Αμπντούλ Αζίζ
| Αμπντούλ Αζίζ عبد العزيز | |
|---|---|
| Χαλίφης του Ισλάμ Καίσαρας των Ρωμαίων Θεματοφύλακας των Δύο Ιερών Τζαμιών Ηγέτης των πιστών Χάνος | |
Φωτογραφία από τους Αδελφούς Αμπντουλάχ | |
| Περίοδος | 25 Ιουνίου 1861 – 30 Μαΐου 1876 (14 έτη & 11 μήνες) |
| Προκάτοχος | Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ |
| Διάδοχος | Μουράτ Ε΄ |
| Γέννηση | 8 Φεβρουαρίου 1830 Παλάτι Εγιούπ, Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία |
| Θάνατος | 4 Ιουνίου 1876 (46 ετών) Παλάτι Φεριγιέ, Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία |
| Τόπος ταφής | Τουρμπές του Μαχμούτ Β΄, Φατίχ |
| Σύζυγος | Ντουρουνέβ Καντινεφέντι Χαϊρανιντίλ Σουλτάνα Ενταντίλ Καντινεφέντι Νεσερέκ Καντινεφέντι Γκεβχερί Καντινεφέντι Γιλντίζ Χανιμεφέντι |
| Απόγονοι | Ηγεμόνας Γιουσούφ Ιζζεντίν Εφέντι Σαλιχά Σουλτάνα Ναζιμέ Σουλτάνα Αμπντούλ Μετζίτ Β΄ Ηγεμόνας Μεχμέτ Σεβκέτ Εφέντι Εσμά Σουλτάνα Εμινέ Σουλτάνα Ηγεμόνας Μεχμέτ Σεϊφεντίν Εφέντι |
Πλήρες όνομα | |
Αμπντούλ Αζίζ Χαν μπιν Μαχμούτ Χαν | |
| Οίκος | Οσμανιδών |
| Πατέρας | Μαχμούτ Β΄ |
| Μητέρα | Περτεβνιγιάλ Σουλτάνα |
| Θρησκεία | Ισλάμ |
| Υπογραφή | |
| δεδομένα () | |
Ο Αμπντούλ Αζίζ (Οθωμανικά Τουρκικά: عبد العزيز, ʿAbdü'l-ʿAzîz· Τουρκικά: Abdülaziz· 8 Φεβρουαρίου 1830 – 4 Ιουνίου 1876) υπήρξε ο 32ος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυβερνώντας από τις 25 Ιουνίου 1861 έως τις 30 Μαΐου 1876.[1] Γεννημένος ως υιός του Μαχμούτ Β΄, ανήλθε στον θρόνο μετά τον θάνατο του αδελφού του, Αμπντούλ Μετζίτ Α΄.[2] Η περίοδος της βασιλείας του εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της οθωμανικής ανάκαμψης μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο και της συνέχειας των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, σε μια εποχή κατά την οποία η Αυτοκρατορία εξαρτιόταν, σε αυξανόμενο βαθμό, από ευρωπαϊκά κεφάλαια. Η δεκαετία που ακολούθησε την άνοδό του σημαδεύτηκε από την κυριαρχία των ισχυρών κρατικών παραγόντων Φουάτ Πασά και Ααλί Πασά, οι οποίοι προώθησαν την περαιτέρω θεσμική αναδιοργάνωση του κράτους. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται η εισαγωγή του Νόμου περί Βιλαετίων, η επέκταση δυτικών νομικών προτύπων στην οθωμανική νομοθεσία και η αναδιάρθρωση του συστήματος των μιλλέτ. Ωστόσο, το δομικό πρόβλημα του δυϊσμού των μεταρρυθμίσεων, η ασύμβατη συνύπαρξη παραδοσιακών και δυτικότροπων θεσμικών αντιλήψεων, εξακολουθούσε να περιορίζει την αποτελεσματικότητα των αλλαγών.
