Εθνικός δρυμός Ολύμπου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οι κορφές του Ολύμπου, όπως φαίνονται από το καταφύγιο "Σπήλιος Αγαπητός"

Ο Εθνικός δρυμός Ολύμπου ιδρύθηκε το 1938 και περιλαμβάνει τις ψηλές κορυφές και τις βόρειες πλαγιές του βουνού. Η συνολική έκταση του εθνικού δρυμού φθάνει τα 3.933 εκτάρια. Πρόκειται για ένα από τα αξιολογότερα φυσικά μνημεία της Ελλάδας, αφού επιδεικνύει ένα περιβάλλον φυσικού κάλλους, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Προσφέρεται για επιστημονικές έρευνες καθώς και για ένα πλήθος δραστηριοτήτων.

Η σημασία του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ανατολή από τα 2200μ. Στο βάθος το Λιτόχωρο.

Στην ανατολική πλευρά της κεντρικής Ελλάδας, σε μικρή σχετικά απόσταση απ' το Λιτόχωρο του νομού Πιερίας, δεσπόζει το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, ο Όλυμπος. Ο επιβλητικός αυτός ορεινός όγκος δεν είναι μόνον κομμάτι της ελληνικής μυθολογίας, καθώς το βουνό ήταν γνωστό ως η μυθική κατοικία των αρχαίων θεών, αλλά και περιβάλλον υψηλής αισθητικής αξίας και ορειβατικού ενδιαφέροντος. Το 1981, σαράντα και πλέον χρόνια από την ίδρυση του δρυμού, κηρύχθηκε απ' την UNESCO «Απόθεμα της βιόσφαιρας» (Biosphere Reserve).

Η τοποθεσία του, στο κέντρο περίπου του κυρίως ηπειρωτικού κορμού της Ελλάδας, τον καθιστά ιδανικό τόπο περιπάτων ή οργανωμένων ορειβατικών εξορμήσεων. Είναι ακόμα εύκολος στόχος εκδρομέων τόσο από τη Λάρισα, όσο και από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Τα όρια του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δορυφορική φωτογραφία της περιοχής του Ολύμπου
Το μονοπάτι από τα Πριόνια προς το καταφύγιο Σπήλιος Αγαπητός

Ο πυρήνας του Δρυμού καταλαμβάνει έκταση 40.000 στρεμμάτων, προς τη μακεδονική πλευρά του Ολύμπου, με γενικό προσανατολισμό βόρειο-βορειοανατολικό. Η έκταση αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 1/5 του ορεινού όγκου.

Τα όρια του πυρήνα ορίζονται από τις μεγάλες κορυφές Μύτικας, Στεφάνι ή Θρόνος Διός, Σκολιό, Σκάλα, Προφήτης Ηλίας, Άγιος Αντώνιος, Πάγος και άλλες μικρότερες, που σχηματίζουν πέταλο γύρω από την πυκνοδασωμένη χαράδρα Μαυρόλογγος, το οροπέδιο των Μουσών και την κοιλάδα του ποταμού Ενιπέα.

Το κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα του Ολύμπου ποικίλλει, ανάλογα με την εποχή και το υψόμετρο. Στις χαμηλές πλαγιές είναι τυπικά μεσογειακό, με θερμά και ξηρά καλοκαίρια και ήπιους αλλά αρκετά βροχερούς χειμώνες. Στη μέση ορεινή ζώνη το καλοκαίρι είναι δροσερό και μάλλον ξηρό. Την άνοιξη και το φθινόπωρο βρέχει συχνά, ενώ ο χειμώνας είναι αρκετά βαρύς και ψυχρός, με συχνές χιονοπτώσεις. Στην ανώτερη ζώνη, πάνω από τα 2.000 μ., τα καλοκαίρια είναι σύντομα, με συχνές βροχοπτώσεις. Βροχές και κρύο επικρατούν την άνοιξη και το φθινόπωρο, ενώ ο χειμώνας είναι εξαιρετικά βαρύς και μακρύς, με συχνές χιονοπτώσεις.

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδιαίτερη αξία στον Εθνικό Δρυμό Ολύμπου δίνει η σπάνια χλωρίδα του, με τα 23 ενδημικά και πολλά φυτά των Άλπεων -ή ακόμα και της δυτικής Ασίας- που συναντούνται στις κορυφές.

Από τα ενδημικά είδη του δρυμού, Viola striis-notata, Erysimum olympicum, Cerastium theophrastii, Viola pseudograeca, Potentilla deorum, Genista sakellariadis, Campanula oreadum κ.α., ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το είδος Jankea helreichii, που αποτελεί λείψανο της παγετωνικής περιόδου. Άλλα είδη που συναντούνται στο δρυμό είναι σπάνια φυτά της Βαλκανικής, όπως η Saxifraga scardica και ο Crocus veluchensis, και σπάνια φυτά των Άλπεων, όπως η Carlina acaulis και η Linaria alpina, και ασιατικά είδη, όπως το Omphalodes luciliae.

