Δεύτερος διαμελισμός της Πολωνίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δεύτερος διαμελισμός της Πολωνίας
Second Partition of Poland 1793.PNG
Η Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία μετά τον Δεύτερο Διαμελισμό (1793)
Σωρευτικές απώλειες
Rzeczpospolita Rozbiory 2.png
Η Πολωνία μετά τους πρώτους δύο διαμελισμούς
Εδαφικές απώλειες
Σύνολο307.000 χλμ2[1]
Στην Πρωσία58.000 χλμ2[2]
Στη Ρωσία250.000 χλμ2

Ο δεύτερος διαμελισμός της Πολωνίας το 1793 ήταν ο δεύτερος από τους τρεις διαμελισμούς (ή μερικές προσαρτήσεις) που έληξαν την ύπαρξη της Πολωνικής-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας έως το 1795. Ο δεύτερος διαμελισμός έγινε μετά τον Πόλεμο Πολωνίας-Ρωσίας του 1792 και την Συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα του 1792, και εγκρίθηκε από τους εδαφικούς δικαιούχους της, τη Ρωσική Αυτοκρατορία και το Βασίλειο της Πρωσίας. Η διαίρεση επικυρώθηκε από το εξαναγκασμένο πολωνικό κοινοβούλιο (Σέιμ) το 1793 (βλ. Σέιμ του Γκρόντνο) σε μια βραχύβια προσπάθεια να αποφευχθεί η αναπόφευκτη πλήρης προσάρτηση της Πολωνίας, του τρίτου διαμελισμού.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1790, στο πολιτικό μέτωπο, η Κοινοπολιτεία είχε επιδεινωθεί σε τόσο ανίσχυρη κατάσταση που αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τον εχθρό της, την Πρωσία. Το Πολωνικό-Πρωσικό Σύμφωνο του 1790 υπεγράφη, δίνοντας ψευδή ελπίδα ότι η Κοινοπολιτεία θα μπορούσε επιτέλους να βρει έναν σύμμαχο που θα την προστατεύει ενώ μεταρρυθμιζόταν. Το Σύνταγμα της 3ης Μαΐου του 1791 παραχώρησε πολιτικά δικαιώματα στην αστική τάξη, καθιέρωσε τον διαχωρισμό των τριών κλάδων της κυβέρνησης και εξάλειψε τις καταχρήσεις του Σέιμ του Ρεπνίν. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν επιθετικές ενέργειες εκ μέρους των γειτόνων της, επιφυλακτικοί για την πιθανή αναγέννηση της Κοινοπολιτείας.[3] Και πάλι η Πολωνία τόλμησε να μεταρρυθμιστεί και να βελτιωθεί χωρίς την άδεια της Ρωσίας, και πάλι η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ εξοργίστηκε. Υποστηρίζοντας ότι η Πολωνία είχε πέσει θύμα του ριζοσπαστικού Ιακωβινισμού, τότε σε υψηλό ρεύμα στη Γαλλία, οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Κοινοπολιτεία το 1792.[3]

Σκηνή μετά τη Μάχη του Ζιελέντσε το 1792, πολωνική απόσυρση. Πίνακας του Βόιτσεχ Κόσακ

Κατά τη διάρκεια του Πολέμου Πολωνίας-Ρωσίας του 1792 για την υπεράσπιση του Συντάγματος, οι πολωνικές δυνάμεις που υποστήριζαν το Σύνταγμα πολέμησαν εναντίον του στρατού της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που προσκλήθηκε από την φιλορωσική συμμαχία των Πολωνών αρχόντων, γνωστή ως Συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα. Η συντηρητική αριστοκρατία (βλ. επίσης: σλάχτα) πίστευε ότι οι Ρώσοι θα τους βοηθήσουν να αποκαταστήσουν τη Χρυσή Ελευθερία τους.[3] Εγκαταλειμμένοι από τους Πρώσους συμμάχους τους, οι εξαιρετικά υπερμεγέθεις πολωνικές φιλοσυνταγματικές δυνάμεις πολέμησαν υπό τον Πρίγκιπα Γιούζεφ Πονιατόφσκι έναν αμυντικό πόλεμο με κάποια επιτυχία, αλλά διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τις προσπάθειές τους από τον ανώτατο διοικητή τους, τον Βασιλιά Στανίσουαφ Αύγουστο Πονιατόφσκι. Ο Βασιλιάς αποφάσισε να ενταχθεί στη Συνομοσπονδία της Ταργκοβίτσα, όπως απαίτησαν οι Ρώσοι.[3]