Ο Αμπντούλ Αζίζ υπήρξε ο πρώτος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που πραγματοποίησε επίσημη διπλωματική περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη, επισκεπτόμενος το καλοκαίρι του 1867 τα κέντρα ισχύος της εποχής, μεταξύ των οποίων το Παρίσι, το Λονδίνο και η Βιέννη. Μετά τον θάνατο των Φουάτ και Ααλί έως το 1871, η πολιτική του πορεία έλαβε πιο συντηρητική τροπή· ο ίδιος επιδίωξε ισχυρότερη προσωπική παρουσία στη διακυβέρνηση, γεγονός που ανέδειξε πτυχές ιδιορρυθμίας και ενίσχυσε το αίτημα των Νεο-Οθωμανών για συνταγματική μεταρρύθμιση.
Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά κρίσεων: επισιτιστικές ελλείψεις, δημοσιονομική κατάρρευση και αδυναμία εξυπηρετήσεως του δημόσιου χρέους, επιδείνωση των διπλωματικών της σχέσεων, διοικητική δυσλειτουργία και εντάσεις στους χριστιανικούς πληθυσμούς των Βαλκανίων. Οι παράγοντες αυτοί συνέκλιναν στη διαμόρφωση του ευρύτερου πλαισίου της Μεγάλης Ανατολικής Κρίσης. Στις 30 Μαΐου 1876 ο Αμπντούλ Αζίζ καθαιρέθηκε από τους υπουργούς του, με την αιτιολογία για κακοδιαχείριση των οικονομικών. Έξι ημέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός, με την επίσημη εκδοχή να αποδίδει τον θάνατό του σε αυτοχειρία.
Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Αζίζ γεννήθηκε στο Παλάτι Εγιούπ της Κωνσταντινούπολης, στις 8 Φεβρουαρίου του έτους 1830.[1][3] Γονείς του ήταν ο Μαχμούτ Β΄ και η Περτεβνιγιάλ Σουλτάνα,[4] η οποία καταγόταν από τον λαό των Κιρκάσιων.[5] Οι παππούδες του, από την πατρική πλευρά, ήταν ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ και η Νακσιντίλ Σουλτάνα. Σύμφωνα με πολλαπλές αφηγήσεις, η γιαγιά του ήταν η Εμί ντυ Μπυκ ντε Ριβερί, εξαδέλφη της Αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας.[6] Η Περτεβνιγιάλ ήταν αδελφή της Χουσιγιάρ Καντίν, τρίτης συζύγου του Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου.
Παρότι ο Αμπντούλ Αζίζ έλαβε λαμπρή μόρφωση, στα πρότυπα της παραδοσιακής οθωμανικής παιδείας, υπήρξε ένθερμος θαυμαστής της υλικής προόδου που συντελούνταν στη Δύση, κάτι που εξηγεί και την προσπάθειά του για αναθέρμανση της φιλίας με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Επιπροσθέτως, ενδιαφερόταν για τη λογοτεχνία, ενώ συνέθεσε και κλασική μουσική. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε για τη μελέτη της οθωμανική ιστορίας.
Βασιλεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Απαρχές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μεταξύ 1861 και 1871, οι εφαρμοσμένες μέχρι νεωτέρας μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ συνεχίστηκαν υπό την καθοδήγηση των κυριότερων υπουργών του, Μεχμέτ Φουάτ Πασά και Μεχμέτ Εμίν Ααλί Πασά. Το 1864 θεσπίστηκαν νέα διοικητικά διαμερίσματα, τα βιλαέτια, ενώ το 1868 ιδρύθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας.[1] Η δημόσια εκπαίδευση οργανώθηκε κατά το γαλλικό μοντέλο και το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης αναδιοργανώθηκε ως σύγχρονο ίδρυμα το 1861.[1] Ο Αμπντούλ Αζίζ συνέβαλε επίσης καθοριστικά στη θέσπιση του πρώτου οθωμανικού αστικού κώδικα. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του εκδόθηκαν τα πρώτα οθωμανικά γραμματόσημα το 1863, και η Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε στην Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση το 1875 ως ιδρυτικό μέλος.
