Κρίκετ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κρίκετ
Pollock to Hussey.jpg
Ο σφαιριστής ρίχνει την μπάλα στον ροπαλοφόρο. Η ανοιχτόχρωμη λωρίδα γης είναι η πίστα του κρίκετ. Τα δύο σετ από όρθια πασσαλάκια στα άκρα της πίστας είναι οι φράχτες. Μπροστά τους και κάθετα στην πίστα, οι επιμηκυσμένες άσπρες γραμμές είναι οι πτυχές.
Χαρακτηριστικά
Eξοπλισμός μπάλα και ρόπαλο του κρίκετ, φράχτης: πασσαλάκια και ρολίνια
Ολυμπιακοί Θερινοί αγώνες του 1900 μόνο.

Το κρίκετ (αγγλ.: cricket) είναι ομαδικό άθλημα το οποίο διεξάγεται μεταξύ δύο ομάδων των έντεκα παικτών η κάθε μία, με ρόπαλα, μπάλα και φράχτες, σε υπαίθριο χορτάρινο αγωνιστικό χώρο ωοειδούς σχήματος, το κέντρο του οποίου φέρει ένα ορθογώνιο χώρο ο οποίος αποτελεί το επίκεντρο της δράσης.

Η μια ομάδα ροπαλοφορεί και προσπαθεί να σκοράρει όσο το δυνατόν περισσότερους πόντους ή τρεξίματα. Η άλλη ομάδα κυλά την μπάλα και παρατάσσεται, προσπαθώντας να πάψει ('κάψει' ή αποβάλλει) τους ροπαλοφόρους και να περιορίσει έτσι το σύνολο τρεξιμάτων της ομάδας τους. Έπειτα οι ρόλοι αντιστρέφονται.

Στο επαγγελματικό κρίκετ η διάρκεια το παιχνιδιού κυμαίνεται από δύο περιόδους των είκοσι όβερ η κάθε μία και οι οποίες ολοκληρώνονται αυθημερόν, εώς τέσσερις περιόδους οι οποίες διαρκούν μέχρι πέντε ημέρες. Οι νόμοι του κρίκετ ορίζονται και επιβλέπονται από το δεκαμελές Διεθνές Συμβούλιο του Κρίκετ (International Cricket Council ή ICC) και από τον, κάτοχο των πνευματικών δικαιωμάτων, Σύλλογο Κρίκετ του Μάρλεμπoν (Marylebone Cricket Club ή MCC) του Λονδίνου.

Το κρίκετ σαν οργανωμένο άθλημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα πρωτοεμφανίστηκε στη νότια Αγγλία τον 16ο αιώνα. Μέχρι τα τέλη του 18ου είχε καταστεί εξαιρετικά δημοφιλές σε όλη τη χώρα. Η επέκταση της Βρετανικής αυτοκρατορίας εισήγαγε το κρίκετ και σε άλλες περιοχές της υφηλίου με αποτέλεσμα τους πρώτους διεθνείς αγώνες στα μέσα του 19ου αιώνα. Το παιχνίδι είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στην Αυστραλία, την Ινδική υποήπειρο, τις Δυτικές Ινδίες, τη Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής και βέβαια την Αγγλία.

Ιστορία του Κρίκετ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γέννηση και Διάδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη περιοδεύουσα αγγλική ομάδα επιβιβασμένη σε πλοίο στο Λίβερπουλ το 1859.

Η πρώτη σαφής αναφορά στο κρίκετ αποτελεί μέρος κατάθεσης η οποία δόθηκε σε δικαστήριο του Γκίλντφορντ το 1598 και η οποία αναφέρει ότι το creckett παιζόταν σε κοινές γαίες της περιοχής γύρω στα 1550. Πιστεύεται ότι ήταν αρχικά παιδικό παιχνίδι το οποίο αργότερα έγινε και υπόθεση ενήλικων. Η πρώτη αναφορά σε αγώνα μεταξύ κοινοτήτων τον τοποθετεί περίπου στα 1610, ενώ το 1624 καταγράφεται ο πρώτος θάνατος στα χρονικά του αθλήματος όταν, κατά τη διάρκεια αγώνα μεταξύ δύο κοινοτικών ομάδων στο Σάσσεξ, η μπάλα χτύπησε στο κεφάλι τον Τζάσπερ Βίνολ σκοτώνοντάς τον ακαριαία.[1] Πλήθος αναφορών αποδεικνύουν την ανάπτυξη του αθλήματος στη νότιο-ανατολική Αγγλία κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα. Μέχρι τα τέλη του ίδιου αιώνα το κρίκετ είχε γίνει οργανωμένη δραστηριότητα, με τους πρώτους επαγγελματίες να κάνουν την εμφάνισή τους στα χρόνια μετά την Παλινόρθωση της μοναρχίας το 1660. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κρίκετ έπαιξε ο τζόγος, με πλούσιους χορηγούς να οργανώνουν επιλεγμένες ενδεκάδες οι οποίες αγωνίζονταν για μεγάλα χρηματικά ποσά.

Το στιλ ρίψης άλλαξε γύρω στα 1760, όταν οι σφαιριστές έπαψαν να τσουλούν τη μπάλα προς το ροπαλοφόρο αλά μπόουλινγκ και άρχισαν να σημαδεύουν το έδαφος, 'καρφώνοντας' τη μπάλα, μπροστά από αυτόν. Τούτο με τη σειρά του εισήγαγε το ευθύ ρόπαλο στη θέση του καμπυλωτού μπαστουνιού σαν αυτό του χόκεϊ. Tο 1787 ιδρύθηκε o Συλλόγου Κρίκετ του Μάρλεμπoν (MCC) για να αναδειχθεί γρήγορα σε σημαντικότερο σύλλογο και θεματοφύλακα των νόμων του αθλήματος.

