Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 52°20′N 17°14′E / 52.333°N 17.233°E / 52.333; 17.233

Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας
POL województwo wielkopolskie flag.svg
Σημαία
POL województwo wielkopolskie COA.svg
Έμβλημα
Wielkopolskie in Poland.svg
ΧώραΠολωνία
Διοικητική υπαγωγήΠολωνία
ΠρωτεύουσαΠόζναν
Έκταση29.826 τετραγωνικό χιλιόμετρο
Πληθυσμός3.495.470 (2019)
Γεωγραφικές συντεταγμένες52°20′0″N 17°14′0″E
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος

Το Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας, ή Επαρχία Μείζονος Πολωνίας (πολωνικά: Województwo Wielkopolskie), είναι βοεβοδάτο (επαρχία) στη δυτικοκεντρική Πολωνία. Δημιουργήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1999 από τα πρώην Βοεβοδάτα Πόζναν, Κάλις, Κόνιν, Πίουα και Λέσνο, σύμφωνα με τις μεταρρυθμίσεις της πολωνικής τοπικής αυτοδιοίκησης που εγκρίθηκαν το 1998. Το βοεβοδάτο πήρε το όνομά του από την περιοχή που ονομάζεται Μείζων Πολωνία (Wielkopolska). Το σύγχρονο βοεβοδάτο περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ιστορικής περιοχής, εκτός από ορισμένα δυτικά μέρη.

Το Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας είναι το δεύτερο σε έκταση και το τρίτο σε πληθυσμό μεταξύ των δεκαέξι βοεβοδάτων της Πολωνίας, με έκταση 29.826 χλμ2 και πληθυσμό κοντά στα 3,5 εκατομμύρια κατοίκους. Πρωτεύουσά του είναι το Πόζναν. Άλλες σημαντικές πόλεις περιλαμβάνουν τις Κάλις, Κόνιν, Πίουα, Όστρουφ Βιελκοπόλσκι, Γκνιέζνο (πρώιμη πρωτεύουσα της Πολωνίας) και Λέσνο. Συνορεύει με άλλα επτά βοεβοδάτα: το Βοεβοδάτο Δυτικής Πομερανίας στα βορειοδυτικά, το Βοεβοδάτο Πομερανίας στα βόρεια, το Βοεβοδάτο Κουγιαβίας-Πομερανίας στα βορειοανατολικά, το Βοεβοδάτο Λοτζ στα νοτιοανατολικά, το Βοεβοδάτο Οπόλε στα νότια, το Βοεβοδάτο Κάτω Σιλεσίας στα νοτιοδυτικά και το Βοεβοδάτο Λούμπους στα δυτικά.

Η πόλη του Πόζναν έχει διεθνείς συμφωνίες αδελφοποίησης με την αγγλική κομητεία του Νότιναμσιρ.[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μείζων Πολωνία

Η Μείζων Πολωνία, που μερικές φορές αποκαλείται «λίκνο της Πολωνίας», αποτέλεσε την καρδιά του πρώιμου πολωνικού κράτους του 10ου αιώνα. Το Πόζναν και το Γκνιέζνο ήταν πρώιμα κέντρα βασιλικής εξουσίας, αλλά μετά την καταστροφή της περιοχής από την παγανιστική εξέγερση τη δεκαετία του 1030 και την εισβολή του Μπρετίσλαφ Α΄ της Βοημίας το 1038, η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε από τον Καζίμιρ Α΄ τον Αποκαταστάτη από το Γκνιέζνο στην Κρακοβία.

