Κεμπέκ (επαρχία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κεμπέκ (επαρχία)

Σημαία

Εθνόσημο
Πόλη του Κεμπέκ
Μεγαλύτερη πόλη
Μόντρεαλ
Γαλλικά
Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Πιερ Ντουσένσε
Φιλίπ Κουιγιάρ
Αυτονομία 1867
 • Σύνολο
 • % Νερό

1,542,056 km2 km2
176,928 km2 (68,312 sq mi) (11.5%
Πληθυσμός
 • Απογραφή 2011 
 • Πυκνότητα 

7,903,001  
5.79 / κατ./km2 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (- 2011)
 • Κατά κεφαλή 

- $345.842 billion (- 10η)  
- $43,349  
Νόμισμα Καναδικό δηνάριο
UTC−5, −4

Το Κεμπέκ (γαλλ. Québec, αγγλ. Quebec), είναι επαρχία του Καναδά με πρωτεύουσα την ομώνυμη πόλη.

Το Κεμπέκ αποτελεί μία από τις τέσσερις αρχικές επαρχίες που ίδρυσαν την Καναδική Συνομοσπονδία το 1867.

Οι Κεμπεκιώτες είναι στην πλειονότητα γαλλικής καταγωγής και γι' αυτό η επαρχία είναι επισήμως γαλλόφωνη. Ο πληθυσμός του Κεμπέκ ανέρχεται σε 7.598.100 κατοίκους (εκτίμηση 2005), και αντιπροσωπεύει το 24% του πληθυσμού της χώρας. Η έκταση της επαρχίας ανέρχεται σε 1.542.056 km2, που ισοδυναμεί σε 17% περίπου της έκτασης όλου του Καναδά.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Κεμπέκ.

Το Κεμπέκ βρίσκεται στο ΝΑ μέρος του Καναδά, αν και γεωγραφικά κατατάσσεται στις λεγόμενες «κεντρικές επαρχίες» της χώρας. Οι νότιες περιοχές γύρω από τον ποταμό Άγιο Λαυρέντιο — από τις εκβολές του ποταμού και την Χερσόνησο Γκασπέ (Gaspé) ανατολικά μέχρι την πόλη Χαλ (Hull) απέναντι από την Οττάβα δυτικά — αποτελούν το πιο πυκνοκατοικημένο τμήμα της επαρχίας.

Στην ζώνη κατά μήκος του ποταμού του Αγίου Λαυρεντίου βρίσκονται χτισμένα τα μεγάλα αστικά κέντρα: Ριμουσκί (Rimouski), Σικούτιμι (Chicoutimi), Πόλη του Κεμπέκ, Τρουά Ριβιέρ (Trois Rivières, Τρεις Ποταμοί), Μόντρεαλ και Γκατινώ (Gatineau). Προς τα βόρεια, η επαρχία είναι πολύ αραιοκατοικημένη και εκτείνεται από το Λαμπραντόρ (ΒΑ) μέχρι τον Αρκτικό Κύκλο και τον Κόλπο Χάντσον (ΒΔ).

Το 90% της επαρχίας ανήκει στην Καναδική Τεκτονική Ασπίδα, ένα παλαιότατο σχηματισμό που αποτελείται κυρίως από πυριγενή και άλλα πετρώματα από την εποχή του Προκάμβριου (ηλικία 540 εκατ. – 4,5 δισεκατ. έτη). Η μορφολογία της επαρχίας χαρακτηρίζεται από εκτεταμένες πεδιάδες, χαμηλούς λόφους (Απαλάχια όρη) και πάμπολλες λίμνες και ποτάμια.

Ο δρυμός (πάρκο) Ωμέγα κοντά στο Μοντεμπέλο (Δυτικό Κεμπέκ).