Ο 19ος αιώνας είδε την εξάπλωση του στιλ ρίψης με το χέρι εκτεταμένο στο ύψος του ώμου κι έπειτα την αντικατάστασή του από τη ρήψη με το χέρι πάνω από τον ώμο. Και οι δύο εξελίξεις ήταν αμφιλεγόμενες. Τον ίδιο αιώνα πρωτοεμφανίστηκε το πρωτάθλημα κομητειών, το οποίο συνεχίζεται ως τις μέρες μας με τη μορφή η οποία θεσμοθετήθηκε το 1890. Παράλληλα, η εξάπλωση της Βρετανικής αυτοκρατορίας εισήγαγε το παιχνίδι και σε άλλα μέρη της υφηλίου. Το 1862, η πρώτη αγγλική ομάδα επισκέφτηκε την Αυστραλία και το 1868 καταφτάνει στην Αγγλία η πρώτη περιοδεύουσα στο εξωτερικό ομάδα της Αυστραλίας, η οποία αποτελούνταν από Αβοριγίνες βοσκούς.[2]

Ο Αυστραλός Ντον Μπράντμαν ((27/8/1908 – 25/2/2001), ο καλύτερος ροπαλοφόρος στην ιστορία του αθλήματος.

Η αντιπαλότητα μεταξύ της Αγγλίας και της Αυστραλίας προκάλεσε την ίδρυση της πλέον διάσημης διοργάνωσης του παιχνιδιού, τις Στάχτες (the Ashes). Οι εθνικές τους ομάδες συναντιόνται εναλλάξ στις δύο χώρες κάθε δύο χρόνια και παίζουν πέντε παιχνίδια για να αναδειχθεί η καλύτερη. Η διοργάνωση πήρε το όνομά της από μια σατιρική νεκρολογία η οποία δημοσιεύθηκε στους Aθλητικούς Τάιμς το 1882 μετά από έναν αγώνα στο Όβαλ του Λονδίνου, στον οποίο η Αυστραλία νίκησε την Αγγλία για πρώτη φορά σε αγγλικό έδαφος. Η νεκρολογία ανέφερε ότι το αγγλικό κρίκετ πέθανε, και ότι το σώμα του θα αποτεφρωθεί και οι στάχτες θα μεταφερθούν στην Αυστραλία.[3] Οι αγγλικές εφημερίδες αποκάλεσαν την επόμενη περιοδεία της Αγγλίας στην Αυστραλία (1882-1883) προσπάθεια να ανακτηθούν οι Στάχτες.

Το τεστ κρίκετ, οι αγώνες δηλαδή μεταξύ εθνικών ομάδων, άρχισε να επεκτείνεται από το 1888-89 όταν Αγγλία αντιμετώπισε για πρώτη φορά τη Νότια Αφρική. Η επέκταση συνεχίστηκε τον 20ο αιώνα με την προσθήκη των ομάδων των Δυτικών Ινδιών, της Ινδίας και της Νέας Ζηλανδίας πριν το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και του Πακιστάν, της Σρι Λάνκα και του Μπαγκλαντές μεταπολεμικά.

Tην περίοδο του μεσοπολέμου αναδείχτηκε το άστρο του Ααυστραλού Ντον Μπράντμαν, του μεγαλύτερου ροπαλοφόρου στην ιστορία του αθλήματος. Ο μέσος όρος των 99.94 τρεξιμάτων ανά αγώνα τον οποίο ο Μπράντμαν κατάφερε στους αγώνες τεστ κρίκετ κατά τη διάρκεια της καριέρας του αναφέρεται συχνά ως το μεγαλύτερο στατιστικά επίτευγμα από οποιονδήποτε αθλητή δημοφιλούς αθλήματος.[4].

Το 1963 σηματοδότησε την αρχή μιας νέα περίοδο για το κρίκετ με την εισαγωγή αγώνων στους οποίους η κάθε περίοδος αποτελούνταν από συγκεκριμένο αριθμό όβερ. Σε αντίθεση με το τεστ κρίκετ και το κρίκετ πρώτης τάξης τα οποία διεξάγονται σε πέντε και τέσσερις ημέρες αντίστοχα χωρίς απαραίτητα να αναδεικνύεται νικήτρια ομάδα, οι αγώνες περιορισμένων όβερ τελειώνουν αυθημερόν κι εγγυώνται την ανάδειξη νικητή. Έτσι απαιτούν λιγότερη αφοσίωση από το μέσο θεατή και είναι κατά συνέπεια πιο δημοφιλή και περισσότερο κερδοφόρα. Ο πρώτος διεθνή αγώνας περιορισμένων όβερ έγινε το 1971 και τον ακολούθησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο Κρίκετ του είδους το 1975. Ο αριθμός των όβερ ποικίλε στην πρώτη πειραματική φάση από 65 έως 40. Στις μέρες μας έχει πλέον καθιερωθεί τέτοιοι αγώνες και τουρνουά να περιλαμβάνουν δύο περιόδους των 20 ή 50 όβερ η κάθε μία.

