Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Βονιφάτιος ο Μομφερατικός)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Bonifacio I del Monferrato, περ. 1150-4 Σεπτεμβρίου 1207) ήταν Μαρκήσιος του Μομφερράτου (Montferrato, Ιταλία) (1192-1207) και βασιλιάς της Θεσσαλονίκης (1204-1207) και ένας από τους ηγετικούς αρχηγούς της Δ΄ Σταυροφορίας. Τρίτος γιος του Γουλιέλμου Ε΄ του Μομφερράτου και της Ιουδήθ της Βαβεμβέργης, γεννημένος μετά την επιστροφή του πατέρα του από την Β΄ Σταυροφορία.

Νεότερος αδελφός του Γουλιέλμου, κόμητα της Ιόππης και της Ασκαλώνας, και του Κονράδου των Ιεροσολύμων.

Ιπποτικά κατορθώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στέψη του Βονιφάτιου του Μομφεράτου ως αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας - έργο του Henri Decaisne (1840)

Οι νεανικές συμμετοχές του σε εκστρατείες την δεκαετία του 1170 ήταν αιτία να υμνηθεί από τον φίλο του τροβαδούρο Ραιμπώ ντε Βακέιρας σαν υπόδειγμα ιππότη. Διέσωσε την Ιακωβίνα του Βεντιμίλια από τον θείο της, κόμη Όθωνα, που ήθελε να την απαγάγει για να μη διεκδικήσει την κληρονομιά της, και την έστειλε στη Σαρδηνία.

Όταν ο Αλβέρτος Μαλασπίνα, σύζυγος μιας από τις αδελφές του Βονιφάτιου, απήγαγε την Σαλντίνα ντε Μαρ από επιφανή γενουατική οικογένεια, την έσωσε και την παρέδωσε στον αγαπημένο της Πονσέ του Αγκιλάρ. Όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του, υποστήριζε τον Γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Α΄ Βαρβαρόσσα στους πολέμους του κατά της Λομβαρδικής Ένωσης.

Ο μεγάλος του αδελφός Γουλιέλμος πέθανε το 1177, αμέσως μετά το γάμο του με την Σιβύλλα, διάδοχο του βασιλείου των Ιεροσολύμων. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός πρόσφερε την κόρη του Μαρία Κομνηνή σε έναν από τους γιους του Γουλιέλμου Ε΄ του Μομφερατικού. Ο μόνος ελεύθερος ήταν ο μικρός αδελφός του, Ρενιέ, που δολοφονήθηκε με την επανάσταση κατά του αυτοκράτορα Ανδρόνικου.

Το 1183 ο ανιψιός του Βαλδουίνος Ε΄ στέφθηκε συμβασιλέας των Ιεροσολύμων. Ο πατέρας του Γουλιέλμος Ε΄ πήγε να υποστηρίξει τον εγγονό του, αφήνοντας στο Μομφερράτο τους γιους του Κονράδο και Βονιφάτιο. Ο Κονράδος αναχώρησε για την Ανατολή (1187), ενώ ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος, προκειμένου να ανανεώσει τη συμμαχία, προσέφερε την αδελφή του Θεοδώρα στον Βονιφάτιο. Αλλά ο Βονιφάτιος είχε ήδη παντρευτεί για δεύτερη φορά, ενώ ο Κονράδος ήταν ήδη πρόσφατα χήρος.

Το 1189 έγινε αντιβασιλιάς για λογαριασμό του Θωμά Α΄ της Σαβοΐας, γιου του ξαδέλφου του, Ουμβέρτου Γ΄, για δύο χρόνια. Ο νέος αυτοκράτορας Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον έχρισε κόμη της Ίνκιζα, και ξέσπασε δεκαπενταετής πόλεμος με τις γειτονικές πόλεις Άστι και Αλεσάντρια. Ο Βονιφάτιος τάχθηκε με την ομάδα της Κρεμόνας, ενώ οι δύο πόλεις με το Μιλάνο. Ο Βονιφάτιος τις νίκησε τελικά στο Μοντίλιο τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Στο Κουάρτο έσωσε τον κουνιάδο του Αλμπέρτο του Μαλασπίνα όταν έπεσε από το άλογο του. Τελικά αναδείχθηκε μαρκήσιος του Μομφερράτου μετά το θάνατο του πατέρα του (1191), και τη δολοφονία του αδελφού του Κονράδου (1192).

Τον Ιούνιο του 1194 διορίστηκε από τον Γερμανό αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄ ως ένας από τους στρατιωτικούς του αρχηγούς στην Σικελία. Εκεί έγινε φορέας ενός ακόμα κατορθώματος προστατεύοντας τον αυτοκράτορα με την ασπίδα του, πράξη που υμνήθηκε σημαντικά από τους τροβαδούρους μετά από την επιτυχή λήξη της εκστρατείας. Την δεκαετία 1180 - 1190 έγινε ο μεγαλύτερος δέκτης της εποχής σε τροβαδούρους και ποιητική ιπποσύνη.

Αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας, και κλοπή της αρχηγίας από τον Δάνδολο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο εκλεγμένος αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Θεοβάλδος Γ΄ της Καμπανίας πέθανε πολύ πρόωρα το 1201, ο Βονιφάτιος εξελέγη νέος αρχηγός σαν ικανός και έμπειρος. Ήταν η καλύτερη ευκαιρία γι' αυτόν να αποκαταστήσει το κύρος του μετά τις αποτυχίες του στην Ιταλία. Η οικογένειά του είχε αναδείξει δύο βασιλείς στα Ιεροσόλυμα, τον αδελφό του Κονράδο, και τον ανιψιό του Βαλδουίνο.

Ο ξάδελφος του Βονιφάτιου Φίλιππος της Σουαβίας είχε παντρευτεί την Ειρήνη Αγγελίνα, κόρη του εκθρονισμένου αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄ Άγγελου. Τα Χριστούγεννα του 1201 συναντήθηκε με τον Αλέξιο Άγγελο, γιο του Ισαάκιου Β΄, δραπετεύοντας από την συνοδεία του θείου του Αλέξιου Γ΄ Άγγελου. Συζήτησαν το πιθανό ενδεχόμενο χρήσης του Σταυροφορικού στρατού, προκειμένου να διεκδικήσει ο Αλέξιος τα δικαιώματα του στον θρόνο από τον σφετεριστή θείο του.

Στη συνέχεια ο Βονιφάτιος κατέφυγε στον πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο Γ΄ να ζητήσει την γνώμη του, και αν προχωρήσει η επέμβαση να πάρει την ευλογία του. Αλλά ο πάπας του είπε να μην ασχοληθεί καθόλου σε επιθέσεις κατά των χριστιανών ούτε καν εναντίον των Ορθόδοξων Βυζαντινών.

Ο σταυροφορικός στρατός είχε χρέη στον δόγη της Βενετίας Ερρίκο Δάνδολο, που είχε εξοπλίσει τον στόλο τους. Ο γηραιότατος δόγης τους ζήτησε να χτυπήσουν τις πόλεις Τεργέστη, Μόλι και Ζάρα, προτού πλεύσουν προς το Κάιρο, πόλεις που και ο πάπας ήταν εξοργισμένος μαζί τους. Ο σταυροφορικός στρατός τις χτύπησε και ο πάπας ενθουσιασμένος έδωσε στον Ερρίκο Δάνδολο την αρχηγία της σταυροφορίας.

Ο Αλέξιος Άγγελος προσήλθε στο γηραιό δόγη, του εξήγησε τα αιτήματά του και του ζήτησε να πείσει τον πάπα. Ο Ερρίκος Δάνδολος προσπάθησε να αλλάξει γνώμη στον πάπα, λέγοντάς του ότι ο νέος αυτοκράτορας θα στρέψει τη θρησκεία του βυζαντινού κράτους στον Καθολικισμό, επιτυγχάνοντας την ένωση των δύο εκκλησιών (1203). Ο πάπας ενθουσιάστηκε και έδωσε την συγκατάθεσή του.

Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ οι σταυροφόροι είχαν εγγυηθεί στον Βονιφάτιο ότι θα είναι ο νέος αυτοκράτορας της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κων/πολης μετά την κατάληψη της πόλης από τους Σταυροφόρους, οι Βενετοί και ο δόγης τους έθεσαν βέτο λόγω των καλών σχέσεων που είχε πρωτύτερα με τους κατακτημένους. Έτσι, πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας εξελέγη ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας. Ο Βονιφάτιος εξοργίστηκε και΄, για να τον εξευμενίσουν, του έδωσαν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης και περιοχές της Κρήτης. Η δικαιολογία ήταν ότι ο μικρότερος αδελφός του Βονιφάτιου Ραϊνέριος ο Μομφερρατικός είχε καταφέρει να αποκτήσει χάρη στο γάμο του με τη Μαρία Κομνηνή το 1180 τον επίζηλο τίτλο του καίσαρα, και μαζί με αυτόν την περιοχή της Θεσσαλονίκης ως πρόνοια, γεγονός που κατά τη δική του ερμηνεία του έδινε το δικαίωμα να αποκαλείται βασιλιάς της Θεσσαλονικής και να αντλεί από αυτό δικαιώματα.

Την Κρήτη ο Βονιφάτιος την πούλησε αμέσως στους Βενετούς. Οι Θεσσαλονικείς παραδόθηκαν εύκολα, αφού μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν διατεθειμένοι να αντισταθούν. Προηγουμένως διαπραγματεύθηκαν την παράδοσή τους, ζητώντας μονάχα διατήρηση των προνομίων τους, κάτι που ο Βονιφάτιος συμφώνησε. Έτσι ο Βονιφάτιος έγινε ο ιδρυτής του Βασιλείου της Θεσσαλονίκης που έμελλε να διατηρηθεί μόνο για 20 χρόνια. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης αρχικά τον υποδέχτηκαν ευνοϊκά, αργότερα όμως, όταν ο Βονιφάτιος άρχισε να σφετερίζεται τις κατοικίες των αρχότων για να τις μοιράσει στους ιππότες του, ο πληθυσμός στράφηκε εναντίον του.