Μεγάλο μέρος του εδάφους καλύπτεται από πυκνά δάση από σφένδαμους (απ' όπου βγαίνει και το περίφημο σιρόπι), σημύδες, βελανιδιές, πεύκα, έλατα, φτελιές, αγριοκερασιές, αγριοκαστανιές, κ.ά. Στα βόρεια της επαρχίας, το πολικό ψύχος δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μεγάλων δέντρων και επικρατεί η χαμηλή βάστηση με βρύα, λειχήνες και θάμνους (τούνδρα). Η φύση του Κεμπέκ είναι πλούσια και σε πανίδα: κάστορες αρκούδες, ελάφια, τάρανδοι, άλκες, καμπανόπαπιες, πολικές αρκούδες στα βόρεια, φάλαινες στις εκβολές του Αγίου Λαυρεντίου, φώκιες και θαλασσοπούλια.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της επαρχίας του Κεμπέκ είναι ηπειρωτικό έως πολικό. Οι χειμώνες είναι ιδιαίτερα βαρείς με χιόνια και θερμοκρασίες κάτω του μηδενός για αρκετούς μήνες, ακόμα και στα νότια της επαρχίας. Τα πολλά νερά έχουν ως αποτέλεσμα τα καλοκαίρια να είναι υγρά και ζεστά, ιδιαιτέρως στις νότιες περιοχές που επηρεάζονται από τους μεγάλους υδάτινους όγκους των Μεγάλων Λιμνών και του Αγίου Λαυρεντίου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα χρόνια πριν την άφιξη των Ευρωπαίων, στο Κεμπέκ κατοικούσαν οι αυτόχθονες φυλές των Αλγκόνκιν, Ιροκουά (σε μερικά ελληνικά βιβλία αναφέρονται και ως «Ιροκέζοι») και Ίνουιτ (γνωστοί και με την παλαιότερη ονομασία «Εσκιμώοι»). Οι Αλγκόνκιν ζούσαν νομαδικά στα Απαλάχια όρη και οι κύριες ασχολίες τους ήταν το κυνήγι και το ψάρεμα. Οι Ιροκουά ήταν κυρίως γεωργοί και ασχολούνταν με την καλλιέργεια καλαμποκιού και κολοκύθας στα εύφορα εδάφη κατά μήκος του Αγίου Λαυρεντίου. Οι Ίνουιτ ήταν κυνηγοί και ψαράδες που ζούσαν από το κυνήγι και το ψάρεμα στα παγωμένα νερά του Βορείου Κεμπέκ — όπως δηλαδή εξακολουθούν να ζουν και σήμερα.

Η σύγχρονη ιστορία του Κεμπέκ ξεκινάει με την άφιξη του γάλλου εξερευνητή Ζακ Καρτιέ το 1534 και την δημιουργία των πρώτων γαλλικών αποικιών στις αρχές του 17ου αι. Ο Σαμουέλ ντε Σαμπλαίν ίδρυσε την Πόλη του Κεμπέκ το 1608, στο σημείο όπου στενεύει ο ποταμός του Αγίου Λαυρεντίου (Κεμπέκ σημαίνει στενωπός στην γλώσσα των αυτοχθόνων Αλγκόνκιν), και από τότε ξεκίνησε μία συστηματική προσπάθεια για τον γαλλικό εποικισμό της Βορείου Αμερικής. Οι Γάλλοι εγκαθίδρυσαν στο Κεμπέκ το φεουδαρχικό σύστημα διοίκησης. Μεγάλες εκτάσεις γης παραχωρήθηκαν σε ευγενείς εποίκους, ενώ άλλοι έποικοι πήγαν στο Κεμπέκ είτε για να εργαστούν στα χωράφια των ευγενών, είτε για να γίνουν «δρομείς των δασών» (coureurs des bois) ασχολούμενοι με το κυνήγι και την υλοτομία. Ταυτοχρόνως, ιεραπόστολοι πήγαν στην αποικία για να προσηλυτίσουν τους αυτόχθονες στον καθολικισμό.

Κουκουβάγια του χιονιού. Το πουλί-έμβλημα του Κεμπέκ.