Τρόπος Διεξαγωγής του Παιχνιδιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίληψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γήπεδο του κρίκετ. Διακρίνονται: η πίστα (κίτρινο), η εγγύς εσωτερική περιοχή (ελαφρύ πράσινο), η εξωτερική περιοχή (βαθύ πράσινο) και ανάμεσά τους η εσωτερική περιοχή (ενδιάμεσο πράσινο)

Ο αγώνας κρίκετ διεξάγεται σε αγωνιστικό χώρο καλυμμένο με χλοοτάπητα. Μολονότι οι νόμοι του κρίκετ δεν καθορίζουν ούτε το σχήμα ούτε το μέγεθος του αγωνιστικού χώρου, τούτος είναι συνήθως ωοειδής και έχει διάμετρο 137-150 μέτρων.

Ο αγώνας χωρίζεται σε μέρη που ονομάζονται περίοδοι. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, η μία ομάδα παρατάσσεται και η άλλη ροπαλοφορεί. Οι δύο ομάδες αντιστρέφουν ρόλους μετά το τέλος της κάθε περιόδου. Ανά πάσα στιγμή του αγώνα στον αγωνιστικό χώρο βρίσκονται όλα τα έντεκα μέλη της παρατεταγμένης ομάδας και δύο ροπαλοφόροι της αντίπαλης ομάδας.

Το κύριο μέρος της δράσης συμβαίνει στην πίστα του κρίκετ, μία ορθογώνια λωρίδα μήκους 20,12 μ. και πλάτους 3,05 μ. στο κέντρο του πεδίου. Οι δύο ροπαλοφόροι στέκονται αντικριστά στα άκρα της πίστας, ο καθένας πίσω από μία γραμμή η οποία ονομάζεται πτυχή. Οι έντεκα παίκτες της παρατεταγμένης ομάδας στέκονται εκτός της πίστας, σκορπισμένοι σε διάφορα, αλλά συγκεκριμένα κι όχι τυχαία, σημεία του υπόλοιπου αγωνιστικού χώρου.

Πίσω από κάθε ροπαλοφόρο βρίσκεται ένας φράχτης ο οποίος λειτουργεί ως στόχος. Ο σφαιριστής της παραταγμένης ομάδας επιχειρεί από το ένα άκρο της πίστας να χτυπήσει με την μπάλα το φράχτη που βρίσκεται πίσω από το ροπαλοφόρο στο άλλο άκρο. Την ίδια στιγμή ο ροπαλοφόρος προσπαθεί να αποτρέψει την μπάλα από το να βρει τον στόχο χτυπώντας τη με το ρόπαλο. Αν ο σφαιριστής βρει το φράχτη ή αν ένας συμπαίκτης του καταφέρει να πιάσει τη μπάλα που χτυπήθηκε από το ροπαλοφόρο πριν αυτή ακουμπήσει το έδαφος, τότε ο ροπαλοφόρος παύεται για την υπόλοιπη περίοδο και αντικαθίσταται με συμπαίκτη του.

Αν όμως ο ροπαλοφόρος πετύχει να χτυπήσει τη μπάλα και η μπάλα δεν πιαστεί πριν φτάσει στο έδαφος, οι δύο ροπαλοφόροι μπορούν να προσπαθήσουν να κερδίσουν πόντους (τρεξίματα) για την ομάδα τους, τρέχοντας κατά μήκος της πίστας με σκοπό να προστατευτούν ο ένας πίσω από την πτυχή που καταλάμβανε ο άλλος. Κάθε μια τέτοια επιτυχημένη διέλευση και από τους δύο ροπαλοφόρους αξίζει ένα τρέξιμο. Οι ροπαλοφόροι μπορούν να επιχειρήσουν πολλαπλές διελεύσεις ή να επιλέξουν να μην τρέξουν καθόλου. Στην προσπάθειά του να πετύχει τρεξίματα, ο ροπαλοφόρος κινδυνεύει να καεί. Τούτο συμβαίνει όταν οποιοδήποτε μέλος της παραταγμένης ομάδας ανακτά την μπάλα και χτυπά με αυτήν το φράχτη πριν καταφέρει ο ροπαλοφόρος να φτάσει πίσω από την αντίστοιχη πτυχή.

Όταν οι ροπαλοφόροι έχουν ολοκληρώσει το τρέξιμό τους, η μπάλα επιστρέφεται στο σφαιριστή, ο οποίος ξεκινά και πάλι. Ο σφαιριστής συνεχίζει να ρίχνει, κυλά, την μπάλα πάντοτε προς τον ίδιο φράχτη ανεξάρτητα από τις αλλαγές θέσεων των ροπαλοφόρων.

Όταν ο σφαιριστής κυλίσει την μπάλα έξι φορές, συμπληρώνεται ένα όβερ κι ένα άλλο μέλος της παραταγμένης ομάδας αναλαμβάνει καθήκοντα σφαιριστή. Τούτος σφαιριστής κυλά τη μπάλα προς τον άλλο φράχτη. Όλα τα μέλη της παραταγμένης ομάδας μπορούν να κυλίσουν τη μπάλα όσες φορές επιθυμούν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, αλλά ποτέ σε διαδοχικά όβερ.

Η περίοδος ολοκληρώνεται όταν 10 από τα 11 μέλη της ροπαλοφορούσας ομάδας αποβάλλονται ή σε παιχνίδια περιορισμένου αριθμού όβερ, όταν ο καθορισμένος αριθμός των όβερ έχει συμπληρωθεί.

Πως επιτυγχάνονται τα Τρεξίματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πως επιτυγχάνονται τα τρεξίματα και οι ομάδες κερδίζουν αγώνες.