Στη διαθήκη του Μπολέσλαφ Γ΄ του Στραβόστομου, που ξεκίνησε την περίοδο του κατακερματισμού της Πολωνίας (1138–1320), το δυτικό τμήμα της Μείζονος Πολωνίας (συμπεριλαμβανομένου του Πόζναν) παραχωρήθηκε στον Μιέσκο Γ΄ τον Γηραιό. Το ανατολικό τμήμα, με το Γκνιέζνο και τον Κάλις, ήταν μέρος του Δουκάτου της Κρακοβίας, που παραχωρήθηκε στον Βλάντισλαφ Β΄ τον Εξόριστο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου τα δύο μέρη ήταν υπό την κυριαρχία ενός ενιαίου κυβερνήτη, και ήταν γνωστή ως Δουκάτο της Μείζονος Πολωνίας (αν και κατά καιρούς υπήρχαν ξεχωριστά δουκάτα των Πόζναν, Γκνιέζνο, Κάλις και Ούιστσε). Η περιοχή τέθηκε υπό τον έλεγχο του Βλαδίσλαος Α΄ του Βραχύ το 1314, και έτσι έγινε μέρος της επανενωμένης Πολωνίας της οποίας ο Βλαδίσλαος στέφθηκε βασιλιάς το 1320.

Στο επανενωμένο βασίλειο, και αργότερα στην Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, η χώρα κατέληξε να χωρίζεται σε διοικητικές μονάδες που ονομάζονται βοεβοδάτα. Στην περίπτωση της περιοχής της Μείζονος Πολωνίας, αυτά ήταν το Βοεβοδάτο Πόζναν και το Βοεβοδάτο Κάλις. Η Κοινοπολιτεία είχε επίσης μεγαλύτερες υποδιαιρέσεις γνωστές ως prowincja («επαρχία»), μία από τις οποίες ονομαζόταν Μείζων Πολωνία. Ωστόσο, αυτή η επαρχία κάλυπτε μεγαλύτερη έκταση από την ίδια την περιοχή της Μείζονος Πολωνίας, περιλαμβάνοντας επίσης τη Μασοβία και τη Βασιλική Πρωσία. (Αυτή η διαίρεση του Στέμματος του Βασιλείου της Πολωνίας σε δύο οντότητες που ονομάζονται Μείζων και Ελάσσων Πολωνία, είχε τις ρίζες της στο Καταστατικό του Καζίμιρ του Μέγα του 1346–1362, όπου οι νόμοι της «Μείζονος Πολωνίας» – του βόρειου τμήματος της χώρας – κωδικοποιήθηκαν στο καταστατικό του Πιότρκουφ, με εκείνα της «Ελάσσονος Πολωνίας» στο χωριστό καταστατικό της Βισλίτσα).

Το 1768, το νέο Βοεβοδάτο Γκνιέζνο σχηματίστηκε από το βόρειο τμήμα του Βοεβοδάτου Κάλις. Ωστόσο, πιο εκτεταμένες αλλαγές θα έρχονταν με τους διαμελισμούς της Πολωνίας. Στον πρώτο διαμελισμό (1772), τα βόρεια τμήματα της Μείζονος Πολωνίας κατά μήκος του ποταμού Νότετς (γερμανικά: Netze) καταλήφθηκαν από την Πρωσία, και έγιναν η Περιοχή Νέτσε. Στο δεύτερο διαμελισμό (1793) ολόκληρη η Μείζων Πολωνία απορροφήθηκε από την Πρωσία, αποτελώντας μέρος της επαρχίας της Νότιας Πρωσίας. Παρέμεινε έτσι παρά την πρώτη Εξέγερση της Μείζονος Πολωνίας (1794), μέρος της αποτυχημένης Εξέγερσης του Κοστσιούσκο, που στράφηκε κυρίως κατά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

Ιστορικό οικόσημο της περιοχής της Μείζονος Πολωνίας

Πιο επιτυχημένη ήταν η Εξέγερση της Μείζονος Πολωνίας το 1806, η οποία οδήγησε στην ένταξη της περιοχής στο Ναπολεόντειο Δουκάτο της Βαρσοβίας (αποτελώντας το Τμήμα του Πόζναν και τμήματα των Διαμερισμάτων Κάλις και Μπίντγκοστς). Ωστόσο, μετά το Συνέδριο της Βιέννης το 1815, η Μείζων Πολωνία διαιρέθηκε ξανά, με το δυτικό τμήμα (συμπεριλαμβανομένου του Πόζναν) να πηγαίνει στην Πρωσία. Το ανατολικό τμήμα εντάχθηκε στο ελεγχόμενο από τη Ρωσία Βασίλειο της Πολωνίας, όπου σχημάτισε το Βοεβοδάτο Κάλις μέχρι το 1837 και στη συνέχεια το Κυβερνείο Κάλις (συγχωνεύτηκε στο Κυβερνείο Βαρσοβίας μεταξύ 1844 και 1867).