Περιοδείες και εντυπώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Αμπντουλαζίζ καλλιέργησε στενές σχέσεις με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, περιοδεύοντας στην Δυτική Ευρώπη.[1] Τυπικά, το ταξίδι πραγματοποιήθηκε για να παραστεί στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων του 1867, κατόπιν προσκλήσεως του Ναπολέοντα Γ΄· στην πραγματικότητα, όμως, σκοπός του ήταν η αποκατάσταση της οθωμανικής πιστοληπτικής ικανότητας και η αποτροπή ενδεχόμενης γαλλο-ρωσικής επέμβασης στην επαναστατημένη Κρήτη. Η πορεία του ταξιδιού του, κατά χρονολογική σειρά (21 Ιουνίου 1867 – 7 Αυγούστου 1867), ήταν η εξής: Κωνσταντινούπολη – Μεσσήνη – Νάπολη – Τουλόν – Μασσαλία – Παρίσι – Βουλώνη – Ντόβερ – Λονδίνο – Ντόβερ – Καλαί – Βρυξέλλες – Κόμπλεντς – Βιέννη – Βουδαπέστη – Όρσοβα – Βίντιν – Ρούσε – Βάρνα – επιστροφή στην Κωνσταντινούπολη.[7] Στο Λονδίνο τιμήθηκε από τη Βασίλισσα Βικτωρία[8] με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος της Περικνημίδος, παρακολούθησε επίδειξη του βρετανικού στόλου μαζί με τον Ισμαήλ Πασά και ταξίδεψε με ένα από τα πρώτα ιδιωτικά σιδηροδρομικά βαγόνια. Εντυπωσιασμένος από τα μουσεία του Παρισιού (30 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1867), του Λονδίνου (12 – 23 Ιουλίου 1867) και της Βιέννης (28 – 30 Ιουλίου 1867),[7] ίδρυσε το Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης.
Το 1868 ο Αμπντούλ Αζίζ δέχθηκε επισκέψεις της Ευγενίας ντε Μοντίχο, καθώς και άλλων ξένων μοναρχών που ταξίδευαν προς τα εγκαίνια της Διώρυγας του Σουέζ. Ο σουλτάνος συνόδευσε την Ευγενία στην επίσκεψή της προς τη μητέρα του στο Παλάτι Ντολμάμπαχτσε. Η Περτεβνιγιάλ θεώρησε την παρουσία μιας ξένης γυναίκας στο ιδιωτικό τμήμα του χαρεμιού της ως προσβολή· σύμφωνα με μία εκδοχή, ράπισε την Ευγενία στο πρόσωπο, γεγονός που παραλίγο να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο.[9] Κατά άλλη αφήγηση, η Περτεβνιγιάλ αγανάκτησε από το θάρρος της Ευγενίας, όταν η δεύτερη κράτησε τον βραχίονα ενός από τους γιους της την ώρα που εκείνος την ξεναγούσε στον κήπο του παλατιού, και της έδωσε ένα χτύπημα στην κοιλιά, ενδεχομένως ως πιο διακριτική υπενθύμιση ότι δεν βρίσκονταν στη Γαλλία.[10]
Σιδηρόδρομοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι πρώτες οθωμανικές σιδηροδρομικές γραμμές εγκαινιάστηκαν μεταξύ Σμύρνης–Αϊδινίου και Αλεξάνδρειας–Καΐρου το 1856, κατά τη βασιλεία του Αμπντούλ Μετζίτ Α΄. Ο πρώτος μεγάλος σιδηροδρομικός σταθμός εντός των ορίων της σημερινής Τουρκίας, ο Σταθμός Αλσαντζάκ στη Σμύρνη, εγκαινιάστηκε το 1858. Ωστόσο, επρόκειτο για μεμονωμένες, ασύνδετες σιδηροδρομικές γραμμές, χωρίς το χαρακτήρα δικτύου. Ο Αμπντούλ Αζίζ υπήρξε εκείνος που έθεσε τα θεμέλια για τη δημιουργία των πρώτων οθωμανικών σιδηροδρομικών δικτύων: Στις 17 Απριλίου 1869, η παραχώρηση για τον Σιδηρόδρομο της Ρούμελης (Rumelia Railway) απονεμήθηκε στον βαρώνο Μωρίς ντε Χιρς, βαυαρικής καταγωγής τραπεζίτη εγκατεστημένο στο Βέλγιο. Το έργο προέβλεπε σιδηροδρομική σύνδεση της Κωνσταντινούπολης με τη Βιέννη μέσω