Κατά τον πλέον ευθύ τρόπο, ο ροπαλοφόρος σκοράρει ένα τρέξιμο χτυπώντας την μπάλα και τρέχοντας στην άλλη άκρη της πίστας. Την ίδια στιγμή, ο συνέταιρός του διασχίζει την πίστα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στο τέλος του ενός τρεξίματος, ο κάθε ροπαλοφόρος καταλαμβάνει το αντίθετο άκρο της πίστας από αυτό απ΄ όπου ξεκίνησε. Εάν ο ροπαλοφόρος τρέξει στην άλλη άκρη της πίστας κι επιστρέψει στο άκρο από όπου ξεκίνησε στην άκρη, τότε καταφέρνει δύο τρεξίματα και ούτω καθεξής. Έτσι, εάν κάλυπτε το μήκος της πίστας δέκα φορές, θα πετύχαινε δέκα τρεξίματα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει γιατί εάν η μπάλα περάσει το όριο που ορίζει τον αγωνιστικό χώρο, τότε ο ροπαλοφόρος κερδίζει τέσσερις πόντους αυτόματα, δηλαδή δεν χρειάζεται να τρέξει για τους πόντους ή εάν έχει αρχίσει να τρέχει, σαν περάσει η μπάλα το όριο, σταματά. Εάν δε η μπάλα περάσει το όριο χωρίς να βρει το έδαφος, τότε ο ροπαλοφόρος κερδίζει έξι τρεξίματα.

Κατά καιρούς ο παρατασσόμενος πετά την μπάλα στον συμπαίκτη του που στέκεται δίπλα στο φράκτη, ώστε αυτός να τον γκρεμίσει αλλά ο συμπαίκτης δεν καταφέρνει να πιάσει την μπάλα. Σε αυτή την περίπτωση, και μολονότι μπορεί να έχουν ήδη σταματήσει, οι ροπαλοφόροι επιτρέπεται να συνεχίσουν να τρέχουν. Τέτοιου είδους τρεξίματα ονομάζονται όβερθρόουζ (πετάω κάτι μακριά).

Τρεξίματα επιτυγχάνονται επίσης δίχως ο ροπαλοφόρος να χτυπήσει τη μπάλα. Τούτα λέγονται έξτρα και δεν χρεώνονται στο ενεργητικό του ροπαλοφόρου αλλά προστίθενται στο σκορ της ομάδας. Τα έξτρα είναι τεσσάρων ειδών:

  • Το γουάιντ(πλατιά ή μακριά): όταν ο σφαιριστής κυλά τη μπάλα κατά τέτοιο τρόπο ώστε είναι αδύνατο για το ροπαλοφόρο να τη φτάσει για να τη χτυπήσει. Ισούται με ένα τρέξιμο.
  • Η άκυρη μπαλιά: όταν το μπροστινό πόδι του σφαιριστή προσγειώνεται ολόκληρο μπροστά από την πτυχή κυλίσματος. Ισούται με ένα τρέξιμο. Στην περίπτωση δε που ο ροπαλοφόρος χτυπήσει την άκυρη μπαλιά και τρέξει, η φάση συνεχίζεται κανονικά. Έτσι, όσα τρεξίματα επιτύχει μετρούν υπέρ του και συνάμα ρισκάρει να αποβληθεί αν η παρατασσόμενη ομάδα γκρεμίσει το φράχτη όσο αυτός ακόμη τρέχει κατά μήκος της πίστας.
  • Το λεγκ μπάι (πλάι στο πόδι): εάν η μπάλα χτυπήσει το πόδι ή οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματος του ροπαλοφόρου πέρα του ροπάλου, του γαντιού ή του κράνους, ο ροπαλοφόρος δικαιούται να τρέξει στο απέναντι άκρο κερδίζοντας έτσι ένα έξτρα τρέξιμο για την ομάδα του.
  • Το μπάι (πλάι): όταν η μπάλα περάσει 'αχτύπητη' από το ροπαλοφόρο και ο γουίκετ-κίπερ αποτύχει να τη σταματήσει, ο ροπαλοφόρος δικαιούται να τρέξει ένα μπάι.

Το γουάιντ και η άκυρη μπαλιά δεν αποτελούν μέρος των έξι μπαλιών που συνιστούν το όβερ.

Π.χ. μετά από μία ώρα παιχνιδιού, το σκορ θα δείχνει ως εξής:

Γκόρτσος: εντός 23 Μαντάς: εντός 22 Έξτρα: (λ.μπ. 3, α.μπ 3) 6 ΣΥΝΟΛΟ: 51 για κανένα φράχτη

Τούτο μεταφράζεται ως εξής: ο Γκόρτσος έχει επιτύχει 23 τρεξίματα, ο Μαντάς 22, υπάρχουν 6 έξτρα (3 λεγκ μπάι και 3 άκυρες μπαλιές) και η ομάδα τους έχει πετύχει 51 τρεξίματα χωρίς καμιά απώλεια.

Πως επιτυγχάνονται οι Αποβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ροπαλοφόρος παύεται με το φράχτη που προστατεύει να γκρεμίζεται (μπόουλντ).

