Αγγλοσαξωνικό δίκαιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος Αγγλοσαξωνικό δίκαιο (Anglo-Saxon Law) αναφέρεται στο δίκαιο των Γερμανικών φύλων που κυριαρχούσαν στην Αγγλία μεταξύ του 6ου αιώνα μ.χ. και της Νορμανδικής κατάκτησης του 1066 μ.χ. και το οποίο σε συνδυασμό με το Σκανδιναβικό δίκαιο και τα λεγόμενα βαρβαρικά δίκαια της Ηπειρωτικής Ευρώπης συγκροτούν το Γερμανικό Δίκαιο (Germanic Law) [1][2]. Ο όρος Αγγλοσαξωνικό δίκαιο χρησιμοποιείται αδόκιμα στην Κύπρο από ορισμένους νομικούς και συγγραφείς όταν αναφέρονται είτε στο Κοινοδίκαιο είτε στο δίκαιο της Αγγλίας.

Κοινοδίκαιο είναι το δίκαιο που αναπτύχθηκε στην Αγγλία και ανήκει στην ευρύτερη παράδοση δικαίου (ή οικογένεια των χωρών του Κοινοδικαίου) που περιλαμβάνει επίσης τις Ηνωμένες Πολιτειες, την Ιρλανδία, την Αυστραλία, την Ινδία, τη Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά και την Κύπρο.

Φύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αγγλικό δίκαιο χαρακτηρίζεται για την παλαιότητά του καθώς η θέσπισή του αρχίζει με την κατάληψη της Αγγλίας από τους Νορμανδούς τον 11ο αιώνα. Σε αντίθεση με τα δίκαια της ρωμαιογερμανικής οικογένειας (περιλαμβάνει τα δίκαια των χωρών της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, μεταξύ αυτών και το ελληνικό), η βάση του Αγγλικού δικαίου δε στηρίζεται στην εξουσία του νομοθέτη, αλλά στη νομολογία. Ενώ αποστολή των Ελλήνων π.χ. δικαστών είναι η ερμηνεία του νόμου, που έχει τεθεί από άλλα όργανα, και η απονομή δικαιοσύνης, οι δικαστές του Αγγλικού δικαίου καλούνται να δημιουργήσουν δικαιικούς κανόνες, απονέμοντας κάθε φορά δικαιοσύνη, κι αυτό λόγω της δεσμευτικής δύναμης του δικαστικού προηγούμενου. Οι κανόνες αυτοί δεν παύουν να είναι δεσμευτικοί και αν ακόμη έχουν πέσει σε αχρησία για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το μεσαίωνα, τα βασιλικά δικαστήρια ήταν αρμόδια να αντιμετωπίσουν μόνο ορισμένου περιεχομένου υποθέσεις για τις οποίες υπήρχαν ειδικές αγωγές. Έτσι, για τις υπόλοιπες υποθέσεις που ανέκυπταν, οι πολίτες προσέφευγαν στο βασιλιά, ο οποίος τους παρείχε δικαστική προστασία μέσω του Καγκελάριου. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο κλάδοι δικαίου, το δίκαιο των βασιλικών δικαστηρίων (common law) και το δίκαιο του δικαστηρίου της Καγκελαρίας (δίκαιο της επιείκειας, επειδή προσπαθούσε να συμπληρώσει και να αμβλύνει την αυστηρότητα του common law, "equity"). Αργότερα, υπήρξε νομοθετική κινητικότητα η οποία επηρεασμένη από το Ρωμαϊκό Δίκαιο διαμόρφωσε το ναυτικό, εμπορικό και εκκλησιαστικό δίκαιο, τα οποία αποτέλεσαν τον τρίτο κλάδο δικαίου της Αγγλίας. Για κάθε κλάδο δικαίου, αρμόδιο να αποφανθεί ήταν διαφορετικό είδος δικαστηρίου, μέχρι την ενοποίηση τους με την Judicature Act το 1873.

Η νομολογιακή αυτή φύση του Αγγλικού δικαίου εξακολουθεί να επικρατεί έως σήμερα, παρά τις εκτεταμένες νομοθετικές αναδιαρθρώσεις του 20ου αιώνα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε ένα βαθμό, το Αγγλικό δίκαιο έχει αφήσει την επιρροή του, λόγω της Αγγλικής αποικιοκρατίας, και στο δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας έως σήμερα.


  1. «Anglo-Saxon Law, Anthony D'Amato & Stephen B. Presser, The Guide to American Law». http://anthonydamato.law.northwestern.edu/encyclopedia/anglo-saxon-law.pdf. 
  2. «Anglo-Saxon law». http://www.britannica.com/EBchecked/topic/25121/Anglo-Saxon-law.