Στα μέσα του 18ου αι., οι γαλλικές αποικίες έπεσαν στα χέρια των Βρετανών. Λίγο πριν την επίσημη έναρξη της Αμερικανικής Επανάστασης, οι Βρετανοί, από φόβο μήπως οι Γάλλοι άποικοι συμμαχήσουν με τους ήδη εξεγερμένους Αγγλοσάξωνες αποίκους, παραχώρησαν μία σχετική αυτονομία στους γάλλους αποίκους που είχαν εγκατασταθεί στο Κεμπέκ. Με την Πράξη του Κεμπέκ (1774), το Κοινοβούλιο της Βρετανίας αναγνώρισε στους Καναδούς (δηλ., στους Κεμπεκιώτες) το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την γαλλική γλώσσα σε επίσημα έγγραφα, το δικαίωμα να ασκούν την θρησκεία της επιλογής τους (δηλ., τον καθολικισμό, καθώς και το δικαίωμα να διατηρήσουν τον γαλλικό Αστικό Κώδικα.

Με το τέλος της Αμερικανικής Επανάστασης (1783), πολλοί από τους αγγλοσάξωνες αποίκους που παρέμειναν πιστοί στο βρετανικό στέμμα μετακινήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προς τα εδάφη του Κεμπέκ δυτικά από τον ποταμό Οττάβα (τον ποταμό στις όχθες του οποίου είναι χτισμένη η σημερινή πόλη της Οττάβας). Έτσι, το 1791 με συνταγματική πράξη, οι Βρετανοί διαίρεσαν το Κεμπέκ σε Ανώτερο Καναδά (το σημερινό Οντάριο) και Κατώτερο Καναδά (το σημερινό Κεμπέκ), με ξεχωριστά τοπικά κοινοβούλια.

Η συνύπαρξη Γάλλων και Άγγλων δεν ήταν πάντα ειρηνική. Το 1837, οι γαλλόφωνοι Κεμπεκιώτες υπό τον Λουί-Ζοζέφ Παπινώ (Louis-Joseph Papineau), αλλά και αγγλόφωνοι άποικοι υπό τον Ρόμπερτ Νέλσον (Robert Nelson), ξεσηκώθηκαν εναντίον της βρετανικής διοίκησης, αλλά χωρίς επιτυχία. Το αποτέλεσμα ήταν οι Βρετανοί να ενώσουν το 1841 τις δύο αποικίες σε μία ενιαία διοίκηση με το όνομα «Επαρχία του Καναδά». Το 1867, με τον βρετανικό νόμο που φέρει την ονομασία «Πράξη της Βρετανικής Βορείου Αμερικής» (British North America Act), η Επαρχία του Καναδά διαιρέθηκε ξανά σε δύο επαρχίες, το Κεμπέκ και το Οντάριο, οι οποίες μαζί με τις αποικίες («επαρχίες») της Νέας Βρουνσβίκης και της Νέας Σκωτίας, ενώθηκαν για να δημιουργηθεί η «Κτήση του Καναδά» (Dominion of Canada).

Στα χρόνια που ακολούθησαν την δημιουργία της Καναδικής Συνομοσπονδίας, η πολιτική και οικονομική εξουσία στο Κεμπέκ περιήλθε σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των Αγγλόφωνων. Οι Γαλλόφωνοι, περιχαρακωμένοι σε μία συντηρητική κοινωνία που την όριζε η Καθολική Εκκλησία, βρέθηκαν να αποτελούν την μεγάλη, αλλά φτωχή και ανίσχυρη, εργατική τάξη της επαρχίας. Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γαλλόφωνοι αντιτάχθηκαν στην επιστράτευση και στην συγκέντρωση εξουσιών από την πλευρά της καναδικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, προκαλώντας έτσι μία πρώτη σημαντική ρήξη στην ενότητα του Καναδά.

Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, στο Κεμπέκ συνέβη η λεγόμενη «Ήσυχη Επανάσταση», μία ριζική αλλαγή στην κοινωνία της επαρχίας η οποία χαρακτηρίστηκε από την εγκατάλλειψη της προσκόλησης στον καθολικισμό, την ενίσχυση των συνδικάτων, την αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος σε κοσμικά (δηλ. μη θρησκευτικά) πρότυπα, την άνοδο του κεμπεκιώτικου εθνικισμού και την εθνικοποίηση του ηλεκτρισμού. Από τότε καθιερώθηκε ο όρος «Κεμπεκιώτης, -ισσα» σε αντικατάσταση του όρου «Γαλλοκαναδός, -ή», και τότε δημιουργήθηκε η εθνική εταιρεία ηλεκτρισμού Hydro-Québec, που σήμερα είναι μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας στην Βόρεια Αμερική.

Κατά την περίοδο της Ήσυχης Επανάστασης, η κεντρική καναδική κυβέρνηση προσπάθησε να εξομαλύνει τις σχέσεις της με τους Γαλλόφωνους καθιερώνοντας την γαλλική γλώσσα ως επίσημη και ισοδύναμη της αγγλικής σε όλες τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Όμως οι συγκρούσεις μεταξύ Κεμπέκ και ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Καναδά κορυφώθηκαν στην δεκαετία του 1970, όπότε έκαναν και την εμφάνισή τους η τρομοκρατική οργάνωση «Μέτωπο Απελευθέρωσης του Κεμπέκ» (Front de Libération du Québec ή FLQ) και το εθνικιστικό Κεμπεκιώτικο Κόμμα (Παρτί Κεμπεκουά, Parti Québécois).

Τον Οκτώβριο του 1970, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπό τον Πιέρ Έλλιοτ Τρυντώ επέβαλε στρατιωτικό νόμο στο Κεμπέκ, προκειμένου να εξαρθρώσει την οργάνωση FLQ, που είχε απαγάγει έναν βρετανό διπλωμάτη και έναν επαρχιακό υπουργό (ο τελευταίος τελικά δολοφονήθηκε από την FLQ). Λίγα χρόνια αργότερα, το 1976, το Παρτί Κεμπεκουά, με ηγέτη τον Ρενέ Λεβέκ, ανέλαβε την εξουσία στο Κεμπέκ θέτοντας ως άμεσο στόχο του την απόσχιση της επαρχίας από την Καναδική Συνομοσπονδία. Σε δύο δημοψηφίσματα (1980 και 1995), οι κάτοικοι του Κεμπέκ απέρριψαν την απόσχιση, αλλά το εθνικιστικό κίνημα των γαλλόφωνων παραμένει ισχυρό.

Το Κεμπέκ είναι η μόνη καναδική επαρχία που δεν έχει υπογράψει την τελευταία τροποποίηση του καναδικού συντάγματος (1982). Δύο προσπάθειες για την επανένταξη του Κεμπέκ στο καναδικό σύνταγμα, η συμφωνία της Λίμνης Μητς (Meech Lake Accord, 1987) και η συμφωνία της Σαρλοτάουν (Charlottetown Accord, 1992) κατέληξαν σε αποτυχία. Η πρώτη συμφωνία δεν εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο της Μανιτόμπας, ενώ η δεύτερη απορρίφθηκε σε παγκαναδικό δημοψήφισμα.

Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επίσημη σημαία του Κεμπέκ από τις 21 Ιανουαρίου 1948. Ο σταυρός συμβολίζει την επικρατούσα χριστιανική θρησκεία, ενώ το γαλάζιο χρώμα και οι τέσσερις «κρίνοι του βασιλιά» συμβολίζουν την γαλλική καταγωγή των περισσοτέρων κατοίκων της επαρχίας.