Υπάρχουν έξι συνηθισμένοι τρόποι με τους οποίους ο ροπαλοφόρος μπορεί να 'καεί'. Λίγο ως πολύ με τη συχνότητα εμφάνισής τους, τούτοι είναι:

  • Το πιάσιμο: όταν ο ροπαλοφόρος χτυπά τη μπάλα με το ρόπαλο ή με το γάντι και αυτή πιάνεται από μέλος της παρατασσόμενης ομάδας πριν βρει στο έδαφος. Η μόνη εξαίρεση είναι η άκυρη μπαλιά, από την οποία δεν λογίζεται πιάσιμο. Ο πλέον συνηθισμένος τρόπος πιασίματος είναι αποτέλεσμα του χτυπήματος της μπάλας με τις 'κόψεις' του ροπάλου καθώς αυτή αλλάζει τροχιά στον αέρα αφού αναπηδήσει στο έδαφος σαν αποτέλεσμα των φάλτσων που της έχει δώσει ο σφαιριστής. Γι΄ αυτό το λόγο, η παρατασσόμενη ομάδα διατάσσει μέχρι 3 από τους παίκτες της στις θέσεις σλιπ, πίσω και στο πλάι από το ροπαλοφόρο, στη μεριά από την οποία αυτός κρατά το ρόπαλο (δεξιόχειρας ή αριστερόχειρας).
  • Το μπόουλντ ('κυλισμένος'): όταν η μπαλιά την οποία κυλά ο σφαιριστής γκρεμίσει το φράχτη που βρίσκεται πίσω από το ροπαλοφόρο. Το αυτό ισχύει και στις περιπτώσεις που η μπάλα δε βρει το ρόπαλο αλλά οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματος του ροπαλοφόρου. Γκρέμισμα λογίζεται όταν τουλάχιστον ένα από τα δύο ρολίνια πέσουν στο έδαφος.
  • Το LBW (Leg before wicket ή πόδι μπροστά από το φράχτη): όταν o ροπαλοφόρος σταματά τη μπάλα, εσκεμμένα ή όχι, με οποιοδήποτε σημείο του σώματός του (συνήθως το πόδι) εκτός από το ρόπαλο και το χέρι με το οποίο το κρατά.
  • Το σταμπντ ('πασσαλόμενος'): όταν ο γουίκετ-κίπερ γκρεμίσει το φράχτη με τη μπάλα στο χέρι ενόσω ο ροπαλοφόρος βρίσκεται έξω από την περιοχή του στην προσπάθεια να χτυπήσει τη μπάλα. Τούτο συμβαίνει όταν κανένα μέρος του σώματός του ή του ροπάλου δε βρίσκεται πίσω από τη γραμμή του ροπαλοφὀρου ('γραμμή ροπαλοφορίας').
  • Το ραν άουτ ('κάηκε' ενόσω έτρεχε): όταν οποιοσδήποτε παρατασσόμενος γκρεμίσει το φράχτη με τη μπάλα στο χέρι ενόσω ο ροπαλοφόρος βρίσκεται έξω από την περιοχή του στην προσπάθεια να πετύχει τρέξιμο. Είτε ο ένας ροπαλοφόρος είτε ο άλλος μπορεί να αποβληθεί με αυτόν τον τρόπο.
  • Το χτύπημα του φράχτη: όταν ο ροπαλοφόρος γκρεμίσει το φράχτη κατά λάθος.
Με 619 φράχτες (αποβολές) στο ενεργητικό του, ο Ινδός κυλιστής Ανίλ Κούμπλε είναι ο τρίτος πιο επιτυχημένος 'φραχτολήπτης' σε αγώνες τεστ κρίκετ στον κόσμο.

Επιπλέον ο ροπαλοφόρος αποβάλλεται και στις παρακάτω σπάνιες περιπτώσεις:

  • όταν πιάσει τη μπάλα εσκεμμένα με το χέρι που δεν κρατά το ρόπαλο. Εξαίρεση αποτελεί το πιάσιμο προς αποφυγή τραυματισμού. Στην ιστορία του τεστ κρίκετ (περισσότερα από δύο χιλιάδες παιχνίδια) έχουν δοθεί μονάχα 56 αγγίγματα της μπάλας.
  • όταν κρίνεται από το διαιτητή ότι παρεμποδίζει εσκεμμένα με πράξεις ή με λόγια μέλος της παραταγμένης ομάδας στην προσπάθειά του να πετύχει πιάσιμο ή ραν άουτ: παρεμπόδιση του πεδίου.
  • όταν χτυπήσει τη μπάλα δύο φορές με το ρόπαλο για να εμποδίσει πιάσιμο. Του επιτρέπεται να το κάνει προκειμένου να εμποδίσει τη μπάλα να χτυπήσει το φράχτη και προκειμένου να επιστρέψει τη μπάλα στους αντιπάλους.
  • όταν όντας αντικαταστάτης μετά από αποβολή αργήσει να πάρει τη θέση του περισσότερο από 3 λεπτά.

Ὀσο ο ροπαλοφόρος αποφεύγει τα παραπάνω δεν είναι έξω (δεν έχει 'καεί' και είναι σε θέση να προσπαθεί να σκοράρει τρεξίματα.

Όλες οι αποβολές, πέρα από το γκρέμισμα του φράχτη (ή μπόουλντ) που είναι ευδιάκριτο, απαιτούν την έκκληση κάποιου μέλους της παραταγμένης ομάδας, συνήθως του κυλιστή, προς τον διαιτητή με την έκφραση πως σου φάνηκε; Με άλλα λόγια, οι αποβολές δε δίνονται από τους διαιτητές αυτόβουλα. Το εκκεντρικό του πράγματος έχει να κάνει με το μύθο του κρίκετ ως αποκλειστικά άθλημα τζέντλεμαν και ως τέτοιο ως επιτομή του ευ αγωνίζεσθαι. Ο 'κύριος' ροπαλοφόρος θα εγκαταλείψει μόνος του τη θέση του όταν ξέρει πως είναι έξω και ο 'κύριος' κυλιστής δεν θα φωνάξει 'πως σου φάνηκε!' χωρίς λόγο. Τούτο υποτίθεται ότι δούλευε και αντίστροφα, με μονάχα λαϊκούς παρίες να παραβαίνουν τον κώδικα.