Εντός της Πρωσικής Αυτοκρατορίας, η δυτική Μείζων Πολωνία έγινε το Μεγάλο Δουκάτο του Πόζεν (Πόζναν), το οποίο θεωρητικά είχε κάποια αυτονομία. Μετά από μια απραγματοποίητη εξέγερση το 1846, και την πιο ουσιαστική αλλά ακόμα αποτυχημένη εξέγερση του 1848 (κατά τη διάρκεια της Άνοιξης των Εθνών), το Μεγάλο Δουκάτο αντικαταστάθηκε από την Επαρχία του Πόζεν. Οι αρχές κατέβαλαν προσπάθειες να γερμανοποιήσουν την περιοχή, ιδιαίτερα μετά την ίδρυση της Γερμανίας το 1871, και από το 1886 και μετά η Πρωσική Επιτροπή Εποικισμού δραστηριοποιήθηκε στην αύξηση της γερμανικής ιδιοκτησίας γης σε πρώην πολωνικές περιοχές.

Στρατιώτες κατά τη διάρκεια της Εξέγερσης της Μείζονος Πολωνίας του 1918-1919

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Εξέγερση της Μείζονος Πολωνίας (1918-1919) εξασφάλισε ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής έγινε μέρος του πρόσφατα ανεξάρτητου πολωνικού κράτους, σχηματίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του Βοεβοδάτου Πόζναν (1921-1939). Τα βόρεια και ορισμένα δυτικά τμήματα της Μείζονος Πολωνίας παρέμειναν στη Γερμανία, όπου αποτελούσαν μεγάλο μέρος της επαρχίας Πόζεν-Δυτικής Πρωσίας (1922–1938), πρωτεύουσα της οποίας ήταν το Σνάιντενμυλ (Πίουα).

Μετά τη γερμανική εισβολή του 1939, η Μείζων Πολωνία ενσωματώθηκε στη Ναζιστική Γερμανία, και έγινε η επαρχία που ονομάστηκε Ράιχσγκαου Πόζεν, αργότερα Ράιχσγκαου Βάρτελαντ (Warthe είναι το γερμανικό όνομα του ποταμού Βάρτα). Ο πολωνικός πληθυσμός καταπιέζονταν, με πολλούς πρώην αξιωματούχους και άλλους να θεωρούνται πιθανοί εχθροί από τους Ναζί και να φυλακίζονται ή να εκτελούνται, μεταξύ άλλων στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οχυρό VII στο Πόζναν. Το Πόζναν ανακηρύχθηκε πόλη προπύργιο (Festung) στα τελευταία στάδια του πολέμου, όπου καταλήφθηκε από τον Κόκκινο Στρατό στη Μάχη του Πόζναν, η οποία έληξε στις 22 Φεβρουαρίου 1945.

Μετά τον πόλεμο, η Μείζων Πολωνία ήταν πλήρως εντός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Πολωνίας, ως Βοεβοδάτο Πόζναν. Με τις μεταρρυθμίσεις του 1975 χωρίστηκε σε μικρότερες επαρχίες (τα βοεβοδάτα Κάλις, Κόνιν, Πίουα και Λέσνο, και ένα μικρότερο Βοεβοδάτο Πόζναν). Το σημερινό Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας, πάλι με πρωτεύουσα το Πόζναν, δημιουργήθηκε το 1999.

Πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Πόζναν είναι η πρωτεύουσα του Βοεβοδάτου Μείζονος Πολωνίας
Το Γκνιέζνο, με τον καθεδρικό του ναό, είναι η έδρα του Καθολικού Προκαθήμενου της Πολωνίας

Το βοεβοδάτο περιλαμβάνει 113 πόλεις. Αυτές παρατίθενται παρακάτω με φθίνουσα σειρά πληθυσμού (σύμφωνα με επίσημα στοιχεία για το 2019[2]):

  1. Πόζναν (535.802)
  2. Κάλις (100.482)
  3. Κόνιν (73.742)
  4. Πίουα (73.176)
  5. Όστρουφ Βιελκοπόλσκι (71.947)
  6. Γκνιέζνο (68.323)
  7. Λέσνο (63.774)
  8. Λούμπον (31.891)
  9. Βζέσνια (30.688)
  10. Σφάζεντς (30.343)
  11. Σρεμ (29.566)
  12. Κροτόσιν (28.845)
  13. Τούρεκ (26.955)
  14. Γιαρότσιν (26.155)
  15. Βονγκρόβιετς (25.675)
  16. Κόστσιαν (23.880)
  17. Σρόντα Βιελκοπόλσκα (23.368)
  18. Κόουο (21.838)
  19. Γκόστιν (20.235)
  20. Ράβιτς (20.225)
  21. Σαμοτούουι (18.752)
  22. Χόντζιες (18.602)
  23. Ζουότουφ (18.498)
  24. Ομπορνίκι (18.104)
  25. Πλέσεφ (17.297)
  26. Τστσιάνκα (17.159)
  27. Γκρόντζισκ Βιελκοπόλσκι (14.644)
  28. Νόβι Τόμισλ (14.574)
  29. Οστσέσουφ (14.137)
  30. Κέμπνο (14.101)
  31. Μοσίνα (14.060)
  32. Σουούπτσα (13.712)
  33. Βόλστιν (13.107)
  34. Βρόνκι (11.173)
  35. Ρογκόζνο (11.128)
  36. Τσάρνκουφ (10.675)
  37. Μιεντζίχουτ (10.574)
  38. Μουροβάνα Γκοσλίνα (10.387)
  39. Πουστσικόβο (9.695)
  40. Κόστσιν (9.674)
  41. Οπαλενίτσα (9.587)
  42. Πομπιεντζίσκα (9.259)
  43. Γιαστρόβιε (8.597)
  44. Πνιέβι (8.047)
  45. Κούρνικ (7.894)
  46. Βιτκόβο (7.828)
  47. Τσεμέσνο (7.661)
  48. Ζμπόνσιν (7.264)
  49. Κόζμιν Βιελκοπόλσκι (6.499)
  50. Κουοντάβα (6.446)
  51. Κσις Βιελκοπόλσκι (6.220)
  52. Μπουκ (6.036)
  53. Σιεράκουφ (6.031)
  54. Στένσεφ (5.946)
  55. Βιέλεν (5.870)
  56. Σμίγκιελ (5.688)
  57. Τσέμπιν (5.297)
  58. Βίζισκ (5.146)
  59. Οντολάνουφ (5.135)
  60. Νόβε Σκαλμιεζίτσε (4.751)
  61. Ζντούνι (4.512)
  62. Γκολίνα (4.495)
  63. Σκόκι (4.407)
  64. Κρόμπια (4.325)
  65. Σαμότσιν (4.223)
  66. Κλέτσεφ (4.159)
  67. Οκόνεκ (3.869)
  68. Νέκλα (3.791)
  69. Ούιστσε (3.695)
  70. Οπατούβεκ (3.673)
  71. Κραγένκα (3.647)
  72. Ρακονιεβίτσε (3.594)
  73. Μιουόσουαφ (3.576)
  74. Σομπόλνο (3.539)
  75. Γκόουαντς (3.310)
  76. Τουλίσκουφ (3.266)
  77. Κομπίλιν (3.249)
  78. Μιέισκα Γκούρκα (3.232)
  79. Σλέσιν (3.153)
  80. Ντομπζίτσα (3.130)
  81. Πίζντρι (3.127)
  82. Μαργκόνιν (2.988)
  83. Ζαγκούρουφ (2.985)
  84. Λβούβεκ (2.964)
  85. Γουομπζενίτσα (2.951)
  86. Μπογιανόβο (2.906)
  87. Ριντζίνα (2.895)
  88. Σουλμιεζίτσε (2.880)
  89. Πόνιετς (2.859)
  90. Κσιονς Βιελκοπόλσκι (2.715)
  91. Τσερνιεγέβο (2.666)
  92. Κουέτσκο (2.632)
  93. Βισόκα (2.628)
  94. Μπόρεκ Βιελκοπόλσκι (2.508)
  95. Ομπζίτσκο (2.382)
  96. Ρίχφαου (2.372)
  97. Οσιέτσνα (2.352)
  98. Ζέρκουφ (2.121)
  99. Ράσκουφ (2.108)
  100. Πογκοζέλα (2.095)
  101. Ντόμπιε (1.999)
  102. Γιουτρόσιν (1.984)
  103. Γκράμπουφ νατ Πρόσνα (1.939)
  104. Οστρόρουγκ (1.908)
  105. Μίκστατ (1.837)
  106. Χοτς (1.790)
  107. Βιελιχόβο (1.755)
  108. Κσίβιν (1.706)
  109. Πσέντετς (1.667)
  110. Ντολσκ (1.558)
  111. Σταβίσιν (1.520)
  112. Γιαρατσέβο (1.412)
  113. Ντόμπρα (1.390)