Αδριανούπολης, Φιλιππούπολης και Σαράγεβου έως τις όχθες του ποταμού Σάβου. Το 1873 εγκαινιάστηκε ο πρώτος σιδηροδρομικός σταθμός, με το όνομα «Σιρκετζί», στην Κωνσταντινούπολη. Το προσωρινό κτήριο αντικαταστάθηκε με το σημερινό, το οποίο ανοικοδομήθηκε μεταξύ 1888 και 1890 και μετετράπη στον τελικό σταθμό του θρυλικού Οριάν Εξπρές. Το 1871 ο Αμπντουλαζίζ ίδρυσε τον Σιδηρόδρομο της Ανατολίας. Οι εργασίες κατασκευής γραμμής ευρωπαϊκού εύρους 1.435 χιλιοστών στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, από το Χαϊντάρ Πασά έως το Πέντικ, άρχισαν το 1871. Η γραμμή τέθηκε σε λειτουργία στις 22 Σεπτεμβρίου 1872.[11] Το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτάθηκε στο Γκέμπτζε, η οποία άνοιξε την 1η Ιανουαρίου 1873, και τον Αύγουστο του 1873 έφθασε στο Ιζμίτ. Μία ακόμη επέκταση υλοποιήθηκε το 1871 για την εξυπηρέτηση των κατοικημένων περιοχών γύρω από την Προύσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Ο Σιδηρόδρομος της Ανατολίας επεκτάθηκε αργότερα προς την Άγκυρα και τελικώς προς τη Μεσοποταμία, τη Συρία και την Αραβία με την ολοκλήρωση των σιδηροδρομικών έργων της Βαγδάτης και της Χετζάζης.
Περαιτέρω παρακμή της αυτοκρατορίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το 1867, ο Αμπνούλ Αζίζ έγινε επίσης ο πρώτος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που αναγνώρισε επίσημα τον τίτλο του Χεδίβη για τον διοικητή του Εγιαλετιού της Αιγύπτου και του Σουδάν (1517–1867), το οποίο από τότε μετετράπη στο αυτόνομο Χεδιβάτο της Αιγύπτου και του Σουδάν (1867–1914). Σε αντάλλαγμα, ο πρώτος Χεδίβης, ο Ισμαήλ Πασάς, είχε συμφωνήσει ένα έτος νωρίτερα (1866) να αυξήσει τα ετήσια φορολογικά έσοδα που η Αίγυπτος και το Σουδάν θα κατέβαλλαν στο οθωμανικό θησαυροφυλάκιο.[12] Μεταξύ 1854 και 1894,[12][13] τα έσοδα αυτά χρησιμοποιούνταν συχνά από την οθωμανική κυβέρνηση ως εγγύηση για τη σύναψη δανείων από βρετανικές και γαλλικές τράπεζες. Ο Αμπντούλ Αζίζ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον εκσυγχρονισμό του Οθωμανικού Ναυτικού. Το 1875, ο οθωμανικός στόλος διέθετε 21 θωρηκτά και 173 πολεμικά πλοία άλλων κατηγοριών, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση παγκοσμίως μετά τον βρετανικό και τον γαλλικό στόλο. Το πάθος του για το Ναυτικό, τα πλοία και τη θάλασσα αντανακλάται στις τοιχογραφίες και απεικονίσεις του Παλατιού Μπεϊλέρμπεϊ, το οποίο ανεγέρθηκε επί της βασιλείας του. Ωστόσο, ο υψηλός προϋπολογισμός του προγράμματος εκσυγχρονισμού και επεκτάσεως του στόλου, σε συνδυασμό με τον λιμό της Ανατολίας (1873–1875) που συρρίκνωσε τα φορολογικά έσοδα του κράτους, συνέβαλαν στις δημοσιονομικές δυσχέρειες που οδήγησαν την Υψηλή Πύλη να κηρύξει στάση πληρωμών με το «Κανοννάμε του Ραμαζανιού» στις 30 Οκτωβρίου 1875. Η επακόλουθη απόφαση για αύξηση των αγροτικών φόρων προς εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους απέναντι σε ξένους πιστωτές (κυρίως βρετανικές και γαλλικές τράπεζες) πυροδότησε τη Μεγάλη Ανατολική Κρίση στις βαλκανικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Η κρίση κορυφώθηκε με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877–1878), ο οποίος επέφερε συντριπτικό πλήγμα στην ήδη επιβαρυμένη οθωμανική οικονομία και οδήγησε, το 1881, στην ίδρυση της Διοίκησης του Οθωμανικού Δημοσίου Χρέους.[12]