Πως επιτυγχάνεται η Νίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια ομάδα κερδίζει όταν:

  • έχει πετύχει περισσότερα τρεξίματα από την αντίπαλό της,
  • και είτε οι αντίπαλοι είναι όλοι έξω είτε ο αρχηγός της αντίπαλης ομάδας έχει κηρύξει την περίοδο τελειωμένη, δηλαδή έχει αποφασίσει να διακόψει την περίοδο δίχως να έχουν όλοι οι παίκτες του, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, καεί. Τούτο συμβαίνει στο τεστ κρίκετ και στο πρωτάθλημα κομητειών τα οποία περιλαμβάνουν αγώνες δύο περιόδων (δύο περίοδοι για κάθε ομάδα, τέσσερις συνολικά), όταν πιστεύει ότι τα τρεξίματα που έχει πετύχει η ομάδα του της φτάνουν για να κερδίσει χωρίς να εξαντλήσει τους ροπαλοφόρους.
Αεροφωτογραφία του Σταδίου Κρίκετ της Μελβούρνης (MCG), χωρητικότητας 100.018 θεατών.

Π.χ.

  • Παιχνίδι μίας περιόδου, όπως αυτά με αντιπάλους δύο κοινότητες της επαρχίας:

Άνω Παναγιά 195 για 3 κήρυξε Κάτω Παναγιά 170 όλοι κάηκαν

Η Άνω Παναγιά κερδίζει με 25 τρεξίματα.

Ή Κάτω Παναγιά 175 για 8 κήρυξε Ἀνω Παναγιά 176 για 7

Η Άνω Παναγιά κερδίζει γιατί τη στιγμή που πέρασε την Κάτω Παναγιά στα τρεξίματα είχε τρεις αποβολές στο χέρι έναντι των δύο της Κάτω Παναγιάς, η οποία αποδείχτηκε να έχει πέραν του δέοντος αυτοπεποίθηση και βιάστηκε να κηρύξει το τέλος της περιόδου της. Το παιχνίδι σταματά σε αυτό το σημείο, μιας και δε χρειάζεται να συνεχιστεί.

  • Παιχνίδι δύο περιόδων, όπως το παρακάτω πραγματικό παράδειγμα:

Αγγλία - Νότια Αφρική, Όβαλ του Λονδίνου, 15-19 Ιουλίου 2012

1η Αγγλική Περίοδος: 385 όλοι έξω 1η Νοτιοαφρικανική Περίοδος: 637 για 2 κήρυξε 2η Αγγλική Περίοδος: 240 όλοι έξω (2η Νοτιοαφρικανική Περίοδος: Δε χρειάστηκε)

Η Νότια Αφρική έβγαλε την Αγγλία έξω δύο φορές με σύνολο 625 τρεξιμάτων, 12 λιγότερα από τα τρεξίματα που η ίδια κατάφερε σε μία μόνον περίοδο. Έτσι η Νότια Αφρική νίκησε με σκορ μίας περιόδου και 12 τρεξιμάτων. Εξευτελιστικότατη ήττα για τον οποιοδήποτε και ακόμη περισσότερο για την Αγγλία στη συγκεκριμένη περίπτωση μιας κι έπαιζε για να διατηρήσει την πρωτιά της στην παγκόσμια κατάταξη.

Άλλες Εκβάσεις ενός Αγώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από τη νίκη και την ήττα, τα παρακάτω αποτελέσματα είναι επίσης πιθανά:

  • Ισοδυναμία: όταν μετά την ολοκλήρωση όλων των περιόδων, οι δύο αντίπαλοι έχουν το ίδιο ακριβώς σκορ. Τούτο είναι σπάνιο και συνέβη μονάχα δύο φορές στην ιστορία του τεστ κρίκετ. Πρώτη φορά όταν οι Δυτικές Ινδίες ήρθαν ισόπαλες με την Αυστραλία το 1960, με σκορ 453 και 284 η μία και 505 και 232 η άλλη. Και δεύτερη φορά το 1986, όταν η Αυστραλία (574-7 κήρυξε και 170-5 κήρυξε) έφερε ισοπαλία με την Ινδία (397 και 347).
  • Ισοπαλία: όταν η μία ομάδα δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει μία περίοδο, τη δεύτερη σε αγώνες δύο περιόδων, πριν το τέλος των προβλεπόμενων ημερών, δηλαδή της 4ης μέρας στο κομητειακό πρωτάθλημα ή της 5ης ημέρας στο τεστ κρίκετ, λόγω των καιρικών συνθηκών και συνήθως της βροχής. Τούτο δεν σημαίνει πως ενόσω το παιχνίδι βρίσκεται σε εξέλιξη δεν μπορεί να είναι συναρπαστικότατο και γεμάτο δράση!

Οι λόγοι για τους οποίους ένας αγώνας κρίκετ διακόπτεται μέχρι να σταματήσει η βροχή είναι οι εξής:

  • η βροχή κάνει την πίστα γλιστερή, δίνοντας έτσι αθέμιτο αβαντάζ στην παραταγμένη ομάδα.
  • ο υγρός αγωνιστικός χώρος εκτός της πίστας καταστρέφει τη μπάλα κατά τρόπο που επηρεάζει το ρυθμό του παιχνιδιού.
  • θέτει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των παραταγμένων.