Οι λιγοστοί θάμνοι με είδη μεσογειακής μακκίας, όπως πουρνάρια, κουμαριές, κέδρα και ρούδια, μαζί με συστάδες φυλλοβόλων και κωνοφόρων δέντρων (πουρνάρια, αριές, κουμαριές, φιλίκια, ρείκια, ρούδια, γαύροι, σφεντάμια, φτελιές, κέδρα και τα είδη πεύκου Pinus sp. και ελάτης Abies borissi regis) εντοπίζονται σε περιοχές με μικρό σχετικά υψόμετρο. Κοντά σε τρεχούμενα νερά αναπτύσσονται γνωστά παραποτάμια είδη, όπως πλατάνια, ιτιές, σκλήθρα καθώς και πολλά άλλα.

Σε λίγο μεγαλύτερο υψόμετρο, σε περιοχές δροσερές, ευδοκιμούν δύο είδη οξιάς (Fagus moesiaca και F. silvatica), ενώ σε περιοχές πιο ξηρές και ηλιόλουστες απαντάται το μαύρο πεύκο (Pinus nigra). Το άλλο είδος πεύκου του Ολύμπου, το ρόμπολο (Pinus eldreichii), σχηματίζει μεγάλα δάση που φθάνουν ως τα υπαλπικά λιβάδια.

Στις υποαλπικές περιοχές, δηλαδή σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο, κυριαρχεί η εντυπωσιακή παρουσία του κόκκινου κρίνου (Lilium clalcedonium). Απαντώνται επίσης σε τέτοιο υψόμετρο χλοερά λιβάδια, τα λεγόμενα υπαλπικά λιβάδια, στα οποία κυριαρχούν διάφορα είδη ανθέων. Τα λιβάδια όμως συχνά παραχωρούν τη θέση τους σε εκτάσεις φρυγάνων και ημιθάμνων από τα είδη των γενών Astragalus, Berberis, Daphne, Buxus, Juniperus κ.α.

Πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εθνικός Δρυμός Ολύμπου παρουσιάζει πλούσια εντομοπανίδα, σπάνια πουλιά και διάφορα θηλαστικά. Διαφορετικοί μεταξύ τους βιότοποι συνυπάρχουν στο περιβάλλον του δρυμού κι αποτελούν το καταφύγιο για πολλά είδη θηλαστικών, μεταξύ των οποίων μεγάλα και μικρότερα σαρκοφάγα, φυτοφάγα, αρπακτικά πτηνά κ.α.

Ο δρυμός έχει καταγράψει 32 είδη θηλαστικών και 108 είδη πτηνών, ενώ δεν είναι λίγα τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση. Παραδείγματα αποτελούν το αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra) και ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos). Ακόμα ο Όλυμπος φημίζεται για τoν μεγάλο αριθμό πεταλούδων, αμφιβίων, καθώς και ερπετών.

Μετάβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Όλυμπος όπως φαίνεται απ' το Λιτόχωρο

Ο πιο κοινός τρόπος για να φτάσει κανείς στον Όλυμπο είναι από το Λιτόχωρο, το οποίο απέχει από την Αθήνα 430 χλμ., από τη Θεσσαλονίκη 92 χλμ. και από την Κατερίνη 24 χλμ. Στο Λιτόχωρο μπορεί να πάει κανείς με ιδιωτικό αυτοκίνητο, με λεωφορείο του ΚΤΕΛ ή με το τρένο. Ο μοναδικός αυτοκινητόδρομος που οδηγεί στο δρυμό, συνδέει το Λιτόχωρο με τη θέση Πριόνια (υψόμετρο 1.000 μ.).

Λιγότερο συνηθισμένη είναι η πρόσβαση στον Όλυμπο από τη θεσσαλική πλευρά. Σε αυτή την περίπτωση, βάση αποτελούν η Λάρισα με διαδρομη Ε.Ο Λάρισας -Ροδιάς –Συκαμινέας 46 χλμ. και η Ελασσόνα. Από την Ελασσόνα για να ανέβει κανείς στον Όλυμπο, ακολουθεί τη διαδρομή προς Ολυμπιάδα και Σπαρμός.

Η καλύτερη περίοδος μελέτης της φύσης του δρυμού είναι ο Μάιος για τα χαμηλά υψόμετρα και οι μήνες Ιούνιος-Ιούλιος για τα ψηλά. Καλή εποχή για επίσκεψη είναι και το φθινόπωρο, μετά τον Σεπτέμβριο και ως το τέλος του Οκτωβρίου. Το χειμώνα τα καταφύγια του Ολύμπου παραμένουν κλειστά.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζαχαρίας Πρωϊμάκης, Εθνικοί Δρυμοί της Ελλάδας: Εθνικός Δρυμός Ολύμπου, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, Διεύθυνση Ανάπτυξης Δασικών Πόρων, Τμήμα Δασικών Εφαρμογών.
  • Δυτική-Κεντρική Μακεδονία, Εκδόσεις Explorer (2003).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]