Οι διεθνείς χρηματοοικονομικές αναταράξεις αύξησαν τη σημασία που είχε για τη Βρετανία η χρήση των οθωμανικών φορολογικών εσόδων της Αιγύπτου και του Σουδάν ως εγγύησης για την αποπληρωμή οθωμανικών δανείων προς βρετανικές τράπεζες.[13] Σε συνδυασμό με τη στρατηγική σημασία της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία είχε ανοίξει το 1869, οι εγγυήσεις αυτές επηρέασαν καίρια την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να καταλάβει την Αίγυπτο και το Σουδάν το 1882, με το πρόσχημα της ενίσχυσης της οθωμανο-αιγυπτιακής διοίκησης στην καταστολή της Εξέγερσης του Ουράμπι (1879–1882). Μέχρι το 1871, τόσο ο Φουάτ Πασά όσο και ο Ααλί Πασά είχαν πεθάνει.[1] Το Δεύτερο Γαλλικό Αυτοκρατορικό καθεστώς, το δυτικό ευρωπαϊκό πρότυπο που είχε υιοθετήσει ο Αμπντούλ Αζίζ, ηττήθηκε στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο. Ο σουλτάνος στράφηκε τότε προς τη Ρωσική Αυτοκρατορία, επιζητώντας φιλικές σχέσεις, ενώ η αναταραχή στις βαλκανικές επαρχίες συνεχιζόταν. Το 1875 η Εξέγερση της Ερζεγοβίνης προκάλεσε νέα κύματα αναβρασμού, ενώ το 1876 η Εξέγερση του Απριλίου γνώρισε εξάπλωση μεταξύ των Βουλγάρων. Η δυσαρέσκεια απέναντι στη Ρωσία εντάθηκε λόγω της υποστήριξης που φερόταν να παρέχει στους εξεγερμένους.[1] Αν και κανένα μεμονωμένο γεγονός δεν οδήγησε άμεσα στην καθαίρεσή του, η καταστροφή της σοδειάς του 1873, οι υπέρογκες δαπάνες του για το Οθωμανικό Ναυτικό και για την ανέγερση νέων παλατιών, καθώς και η διαρκώς διογκούμενη δημόσια οφειλή, δημιούργησαν κλίμα που υπονόμευσε τη θέση του. Ο Αμπντούλ Αζίζ καθαιρέθηκε από τους υπουργούς του στις 30 Μαΐου 1876.[1]
Θάνατος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά την εκθρόνισή του, ο Αμπντούλ Αζίζ μεταφέρθηκε σε ένα δωμάτιο στο Παλάτι Τοπ Καπί, το οποίο τυχαίνει να είναι το ίδιο δωμάτιο στο οποίο δολοφονήθηκε ο Σουλτάνος Σελίμ Γ΄. Η «σύμπτωση» αυτή τον έκανε να ανησυχεί για τη ζωή του και στη συνέχεια ζήτησε να μεταφερθεί στο Παλάτι Μπεϊλέρμπεϊ . Το αίτημά του απορρίφθηκε, καθώς το κτίριο θεωρήθηκε ακατάλληλο για την κατάστασή του και μεταφέρθηκε στο Παλάτι Φεριγιέ. Παρ' όλα αυτά, γινόταν ολοένα και πιο νευρικός και παρανοϊκός για την ακαιρεότητά του. Το πρωί της 4ης Ιουνίου, ζήτησε ένα ψαλίδι για να περιποιηθεί τα γένια του. Λίγο αργότερα, βρέθηκε νεκρός σε μια λίμνη αίματος που δημιουργήθηκε από δύο τραύματα στα χέρια του. Αρκετοί διακεκριμένοι ιατροί της Κωνσταντινούπολης και του εξωτερικού, που έλαβαν άδεια για να εξετάσουν την σορό, πιστοποίησαν ότι ο θάνατος προκλήθηκε από την απώλεια αίματος, λόγω των τραυματισμών στα αιμοφόρα αγγεία, στις αρθρώσεις των βραχιόνων.[14] Ένας εκ των ιατρών διαπίστωσε πως το δέρμα ήταν πολύ χλωμό και εντελώς απαλλαγμένο από μώλωπες, σημάδια ή κηλίδες οποιουδήποτε είδους. Δεν υπήρχε ωχρότητα στα χείλη που να υποδηλώνει ασφυξία ούτε κανένα σημάδι πίεσης που να έχει ασκηθεί στον λαιμό.[15] Έτσι, ο θάνατος του Αμπντούλ Αζίζ καταγράφηκε ως αυτοχειρία.[16]