Εύκολη κατάληψη της κεντρικής Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη διανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (Partitio Romaniae) στο βασίλειο της Θεσσαλονικής, που παραχωρήθηκε στον μαρκήσιο Βονιφάτιο Μομφερατικό τον Σεπτέμβριο του 1204, περιλαμβανόταν όλη η Ελλάδα, και επομένως και η περιοχή των Αθηνών. Έτσι, στα τέλη του 1204, ο Βονιφάτιος πορεύτηκε προς νότιο για να ολοκληρώσει την κατάκτηση των εδαφών του. Συνοδευόταν από τη σύζυγό του Μαργαρίτα και τον προγονό του Μανουήλ, γιο του πρώην αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄, ντυμένο με αυτοκρατορική προρφύρα, για να προσεταιρίζεται ευκολότερα τους υπηκόους του. Ο Βυζαντινός ανεξάρτητος άρχοντας Λέων Σγουρός επιχείρησε να αντισταθεί στη Θεσσαλία, αλλά απέτυχε. Ο Βονιφάτιος κατέλαβε τη Στερεά Ελλάδα, συνέλαβε αιχμάλωτο τον πρώην αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄ Άγγελο, και μοίρασε τα κατακτηθέντα εδάφη σε υποτελείς του. Η πορεία του νοτιότερα ήταν θρισμβευτική. Η Θήβα έπεσε και η Αθήνα, μαζί με την ακρόπολή της, καταλήφθηκαν αμαχητί. Η πόλη είχε παραμεληθεί τελείως από τους Βυζαντινούς, και μάλιστα από αρκετό καιρό είχε αφεθεί χωρίς διοικητική κεφαλή. Η «θρυλούμενη και χρυσή πόλη» Αθήνα, η «πάλαι μεν μήτηρ σοφίας παντοδαπής και πάσης καθηγεμών αρετής», στις παραμονές της Δ΄ Σταυροφορίας, καταπιεσμένη από τους φόρους και την απληστία των αρχόντων και λησμονημένη από τους ανθρώπους, είχε χάσει, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μιχαήλ Χωνιάτη, την παλαιά της δόξα και είχε μεταβληθεί σε μικρό και «αοίκητο χωριό». Εξουθενωμένη η πόλη και από τους πολέμους αντίστασης κατά του Λέοντα Σγουρού, παραδόθηκε στους Φράγκους, χωρίς να αντισταθεί.

Σύγκρουση με τους Βουλγάρους και θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την επάνοδό του στη Θεσσαλονίκη από την εκστρατεία του στην Ελλάδα, ο Βονιφάτιος βρέθηκε στο μέσο ενός γενικευμένου σφοδρού πολέμου μεταξύ των Φράγκων σταυροφόρων, που μόλις είχαν ιδρύσει τη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας, και των Βουλγάρων. Σε μάχη στα περίχωρα της Αδριανούπολης ο στρατός των σταυροφόρων είχε συντριβεί και ο πρώτος Λατίνος αυτοκράτορας Βαλδουΐνος Α΄ είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Ο νικητής τσάρος των Βουλγάρων Καλογιάννης έσπευσε να εκμεταλλευθεί τη νίκη καταλαμβάνοντας βυζαντινές πόλεις (Φιλιππούπολη, Σέρρες). Σε νέα μάχη, στο Ρύσιον, ο βουλγαρικός στρατός κατανίκησε τους Φράγκους ιππότες και κατέλαβε ή λεηλάτησε πόλεις της Θράκης (Ραιδεστό κλπ.). Το 1207 ο Καλογιάννης συνασπίστηκε με τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη της Νίκαιας εναντίον των Λατίνων. Σε επιδρομή των Βουλγάρων στην Θεσσαλονίκη ο Βονιφάτιος σκοτώθηκε στη μάχη της Μοσυνούπολης και η κεφαλή του στάλθηκε στον τσάρο.

Κληρονόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1204 είχε κάνει ήδη δύο γάμους και παιδιά του ήταν :

Το 1204 παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την Μαργαρίτα της Ουγγαρίας, κόρη του βασιλιά Μπέλα Γ΄ της Ουγγαρίας και χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄ Άγγελου. Γιος τους ο Δημήτριος Μομφερατικός (1205-1230), βασιλιάς της Θεσσαλονίκης.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Linskill, Joseph. The Poems of the Troubadour Raimbaut de Vaqueiras, 1964.
  • Χωνιάτης, Νικήτας. O City of Byzantium, Annals of Niketas Choniates. Μετάφραση Harry Magoulias. Ντητρόιτ, 1984.
  • Vaqueiras, Raimbaut de. The Epic Letter. 1984.
  • Villehardouin, Geoffrey de . The Conquest of Constantinople. Chronicles of the Crusades.
  • [Charles M. Brand]. "Boniface of Montferrat". The Oxford Dictionary of Byzantium. Τόμ. 1. Οξφόρδη, 1991.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Boniface I, Marquess of Montferrat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).