Ένας ακόμη κίνδυνος συνυφασμένος με το κρίκετ είναι το κακό φως. Σε συνθήκες σκοτεινές λόγω συννεφιάς, οι διαιτητές προσφέρουν το φως στους ροπαλοφόρους, δηλαδή τους ρωτούν εάν θέλουν να συνεχίσουν, μιας και κάτω από τέτοιες συνθήκες η σωματική τους ακεραιότητα απειλείται από γρήγορες μπαλιές.

Αγωνιστικός Χώρος κι Εξοπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πίστα, Φράχτες και Πτυχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πίστα του κρίκετ. Popping crease: γραμμή εκτίναξης, bowling crease: πτυχή σφαίρισης και return creases: πτυχές επιστροφής.

Οι φράχτες τοποθετούνται στα άκρα της πίστας σε απόσταση 20 περίπου μ. ο ένας από τον άλλο. Αποτελούν το στόχο της σφαιρίστριας ή παραταγμένης ομάδας και τους υπερασπίζεται η ροπαλοφόρος ομάδα. Η πίστα είναι επίπεδη επιφάνεια με κοντοκομμένο χόρτο εδώ κι εκεί, η οποία τείνει να φθείρεται κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Η κατάσταση φθοράς της πίστας επηρεάζει σημαντικά στην έκβαση του αγώνα, τόσο στο πως είναι στο ξεκίνημα του αγώνα όσο και στο ρυθμό με τον οποίο αναμένεται να φθαρεί κατά τη διάρκειά του. Για αυτό το λόγο τα χαρακτηριστικά της επηρεάζουν τους τακτικούς σχηματισμούς κάθε ομάδας.

Π.χ. η σχετικά υγρή πίστα ή η πίστα με μακρύτερο χόρτο από το συνηθισμένο (πράσινη πίστα και στις δύο περιπτώσεις) τείνει να ευνοεί το σφαιριστή έναντι του ροπαλοφόρου, καθώς η μπάλα συμπεριφέρεται κατά λιγότερο προβλέψιμο τρόπο. Όσο το παιχνίδι εξελίσσεται και η θερμοκρασία αυξάνεται, η υγρασία μειώνεται και η πίστα αρχίζει να στεγνώνει. Το όποιο αβαντάζ του σφαιριστή σιγά-σιγά χάνεται. Έπεται ότι οι καλύτεροι ροπαλοφόροι προηγούνται των λιγότερο έμπειρων στη σειρά συμμετοχής.

O φράχτης του κρίκετ αποτελείται από τρία πασσαλάκια, τοποθετημένα όρθια και σε ευθεία γραμμή ώστε να κουβαλούν επάνω τους δύο ρολίνια.

Ο φράχτης αποτελείται από 3 πασσαλάκια, τοποθετημένα όρθια και σε ευθεία γραμμή ώστε να κουβαλούν επάνω τους δύο ρολίνια. Έχει ύψος 72 εκ. και πλάτος 23 εκ.

Γύρω από το φράχτη χαράσσονται 4πτυχές ώστε να ορίζουν την περιοχή ασφάλειας του ροπαλοφόρου και το χώρο προσέγγισης του σφαιριστή. Αυτές είναι η πτυχή εκτίναξης ή πτυχή ροπαλοφορίας, η πτυχή σφαίρισης και οι δύο πτυχές επιστροφής.

Η πτυχή σφαίρισης σε απόσταση 20 περίπου μ. η μία από την άλλη κουβαλούν τους φράχτες. Παράλληλα και μπρος από κάθε μία αυτή σε απόσταση 1,2 μ. βρίσκεται η αντίστοιχη πτυχή εκτίναξης. Τέλος οι πτυχές επιστροφής ακουμπούν κάθετα στις άλλες δύο ὠστε να σχηματίζουν ένα μικρό ορθογώνιο.

Κατά το δρασκελισμό με τον οποίο ο σφαιριστής ρίχνει τη μπάλα, το πίσω πόδι πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πτυχές επιστροφής και το μπροστινό πόδι πίσω ή πάνω στην πτυχή εκτίναξης. Διαφορετικά η μπαλιά θεωρείται άκυρη. Για το ροπαλοφόρο, η γραμμή εκτίναξης ορίζει την περιοχή μπροστά από την οποία οι πιθανότητες να αποβληθεί αυξάνουν, μιας και η απόστασή του από το φράχτη τον κάνει πιο ευπρόσβλητο.

Ρόπαλο και Μπάλα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ρόπαλο είναι κατασκευασμένο από ξύλο, συνήθως λευκής ιτιάς, και έχει το σχήμα λεπίδας με προσκολλημένο επάνω της ένα κυλινδρικό χερούλι. Η λεπίδα δεν πρέπει να είναι περισσότερο από 10,8 εκ. στο πλάτος και 97 εκ. στο μήκος.

Η μπάλα είναι σφαιροειδής, φτιαγμένη από σκληρό δέρμα με ραφές στην περίμετρο κι έχει περιφέρεια 23 εκ. Η σκληρότητα της μπάλας, η οποία μπορεί να κυλιστεί με ταχύτητα άνω των 140 χλμ. την ώρα, απειλεί τη σωματική ακεραιότητα των ροπαλοφόρων. Για αυτό το λόγο αυτοί φορούν προστατευτική ενδυμασία που αποτελείται από κράνος, γάντια, περιωλένια, περικνημίδες κι ένα κουτί μέσα στο παντελόνι για την προστασία των γεννητικών οργάνων.

Διαστήματα ενός Αγώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιημένη κόκκινη μπάλα του κρίκετ, όπως αυτές που χρησιμοποιούνται στο τεστ κρίκετ και στο κρίκετ πρώτης τάξης.

Ο αγώνας του κρίκετ χωρίζεται σε περιόδους και όβερ.