Θεωρίες περί δολοφονίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υπάρχουν διάφορες πηγές οι οποίες υποστηρίζουν ότι ο θάνατος του Αμπντούλ Αζίζ οφειλόταν σε δολοφονία. Ο Τούρκος ποιητής, συγγραφέας και συνομωσιολόγος Νετζίπ Φαζίλ Κισακούρεκ υποστήριξε ότι επρόκειτο για μια μυστική επιχείρηση, την οποία εκπόνησαν οι Βρετανοί.[17] Άλλος, όμοιος ισχυρισμός εντοπίζεται στο έργο Τα Απομνημονεύματα του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄. Στο βιβλίο αυτό, το οποίο αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν απάτη,[18][19] ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο Μουράτ Ε΄ είχε αρχίσει να εμφανίζει σημάδια παράνοιας, τρέλας, συνεχών λιποθυμιών και εμετών, μέχρι την ημέρα της στέψης του, ενώ, μάλιστα, είχε καταρρεύσει σε μια κολυμβήθρα, φωνάζοντας στους φρουρούς του να προστατεύσουν τη ζωή του. Οι υψηλόβαθμοι πολιτικοί της εποχής, φοβούμενοι ότι το πλήθος θα εξεγερθεί και θα επαναφέρει τον Αμπντούλ Αζίζ στην εξουσία, οργάνωσαν τη δολοφονία του, κόβοντας τις φλέβες του καρπού του και ανακοινώνοντας ότι «αυτοκτόνησε».[20] Το έργο αυτό, λοιπόν, αναφερόταν ως μαρτυρία πρώτου χεριού για τη δολοφονία του. Ωστόσο, αποδείχθηκε κατόπιν ότι ο Αμπντούλ Χαμίτ δεν είχε ποτέ συγγράψει ούτε υπαγορεύσει ένα τέτοιο κείμενο.[18][19] Εξάλλου, η οικογένεια του νεκρού σουλτάνου ήταν επίσης πεπεισμένη ότι ο θάνατός του υπήρξε αποτέλεσμα δολοφονίας, όπως καταμαρτυρούν οι δηλώσεις μιας από τις συντρόφους του, της Νεσερέκ Καντινεφέντι, καθώς και της θυγατέρας του, Ναζιμέ Σουλτάνας.[21][22]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σύζυγοι
- Ντουρουνέβ Καντινεφέντι
- Χαϊρανιντίλ Σουλτάν
- Ενταντίλ Καντινεφέντι
- Νεσερέκ Καντινεφέντι
- Γκεβχερί Καντινεφέντι
- Γιλντίζ Χανιμεφέντι
Παιδιά
- Ηγεμόνας Γιουσούφ Ιζζεντίν Εφέντι (1857-1916), γιος της Ντουρουνέβ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μαχμούτ Τζελαλεντίν Εφέντι (1862-1888), γιος της Ενταντίλ Καντινεφέντι
- Σαλιχά Σουλτάν (1862-1942), κόρη της Ντουρουνέβ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Σελίμ Εφέντι (1866-1867), γιος της Ντουρουνέβ Καντινεφέντι
- Εμινέ Σουλτάν (1866-1867), κόρη της Ενταντίλ Καντινεφέντι
- Ναζιμέ Σουλτάν (1866-1947), κόρη της Χαϊρανιντίλ Σουλτάν
- Αμπντούλ Μετζίτ Β΄ (1868-1944), γιος της Χαϊρανιντίλ Σουλτάν
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Σεβκέτ Εφέντι (1872-1899), γιος της Νεσερέκ Καντινεφέντι
- Εσμά Σουλτάν (1873-1899), κόρη της Γκεβχερί Καντινεφέντι
- Φατιμά Σουλτάν (1874-1875), κόρη της Γιλντίζ Χανιμεφέντι
- Εμινέ Σουλτάν (1874-1920), κόρη της Νεσερέκ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Σεϊφεντίν Εφέντι (1874-1927), γιος της Γκεβχερί Καντινεφέντι
- Μουνιρέ Σουλτάν (1877-1877), κόρη της Γιλντίζ Χανιμεφέντι
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 4 5 6 7 8 Hoiberg, Dale H. Encyclopædia Britannica. Α΄ (15η έκδοση). Σικάγο: Encyclopædia Britannica Inc. σελ. 21. ISBN 978-1-59339-837-8.