Η Ρωσία εισέβαλε στην Πολωνία για να εξασφαλίσει την ήττα των πολωνικών μεταρρυθμίσεων, χωρίς σαφή στόχο άλλου διαμελισμού (θεωρούσε την Πολωνία ως προτεκτοράτο της και είδε ελάχιστη ανάγκη να παραδώσει κομμάτια της Πολωνίας σε άλλες χώρες).[3] Ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄ της Πρωσίας, ωστόσο, είδε αυτά τα γεγονότα ως ευκαιρία να ενισχύσει τη χώρα του. Ο Φρειδερίκος ζήτησε από την Αικατερίνη ότι λόγω της εγκατάλειψης της χώρας του από την Πολωνία ως στενό σύμμαχο, για τη συμμετοχή των Πρωσών στον Πόλεμο του Πρώτου Συνασπισμού ενάντια στην επαναστατική Γαλλία, επειδή η Ρωσία ενθάρρυνε τη συμμετοχή των Πρωσών και επειδή η Πρωσία υπέστη πρόσφατα μια μεγάλη ήττα στη Μάχη του Βαλμί, η Πρωσία πρέπει να αποζημιωθεί - κατά προτίμηση με τμήματα της πολωνικής επικράτειας. Η Ρωσία αποφάσισε σύντομα να αποδεχθεί την προσφορά της Πρωσίας.[3]

Συνθήκη του διαμελισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνθήκη του Γκρόντνο μεταξύ της Πρωσίας και της Πολωνίας (μια γαλλική έκδοση), που αργότερα αναφέρθηκε ως η δεύτερη συνθήκη διαμελισμού

Στις 23 Ιανουαρίου 1793, η Πρωσία υπέγραψε συνθήκη με τη Ρωσία, συμφωνώντας ότι θα ανακληθούν οι πολωνικές μεταρρυθμίσεις και ότι και οι δύο χώρες θα λάβουν ευρεία περιοχή της Κοινοπολιτείας.[3] Ο ρωσικός και ο πρωσικός στρατός ανέλαβαν τον έλεγχο των εδαφών που διεκδίκησαν, με τα ρωσικά στρατεύματα να είναι ήδη παρόντα, και τα πρωσικά στρατεύματα να συναντούν περιορισμένη αντίσταση.[3] Το 1793, οι βουλευτές στο Σέιμ του Γκρόντνο, το τελευταίο Σέιμ της Κοινοπολιτείας, παρουσία ρωσικών δυνάμεων, συμφώνησαν στις ρωσικές και πρωσικές εδαφικές απαιτήσεις. Το Σέιμ του Γκρόντνο έγινε διάσημο όχι μόνο ως το τελευταίο Σέιμ της Κοινοπολιτείας, αλλά επειδή οι βουλευτές του είχαν δωροδοκηθεί και εξαναγκαστεί από τους Ρώσους (η Ρωσία και η Πρωσία ήθελαν νομική κύρωση από την Πολωνία για τα αιτήματά τους).

Η Αυτοκρατορική Ρωσία προσάρτησε 250.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η Πρωσία πήρε 58.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.[2] Η Κοινοπολιτεία έχασε περίπου 307.000 χλμ² και μειώθηκε στα 215.000 χλμ².[1][4]

Ρωσικός Διαμελισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ρωσία έλαβε το Βοεβοδάτο Κιέβου, το Βοεβοδάτο Μπράτσουαφ, το Βοεβοδάτο Ποδολίας και το Βοεβοδάτο Μισνκ, καθώς και τα μέρη του Βοεβοδάτου Βίλνιους, του Βοεβοδάτου Νοβογκρούντεκ, του Βοεβοδάτου Μπρεστ Λίτοβσκ και του Βοεβοδάτου Βολυνίας.[5] Αυτό έγινε αποδεκτό από το Σέιμ του Γκρόντνο στις 22 Ιουλίου.[6] Η Ρωσία αναδιοργάνωσε τις νεοαποκτηθείσες περιοχές της στα Κυβερνεία Μινσκ και Ιζίασλαφ (τα οποία το 1795 χωρίστηκαν στα Κυβερνεία Ποδολίας και Βολυνίας).

