σσ. 41, 42. Σχετικά με τη βιογραφία του Ζιγαβηνού βλέπε History of the Christian Church: Biographical Sketches Of Ecclesiastical Writers (Volume IV: Mediaeval Christianity. A.D. 590-1073) του Φίλιπ Σαφ (Philip Schaff), εδώ, στον ιστότοπο ccel.org
  40. Contra Patarenos, Hugo Eterianus, 2004, Brill Academic Publishers, σσ. 41, 42.
  41. «ο Αλέξιος ήταν σε θέση να κατευθύνει το πάθος του λαού ενάντια στους Βογομίλους. Υπερασπιζόμενος την Ορθοδοξία, άγγιζε τη λαϊκή ευαισθησία· μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις επιθέσεις του εναντίον των αιρέσεων ως έναν τρόπο για να κερδίσει την κοινή γνώμη της πρωτεύουσας». (Angold, σσ. 241, 242)
  42. Βλέπε παραγράφους VIII έως X στο 15ο κεφάλαιο της Αλεξιάδας εδώ, στον ιστότοπο του Fordham University της Νέας Υόρκης (Αγγλικά).
  43. «Πολλοί δε κατεδιώχθησαν ως Βογόμιλοι, καίπερ μηδέν έχοντες προς τούτους κοινόν. Ιδίως όσοι επεζήτουν εσωτερικήν θρησκευτικήν ζωήν και ολίγον ετίμων ή περιεφρόνουν την εξωτερικήν λατρείαν, ήσαν εκτεθειμένοι εις τον κίνδυνον τούτον». (Διομήδης-Κυριακός Αναστάσιος, Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, τόμ. Β΄, εν Αθήναις 1881, σ. 71.)
  44. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002, σσ. 310-313.
  45. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 946.
  46. Νεράτζη-Βαρμάζη Βασιλική, 'Βυζαντινή Ιστορία 324-1453', εκδ. Μάτι, Κατερίνη 2007, σελ. 104.
  47. Runciman, Βυζαντινός Πολιτισμός, ό.π., σελ. 128.
  48. Στο τέλος της ζωής του ο Στέφανος εγκατέλειψε την ηγεμονία, έγινε μοναχός στο Άγιο Όρος και ίδρυσε τη μονή Χιλανδαρίου (Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, ό.π., σελ. 444). Εξαιτίας της εκεί οσιακής ζωής του, μετά θάνατον αναγνωρίστηκε και διακηρύχθηκε η αγιότητά του (Τσολακίδης Δ. Χρήστος, Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, έκδ. 2η, εκδ. Χ.Δ. Τσολακίδη, Αθήνα 2001, σελ. 168. Βλ. και Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμ. Β΄. Φεβρουάριος, έκδ. 8η, Αθήναι 2004, σελ. 334).
  49. The Balkan Slavs: Croatia and the Serbian Empire, Steven Lowe, Varangian Voice No. 24, Οκτώβριος 1992, διαθέσιμο στο ίντερντετ εδώ (Αγγλικά).
  50. Baynes H. Norman & Η.St.L.B. Moss, Βυζάντιο, Εισαγωγή στο Βυζαντινό Πολιτισμό, 8η έκδ., Παπαδήμας, Αθήνα 2004, σελ. 496.
  51. Religious Quest and National Identity in the Balkans, Celia Hawkesworth, Muriel Heppell and Harry Norris, 2001, Palgrave-MacMillan ed., σ. 4.
  52. "Βογόμιλοι", Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), τόμ. 3, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1963, στ. 946.

Πηγές & βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, "Παυλικιανών Κράτος" (pdf) και Παραθέματα
  • Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 2007, λήμμα «Βογόμιλος» (Bogomil)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, λήμμα «Βογόμιλοι»
  • Ιστορία του ελληνικού έθνους: Βυζαντινός ελληνισμός: Μεσοβυζαντινοί και υστεροβυζαντινοί χρόνοι, τόμος 9, Εκδοτική Αθηνών, 1980.
  • Καθολική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα «Ιερά Εξέταση» (Inquisition: The suppresion of Heresy by the institution known as The Inquisition), διαθέσιμο στο ίντερντετ εδώ, στον ιστότοπο newadvent.org
  • Angold Michael, Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από το 1025 έως το 1204: Μια πολιτική Ιστορία, Εκδόσεις Παπαδήμας, 1997
  • Broek van den, Roelof, Studies in Gnosticism and Alexandrian Christianity, Brill ed., 1996
  • Cooper R. Henry, Slavic Scriptures: The Formation of the Church Slavonic Version of the Holy Bible, Fairleigh Dickinson University Press, 2003
  • Eliade Mircea, Couliano Ioan, Λεξικό των Θρησκειών, Εκδόσεις Χατζηνικολή, 1992
  • Eterianus Hugo, Contra Patarenos, Brill Academic Publishers, 2004
  • Forbes Nevill, Toynbee J. Arnold, D. Mitrany, D.G. Hogarth, The Balkans: A History Of Bulgaria, Serbia, Greece, Rumania, Turkey
  • Hawkesworth Celia, Heppell Muriel & Norris Harry, Religious Quest and National Identity in the Balkans, Palgrave-MacMillan ed., 2001
  • Johnson Paul, A History of Christianity, Touchstone Publ., 1979
  • Mango Cyril, Βυζάντιο: Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 2007
  • Obolensky Dimitr, The Bogomils: A Study in Balkan Neo-Manichaeism, Cambridge University Press, 2008
  • Ostrogorsky Georg, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τόμοι Β' και Γ', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002
  • Pelikan Jaroslav, The Christian Tradition: A History of the Development of Doctrine, University of Chicago Press, 1989
  • Runciman Steven, The medieval Manichee: a study of the Christian dualist heresy, Cambridge University Press, 1982 (c1947)
  • Runciman Steven, Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας, Αθήνα 1969
  • Αλεξιάδα, παράγραφοι VIII έως X του 15ου κεφαλαίου, διαθέσιμο εδώ, στον ιστότοπο του Fordham University της Νέας Υόρκης (Αγγλικά).
  • Βασίλιεφ Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (μτφρ. Σαβράμης Δημοσθένης), τόμ. 2ος, εκδ. Πάπυρος, 1971
  • Μαμάτσης Τάκης, Ιστορία του Βυζαντίου, 3η έκδ., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1985
  • Μπέγζος Μάριος, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995
  • Στεφανίδης Βασίλειος, Εκκλησιαστική Ιστορία, 1959, Εκδόσεις Παπαδημητρίου.
  • Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία - Από την Εικονομαχία μέχρι τη Μεταρρύθμιση, τόμ. Β', 3η έκδ., Αθήνα 2002

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]