Οι κύριοι πόροι ορυκτών ενέργειας στη Μείζων Πολωνία είναι ο λιγνίτης, το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και η τύρφη.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα σύγχρονο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα στο Πόντουφ

Τα κοιτάσματα καφέ άνθρακα εξορύσσονται επί του παρόντος στην περιοχή Κόνιν και αποτελούν τη βάση για τη βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας του βοεβοδάτου (οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα Πόντουφ-Άνταμς-Κόνιν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 10% της εθνικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Η περιοχή έχει επίσης σημαντικές ποσότητες κοιτασμάτων τύρφης, όπου υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 886 χιλιάδες εκτάρια γης καλυπτόμενα με μέσο πάχος 1,5 μ. τύρφης. Πολύ μεγάλα κοιτάσματα καφέ άνθρακα έχουν ανακαλυφθεί στην περιοχή του Κόστσιαν, τα οποία ωστόσο δεν εξορύσσονται επί του παρόντος και πιθανότατα δεν θα εξορυχθούν ποτέ, λόγω των δαπανών που θα προέκυπταν για την προσαρμογή της τοποθεσίας για την κατασκευή ανθρακωρυχείου και την ανάγκη επανεγκατάστασης χιλιάδων ανθρώπων.

Το ορυχείο αλίτη εξορύσσεται εντατικά σε αλατωρυχείο στην Κουοντάβα (αυτό το ορυχείο μόνο αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της εγχώριας παραγωγής).

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μείζων Πολωνία επηρεάζεται από τις ωκεάνιες αέριες μάζες που επηρεάζουν την ηπιότητα του κλίματος. Όσο πιο ανατολικά ταξιδεύει κανείς τόσο πιο ευδιάκριτα ηπειρωτικό γίνεται το κλίμα. Η περιοχή βρίσκεται στην αγρο-κλιματική περιοχή της Μείζονος Πολωνίας της Σιλεσίας, όπου η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι περίπου 8,2°C, και στα βόρεια πέφτει γύρω στους 7,6°C. Είναι ελαφρώς θερμότερη στα νότια και δυτικά, όπου η μέση θερμοκρασία είναι συνήθως περίπου 8,5°C. Ο αριθμός των ημερών με χιόνι μπορεί να φτάσει έως και τις 57 ημέρες εντός και γύρω από την περιοχή Κάλις.

Η καλλιεργητική περίοδος είναι από τις μεγαλύτερες στην Πολωνία. Στις νότιες πεδιάδες του βοεβοδάτου αυτή η εποχή είναι περίπου 228 ημέρες, ενώ βόρεια του Γκνιέζνο και του Σαμοτούουι μειώνεται σταδιακά σε 216 ημέρες.