Το Κεμπέκ διοικείται από την επαρχιακή κυβέρνηση που έχει αρμοδιότητες σε θέματα παιδείας, υγείας, δημόσιας ασφάλειας και τοπικής αυτοδιοίκησης. Η επαρχιακή νομοθεσία καθορίζεται από την Εθνοσυνέλευση του Κεμπέκ. Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, που διεξήχθησαν στις 4 Σεπτεμβρίου του 2012 κέρδισε το Παρτί Κεμπεκουά και σημερινός πρωθυπουργός του Κεμπέκ είναι η Πωλίν Μαρουά.[1]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κεμπέκ, μαζί με το Οντάριο, αποτελεί την καρδιά της καναδικής οικονομίας. Για πολλά χρόνια, το Μόντρεαλ ήταν το κατεξοχήν εμπορικό, βιομηχανικό και οικονομικό κέντρο της χώρας. Ωστόσο, η άνοδος του κεμπεκιώτικου εθνικισμού είχε ως αποτέλεσμα πολλές από τις μεγάλες εταιρείες να μετακομίσουν στο γειτονικό Οντάριο και ειδικά στην περιοχή του Τορόντο.

Σήμερα η οικονομία του Κεμπέκ στηρίζεται στην παραγωγή φθηνού ηλεκτρικού ρεύματος από υδροηλεκτρικά φράγματα, στην βαριά βιομηχανία (μεταλλουργία, χαρτοβιομηχανία, αεροπορική βιομηχανία, κ.λπ.) και στις τηλεπικοινωνίες. Επίσης, ο τομέας των υπηρεσιών, που είναι κυρίως δημόσιος, καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας της επαρχίας.

Πάντως, η οικονομία του Κεμπέκ υπολείπεται της οικονομίας του Καναδά. Η ανεργία στο Κεμπέκ είναι υψηλότερη από το μέσο ποσοστό του Καναδά, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Κεμπέκ είναι χαμηλότερο από το κατά κεφαλήν καναδικό ΑΕΠ.

Κοινωνία και πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την συνεχώς αυξανόμενη προσέλευση νέων μεταναστών, το Κεμπέκ εξακολουθεί να παραμένει γαλλόφωνο και καθολικό στο θρήσκευμα. Η ιδιαιτερότητά του αυτή το κάνει επιφυλακτικό απέναντι σ' οτιδήποτε αγγλικό, αλλά του δίνει και έναν αέρα ευρωπαϊκό στην Βόρειο Αμερική.

Με συνεχή αγώνα, οι Κεμπεκιώτες προσπαθούν να διατηρήσουν την γαλλική τους κουλτούρα σε μία «αγγλοσαξωνική θάλασσα». Γι' αυτό και αναγκάζουν τους νέους μετανάστες να στέλνουν τα παιδιά τους σε γαλλικά σχολεία, ενώ δεν επιτρέπεται η ανάρτηση πινακίδων σε άλλη γλώσσα εκτός από τα γαλλικά. Η γαλλική γλώσσα του Κεμπέκ έχει ιδιαίτερο χρώμα. Πρόκειται για διάλεκτο που εξελίχθηκε κάπως διαφορετικά από την γαλλική γλώσσα της μητροπολιτικής Γαλλίας. Για πολλά χρόνια, η κεμπεκιώτικη διάλεκτος θεωρούνταν παρακατιανή και χωριάτικη. Όμως η ανάπτυξη του κεμπεκιώτικου πολιτισμού μετά την δεκαετία του 1960 έδωσε στην κεμπεκιώτικη γαλλική διάλεκτο την θέση που της αξίζει. Ακόμα και η αργκό του Κεμπέκ, που αποκαλείται «ζουάλ» (γαλλ. joual), βρήκε την θέση της στα θεατρικά έργα του Μισέλ Τραμπλαί.

Στο Κεμπέκ, και ειδικά στην περιοχή του Μόντρεαλ, υπάρχει επίσης μεγάλη κοινότητα αγγλοφώνων και «αλλοφώνων» (άτομα που δεν έχουν για μητρική τους γλώσσα τα γαλλικά ή τα αγγλικά. Σε σύγκριση με τον υπόλοιπο Καναδά, η κεμπεκιώτικη κοινωνία θεωρείται πιο προοδευτική με μεγαλύτερη ανεκτικότητα προς τις μειονότητες. Στο Κεμπέκ ζουν και περίπου 60.000 άτομα ελληνικής καταγωγής (στοιχεία 2001), κυρίως στην περιοχή του Μόντρεαλ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]