Μάργκαρετ Θάτσερ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βαρώνη Θάτσερ
Margaret Thatcher.png
Πρωθυπουργός
Ηνωμένου Βασιλείου
Περίοδος
4 Μαΐου 1979 – 28 Νοεμβρίου 1990
Αντιπρόεδρος Ουίλλιαμ Ουάϊτλο (1979–1988)
Τζέφρι Χόου (1989–1990)
Μονάρχης Ελισάβετ Β΄
Προκάτοχος Τζέιμς Κάλλαχαν
Διάδοχος Τζον Μέιτζορ
Αρχηγός της Αντιπολίτευσης
Περίοδος
11 Φεβρουαρίου 1975 – 4 Mαΐου 1979
Πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον
Τζέιμς Κάλλαχαν
Μονάρχης Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου
Προκάτοχος Έντουαρντ Χιθ
Διάδοχος Τζέιμς Κάλλαχαν
Υπουργός Παιδείας και Επιστημών
Περίοδος
20 Ιουνίου 1970 – 4 Mαρτίου 1974
Πρωθυπουργός Έντουαρντ Χιθ
Προκάτοχος Έντουαρντ Σορτ
Διάδοχος Ρέτζιναλντ Πρέντις
Μέλος του Κοινοβουλίου
από το Φίντσλεϊ
Περίοδος
8 Oκτωβρίου 1959 – 9 Aπριλίου 1992
Προκάτοχος Τζον Κράουντερ
Διάδοχος Χάρτλεϊ Μπουθ
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 13 Οκτωβρίου 1925
Λίνκολνσάιρ, Αγγλία, Ηνωμένο Βασίλειο
Θάνατος 8 Απριλίου 2013 (87 ετών)
Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο
Πολιτικό Κόμμα Συντηρητικό Κόμμα
Επάγγελμα Πολιτικός, χημικός, δικηγόρος

Η Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, Βαρώνη Θάτσερ (13 Οκτωβρίου 19258 Απριλίου 2013, πλήρες όνομα Margaret Hilda Thatcher), Λαίδη του Τάγματος της Περικνημίδας, Μέλος του Τάγματος της Αξίας, Μέλος του Συμβουλίου Επικρατείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας, αργότερα Βαρώνη Θάτσερ και μέλος της Βουλής των Λόρδων, ήταν αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1975 ως το 1990 και Πρωθυπουργός της χώρας από το 1979 ως το 1990. Ήταν η πρώτη και μόνη ως σήμερα γυναίκα που κατέλαβε αυτές τις δύο θέσεις.

Η ζωή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πατρικό της όνομα ήταν Margaret Hilda Roberts. Γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1925 και μεγάλωσε στην πόλη Grantham της κομητείας Λίνκολνσάιρ. Ο πατέρας της ήταν παντοπώλης και αναμιγνυόταν στην τοπική πολιτική ζωή, ενώ ήταν και ιερέας Εκκλησίας Μεθοδιστών. Η οικογένειά της ανήκε στο Εργατικό Κόμμα. Είχε και μια μεγαλύτερη αδελφή, τη Μύριελ (Muriel, 1921-2004). Ανατράφηκε ως ευσεβής Μεθοδίστρια.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν καλή μαθήτρια. Φοίτησε στο Κολλέγιο Σόμερβιλ και το 1944 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να σπουδάσει χημεία και ειδικά κρυσταλλογραφία. Το 1946 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Συντηρητικής Ένωσης του Πανεπιστημίου Οξφόρδης. Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες ως ερευνήτρια χημικός.

Το 1951 παντρεύτηκε τον Ντένις Θάτσερ, έναν διαζευγμένο πλούσιο επιχειρηματία, ο οποίος χρηματοδότησε τις νομικές σπουδές της Μάργκαρετ. Το 1953 γεννήθηκαν τα δίδυμα παιδιά τους, την ίδια χρονιά που η ίδια τελείωσε τις σπουδές της, ειδικευόμενη στο φορολογικό δίκαιο.