Η βροχόπτωση κυμαίνεται από 500 έως 550 mm. Παρόλα αυτά, η περιοχή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έλλειμμα βροχοπτώσεων, ιδιαίτερα στο ανατολικό τμήμα του βοεβοδάτου, όπου μερικές φορές παρατηρούνται μόνο 450 χιλιοστά βροχόπτωσης ετησίως, όπου αυτό απειλεί με στεποποίηση την περιοχή. Σε όλη το βοεβοδάτο επικρατεί συνήθως δυτικός άνεμος.

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αυτοκινητόδρομος Α2 διασχίζει το βοεβοδάτο.

Η Μείζων Πολωνία είναι ένας σημαντικός κόμβος μεταφορών εντός της Πολωνίας. Μεγάλο μέρος της κυκλοφορίας από τη Ρωσία και άλλα κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης διέρχεται από το Πόζναν και το Κόνιν για να φτάσει στη Γερμανία και σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Στα νότια υπάρχει η διεθνής διαδρομή από το Γκντανσκ μέσω του Πόζναν και του Λέσνο προς την Πράγα και στη συνέχεια προς τη νότια Ευρώπη. Υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αυτοκινητόδρομος στην επαρχία, ο αυτοκινητόδρομος Α2, ο οποίος όταν ολοκληρωθεί θα εκτείνεται από τα δυτικά σύνορα της Πολωνίας με τη Γερμανία, μέσω του Πόζναν στη Βαρσοβία και στη συνέχεια μέσω της Λευκορωσίας στη Μόσχα.

Οι κύριοι σιδηροδρομικοί κόμβοι που βρίσκονται στη Μείζων Πολωνία είναι το Πόζναν, η Πίουα και το Όστρουφ Βιελκοπόλσκι. Η PKP Intercity εκτελεί πολλά δρομολόγια τρένων την ημέρα μεταξύ Βαρσοβίας και Βερολίνου, τα οποία παρέχουν γρήγορη σύνδεση για τις δύο πόλεις και με το Πόζναν. Αυτή η διαδρομή ήταν η πρώτη στην Πολωνία, προσαρμοσμένη για χρήση από το ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς υψηλής ταχύτητας. Στο εγγύς μέλλον  η κυβέρνηση αναμένει να κατασκευάσει μια σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας σε σχήμα Υ που θα συνδέει το Κάλις και το Πόζναν από το Λοτζ, τη Βαρσοβία και το Βρότσουαφ.

Το Πόζναν είναι το σημείο άφιξης για τους περισσότερους διεθνείς ταξιδιώτες, καθώς εκεί βρίσκεται το Αεροδρόμιο Πόζναν-Γουαβίτσα «Χένρικ Βιενιάφσκι», στο οποίο πρόσφατα  σημειώθηκε ο δεύτερος υψηλότερος ρυθμός αύξησης επιβατών στη χώρα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) του βοεβοδάτου ήταν 40,4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2018, αντιπροσωπεύοντας το 8,1% της πολωνικής οικονομικής παραγωγής. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ προσαρμοσμένο ως προς την αγοραστική δύναμη ήταν 19.700 € ή 65% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 το ίδιο έτος. Το ΑΕΠ ανά εργαζόμενο ήταν 72% του μέσου όρου της ΕΕ.[3]

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βοεβοδάτο Μείζονος Πολωνίας χωρίζεται σε 35 πόβιατ): 4 πόβιατ πόλης και 31 πόβιατ εδάφους. Αυτά χωρίζονται περαιτέρω σε 226 γκμίνα (δήμους).

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Transnational partnerships». nottinghamshire.gov.uk. Νομαρχιακό Συμβούλιο του Νότιγχαμσάιρ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 Ιανουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 21 Μαρτίου 2008. 
  2. ΚΣΥ. «Population. Size and structure and vital statistics in Poland by territorial division in 2019. As of 30th June». stat.gov.pl (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 2020. 
  3. «Regional GDP per capita ranged from 30% to 263% of the EU average in 2018». Eurostat. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ζίγκμουντ Μπόρας, Książęta Piastowscy Wielkopolski (Πρίγκιπες Πιαστ της Μείζονος Πολωνίας), Πόζναν, Wydawnictwo Poznańskie, 1983.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]