Abdülaziz
- ↑ Chambers Biographical Dictionary, (ISBN 0-550-18022-2), page 2
- ↑ Finkel, Caroline, Osman's Dream (Basic Books, 2005), 57; "Istanbul was only adopted as the city's official name in 1930."
- ↑ «Daniel T. Rogers, "All my relatives: Valide Sultana Partav-Nihal"».
- ↑ «His profile in the Ottoman Web Site».
- ↑ «Royal French Women in the Ottoman Sultans' Harem: The Political Uses of Fabricated Accounts from the Sixteenth to the Twenty-first Century | History Cooperative» (στα Αγγλικά). 27 Αυγούστου 2020. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- 1 2 «Sultan Abdülaziz - Avrupa Seyahati/Tarih/milliyet blog». blog.milliyet.com.tr. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- ↑ Chisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Abd-ul-Aziz» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 1 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 35
- ↑ «Women with power 1840-70». www.guide2womenleaders.com. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- ↑ Duff, David (1978). Eugenie and Napoleon III. Νέα Υόρκη: William Morrow. σελ. 191. ISBN 0688033385.
- ↑ «Trains of Turkey | History / CFOA». www.trainsofturkey.com. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- 1 2 3 «OSMANLI İMPARATORLUĞU'NDA VE TÜRKİYE CUMHURİYETİ'NDE BORÇLANMA POLİTİKALARI VE SONUÇLARI». www.mevzuatdergisi.com. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- 1 2 «Treaty of Lausanne - World War I Document Archive». wwi.lib.byu.edu. Ανακτήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 2025.
- ↑ Harvard University, Ali Haydar [from old catalog (1903). The life of Midhat Pasha; a record of his services, political reforms, banishment, and judicial murder. London, J. Murray.
- ↑ Dickson, E. D. (1876-07-08). «Report on the Death of the Ex-Sultan Abdul Aziz Khan». British Medical Journal 2 (810): 41–42. doi:. ISSN 0007-1447. PMID 20748260. PMC 2297901. https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC2297901/.
- ↑ Claire, Davis (1970). The Palace of Topkapi in Istanbul. New York, Scribner. σελ. 222.
- ↑ Kısakürek, Necip Fazıl (2007). Ulu Hakan: II. Abdülhamid Han. Κωνσταντινούπολη: Büyük Doğu Yayınları. σελ. 688. ISBN 9789758180301.
- 1 2 Habertürk (25 Νοεμβρίου 2018). «Abdülhamid'in hatıra defteri yoktur, bu isimdeki kitap sahtedir, inanmayın ve kullanmayın!». Habertürk (στα Τουρκικά). Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2025.
- 1 2 «Prof. Dr. Ali Birinci, Sultan Abdülhamid'in Hatıra Defteri Meselesi (στα Τουρκικά)».
- ↑ Bozdağ, İsmet (2000). Sultan Abdülhamid'in Hatıra Defteri. Κωνσταντινούπολη: Pınar Yayınları. σελ. 223. ISBN 9753520344.
- ↑ crossref (2008). The Concubine, the Princess, and the Teacher. University of Texas Press. ISBN 978-0-292-79390-3.
- ↑ Timeturk. «Abdülaziz Han'ın kızı: Babamın katledilişini gördüm». www.timeturk.com (στα Τουρκικά). Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2025.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Brookes, Douglas Scott. The Concubine, the Princess, and the Teacher: Voices from the Ottoman Harem. University of Texas Press. ISBN 978-0-292-78335-5.
- Uluçay, M. Çağatay (2011). Padişahların kadınları ve kızları. Ötüken. ISBN 978-9-754-37840-5.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Αμπντούλ Αζίζ στο Wikimedia Commons