Πρωσικός Διαμελισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρωσία έλαβε τις πόλεις Γκντανσκ (Ντάντσιγκ) και Τόρουν (Θορν) και το Βοεβοδάτο Γκνιέζνο, το Βοεβοδάτο Πόζναν, το Βοεβοδάτο Σιέραντζ, το Βοεβοδάτο Κάλις, το Βοεβοδάτο Πουότσκ, το Βοεβοδάτο Κουγιαβίας-Μπζεστς, το Βοεβοδάτο Ινοβρότσουαφ, την Περιοχή Ντόμπζιν, καθώς και μέρη του Βοεβοδάτου Κρακοβίας, του Βοεβοδάτου Ράβα και του Βοεβοδάτου Μασοβίας.[5] Αυτό έγινε αποδεκτό από το Σέιμ του Γκρόντνο στις 23 Σεπτεμβρίου[6] ή στις 25 Σεπτεμβρίου[5] (οι πηγές διαφέρουν). Η Πρωσία οργάνωσε τα νεοαποκτηθέντα εδάφη της στη Νότια Πρωσία.[7][8]

Η Κοινοπολιτεία έχασε περίπου 5 εκατομμύρια ανθρώπους. Μόνο περίπου 4 εκατομμύρια άνθρωποι παρέμειναν στα εδάφη της Κοινοπολιτείας.[3][9]

Αυτό που έμεινε από την Κοινοπολιτεία ήταν ένα μικρό ουδέτερο κράτος με έναν βασιλιά μαριονέτα και οι ρωσικές φρουρές παρακολουθούσαν τον μειωμένο πολωνικό στρατό.[4][10][11]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τόσο οι συνομοσπονδίες της Ταργκοβίτσα, που δεν περίμεναν άλλο διαμελισμό, όσο και ο βασιλιάς, ο Στανίσουαφ Αύγουστος Πονιατόφσκι, που εντάχθηκε σε αυτές κοντά στο τέλος, έχασαν και οι δύο πολύ από το γόητρο και την υποστήριξη σε αυτούς.[3] Οι μεταρρυθμιστές, από την άλλη πλευρά, προσελκύουν αυξανόμενη υποστήριξη.[6] Τον Μάρτιο του 1794 άρχισε η Εξέγερση του Κοστσιούσκο. Η ήττα της εξέγερσης τον Νοέμβριο του ίδιου έτους είχε ως αποτέλεσμα τον τελευταίο τρίτο διαμελισμός της Πολωνίας, τερματίζοντας την ύπαρξη της Κοινοπολιτείας.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ντέιβις, Νόρμαν (2005). God's Playground. A History of Poland. The Origins to 1795. I (revised έκδοση). Oxford University Press. σελ. 394. ISBN 978-0-19-925339-5. 
  2. 2,0 2,1 Γιάτσεκ Γέντρουχ (1998). Constitutions, elections, and legislatures of Poland, 1493–1977: a guide to their history. EJJ Books. σελίδες 186–187. ISBN 978-0-7818-0637-4. Ανακτήθηκε στις 13 Αυγούστου 2011. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 3,7 3,8 3,9 Γέζι Κουκόφσκι· Β. Χ. Ζαβάντζκι (2001). A Concise History of Poland: Jerzy Lukowski and Hubert Zawadzki. Cambridge University Press. σελίδες 101–103. ISBN 978-0-521-55917-1. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2013. 
  4. 4,0 4,1 Richard C. Frucht (2005). Eastern Europe: an introduction to the people, lands, and culture. ABC-CLIO. σελ. 16. ISBN 978-1-57607-800-6. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2012. 
  5. 5,0 5,1 5,2 Adam Nowicki (1945). Dzieje Polski: od czasów najdawniejszych do chwili bieżącej. Księgarnia Polska. σελ. 152. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2013. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Νόρμαν Ντέιβις (1991). Boże igrzysko. 1. Od początków do roku 1795. Społeczny Inst. Wydawniczy Znak. σελ. 703. ISBN 978-83-7006-400-6. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2013. 
  7. Vejas Gabriel Liulevicius (27 Αυγούστου 2009). The German Myth of the East:1800 to the Present. Oxford University Press. σελ. 41. ISBN 978-0-19-161046-2. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2013. 
  8. William Fiddian Reddaway (1971). The Cambridge History of Poland. CUP Archive. σελ. 152. GGKEY:2G7C1LPZ3RN. Ανακτήθηκε στις 23 Ιουλίου 2013. 
  9. Γέζι Κουκόφσκι· Β. Χ. Ζαβάντζκι (2001). A Concise History of Poland: Jerzy Lukowski and Hubert Zawadzki. Cambridge University Press. σελίδες 96–98. ISBN 978-0-521-55917-1. Ανακτήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2013. 
  10. William Fiddian Reddaway (1971). The Cambridge History of Poland. Cambridge University Press. σελίδες 157–159. GGKEY:2G7C1LPZ3RN. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2012. 
  11. Lynne Olson· Stanley Cloud (16 Σεπτεμβρίου 2003). A question of honor: the Kościuszko Squadron : the forgotten heroes of World War II. Knopf. σελ. 20. ISBN 978-0-375-41197-7. Ανακτήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 2012. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ταντέους Τσεγκιέλσκι, Γούκας Καντζιέλα, Rozbiory Polski 1772–1793-1795, Βαρσοβία 1990

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]