  • Περίοδος ονομάζεται το διάστημα που απαιτείται από όλους τους ροπαλοφόρους μιας ομάδας για να προστατέψουν το φράχτη εκ περιτροπής και ανά ζευγάρια. Κύριος στόχος του κυλιστή είναι να αποβάλει το ροπαλοφόρο, με τη βοήθεια των παρατεταγμένων συμπαικτών του. Όταν ένας ροπαλοφόρος αποβληθεί, αντικαθίσταται από τον επόμενο ροπαλοφόρο στη σειρά. Η περίοδος ολοκληρώνεται όταν 10 από τους 11 ροπαλοφόρους αποβληθούν.

Η περίοδος είναι δυνατό να τελειώσει νωρίς, δηλαδή δίχως να έχουν δοκιμάσει την τύχη τους όλοι οι ροπαλοφόροι. Και τούτο για έναν από τους εξής λόγους: επειδή ο αρχηγός της ομάδας επέλεξε να κηρύξει την περίοδο 'τερματισμένη' μιας και πιστεύει ότι του φτάνουν τα υπάρχοντα τρεξίματα, ή επειδή η ομάδα έχει επιτύχει τον στόχο της κι έχει ήδη κερδίσει το παιχνίδι, ή επειδή το παιχνίδι έχει λήξει πρόωρα λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, ή επειδή ο χρόνος τελειώνει.

  • Όβερ είναι το σύνολο από έξι μπαλιές κυλισμένες από το ίδιο άκρο της πίστας. Ονομάζεται έτσι γιατί μετά την έκτη μπαλιά ο διαιτητής φωνάζει 'όβερ!' (τέλος). Σε αυτό το σημείο καθήκοντα σφαιριστή αναλαμβάνει άλλος παίκτης της παραταγμένης ομάδας από την άλλη άκρη της πίστας. Ο ίδιος σφαιριστής απαγορεύεται να κυλίσει τη μπάλα σε δύο διαδοχικά όβερ. Του επιτρέπεται όμως να κυλά αδιάκοπα, ουσιαστικά μέχρι να κουραστεί, από το ίδιο άκρο της πίστας.

Διαιτητές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαιτητής υψώνει το δείκτη του, επισημαίνοντας αποβολή.

Το παιχνίδι επιβλέπουν δύο διαιτητές. Ο ένας βρίσκεται πίσω από το φράχτη στο άκρο από το οποίο κυλά τη μπάλα ο σφαιριστής. Ο άλλο βρίσκεται σε ευθεία γραμμή πλάγια από το ροπαλοφόρο που αμύνεται και σε απόσταση 15-20 μ. από αυτόν. Οι διαιτητές συσκέπτονται εάν υπάρχει αμφιβολία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται ο αγώνας κι έχουν το δικαίωμα να τον αναβάλουν, καλώντας τους παίκτες εκτός παιδιάς ​​όταν είναι απαραίτητο. Για παράδειγμα σε περιπτώσεις βροχής ή επιδείνωσης του φωτός.

Εκτός του γηπέδου και σε αγώνες οι οποίοι μεταδίδονται τηλεοπτικά, υπάρχει συχνά κι ένας τρίτος διαιτητής, ο οποίος έχει το δικαίωμα αποκλειστικής και τελικής απόφασης σε επίμαχες φάσεις με τη βοήθεια των αποδεικτικών στοιχείων του βίντεο. Η παρουσία τρίτου διαιτητή είναι υποχρεωτική σε αγώνες τεστ κρίκετ και σε διεθνείς μονοήμερους αγώνες οι οποίοι διεξάγονται μεταξύ δύο ομάδων-πλήρων μελών του Διεθνούς Συμβουλίου του Κρίκετ (ICC).

Εκτός παιδιάς, η πλήρης και λεπτομερής καταγραφή όλων των λεπτομερειών του αγώνα, όπως π.χ. τα τρεξίματα και οι αποβολές, γίνεται από δύο επίσημους σκόρερ, ένας από κάθε ομάδα. Οι σκόρερ κατευθύνονται από τα σήματα που κάνουν οι διαιτητές με τα χέρια τους. Για παράδειγμα, όταν ο διαιτητής σηκώνει το δείκτη του επισημαίνει ότι ο ροπαλοφόρος έχει αποβληθεί ή όταν υψώνει και τα δύο χέρια πάνω από το κεφάλι του, ότι ο ροπαλοφόρος έχει χτυπήσει την μπάλα για 6 τρεξίματα. Οι σκόρερ απαιτείται από τους νόμους του κρίκετ να καταγράψουν όλα τα τρεξίματα και τις αποβολές που σημειώθηκαν, και τα όβερ που έχουν παιχτεί. Στην πράξη όμως, καταγράφονται κι επιπλέον στατιστικά στοιχεία, όπως ο αριθμός τρεξιμάτων ανά όβερ, τα 'παρθένα' όβερ, δηλαδή τα όβερ εκείνα στα οποία δεν σημειώθηκε κανένα τρέξιμο, κ.ά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Timothy J McCann, Sussex Cricket in the Eighteenth Century, Sussex Record Society, 2004
  2. The Australian Eleven: The first Australian team, National Museum of Australia. Retrieved 24 May 2011.
  3. Wendy Lewis, Simon Balderstone and John Bowan (2006). Events That Shaped Australia. New Holland. σελ. 75. ISBN 978-1-74110-492-9. 
  4. Hutchins, Brett (2002). Don Bradman: Challenging the Myth. Cambridge University Press. σελ. 21. ISBN 0-521-82384-6.. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]