Πολιτική σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Συντηρητικό Κόμμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1959 εξελέγη στη Βουλή των Κοινοτήτων και το 1965 ορίστηκε εκπρόσωπος του Συντηρητικού Κόμματος. Υποστήριξε προτάσεις νόμου για την αποποινικοποίηση της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων, τη διατήρηση της θανατικής ποινής, αλλά ψήφισε ενάντια στη χαλάρωση των νόμων περί διαζυγίου. Άσκησε σκληρή κριτική στην πολιτική υψηλής φορολογίας των Εργατικών, θεωρώντας την βήμα «όχι προς το σοσιαλισμό, αλλά προς τον κομμουνισμό». Διετέλεσε «σκιώδης» υπουργός Μεταφορών και κατόπιν Παιδείας, πριν τις εκλογές του 1970.

Υπουργός Παιδείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη νίκη των Συντηρητικών υπό τον Έντουαρτ Χιθ το 1970, η Θάτσερ έγινε Υπουργός Παιδείας και Επιστήμης. Κατά τη διάρκεια της θητείας της περιέκοψε τον Προϋπολογισμό για την Παιδεία, ενώ κατάργησε τη χορήγηση δωρεάν γάλακτος στα σχολεία για παιδιά επτά ως έντεκα ετών. Οι αποφάσεις της αυτές προκάλεσαν κύμα διαμαρτυριών, κατά το οποίο της αποδόθηκε το σύνθημα «Thatcher Thatcher, Milk Snatcher» (Θάτσερ, Θάτσερ, άρπαγας του γάλακτος). Παρά ταύτα, όταν μετά από 30 χρόνια δημοσιεύτηκαν δημόσια έγγραφα εκείνης της περιόδου, όπως συνηθίζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποδείχθηκε ότι η ίδια είχε ταχθεί κατά αυτών των κινήσεων, αλλά επρόκειτο για συλλογική πολιτική του κόμματός της[1].

Αρχηγός της Αντιπολίτευσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ήττα των Συντηρητικών στις εκλογές του 1974, τοποθετήθηκε σκιώδης Υπουργός Περιβάλλοντος. Στις 11 Φεβρουαρίου 1975 εξελέγη Πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος. Στις 19 Ιανουαρίου 1976, σε μια ομιλία της, καταφέρθηκε εναντίον της ιμπεριαλιστικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης. Σε απάντηση, σοβιετική εφημερίδα «Krasnaya Zvezda», όργανο του Υπουργείου Άμυνας, της απέδωσε το παρατσούκλι «Σιδηρά Κυρία», το οποίο τη συνόδεψε σε όλη την πολιτική της καριέρα. Από το 1975 οι Εργατικοί ασκούσαν παρεμβατική οικονομική πολιτική, κρατικοποιώντας επιχειρήσεις και επιδιώκοντας συναινετικό κλίμα με τα συνδικάτα. Ο πληθωρισμός ξεπερνούσε το 20%, το εμπορικό έλλειμμα μεγάλωνε και τα συνδικάτα απαιτούσαν αύξηση μισθών. Τον Ιούλιο του 1975, οι Εργατικοί έλαβαν μέτρα αύξησης φόρων και μείωσης μισθών. Ένα χρόνο αργότερα η κυβέρνηση κατέφυγε στο ΔΝΤ, προκειμένου να ενισχύσει την υπερτιμημένη στερλίνα και έλαβε ένα δάνειο 3 δις. δολαρίων την περίοδο 1977-1979. Παράλληλα οι Εργατικοί πήραν αντιλαϊκά μέτρα μείωσης του πληθωρισμού. Έτσι, ο πληθωρισμός μειώθηκε στο 10% και η κρίση εκτονώθηκε. Σε αυτό συνέβαλε η εκμετάλλευση πετρελαίου από τη βόρεια θάλασσα, τα έσοδα από την οποία φορολογούνταν με συντελεστή 90%. Η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν ταπεινωτική για μια χώρα, που ήταν αυτοκρατορία.

Το 1978 με το σκεπτικό ότι η οικονομία βελτιωνόταν δεν προκήρυξαν εκλογές. Ο χειμώνας 1978-1979 σημαδεύτηκε από πολλές απεργίες στις μεταφορές και στο δημόσιο, που συνοδεύτηκαν από διαδηλώσεις και επεισόδια. Η περίοδος αυτή ονομάστηκε ο χειμώνας της δυσαρέσκιας. Στις 28 Μαρτίου 1979 προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης Κάλλαχαν κερδίζοντας πρόταση μομφής με μία μόλις ψήφο διαφορά και έτσι προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 3 Μαΐου. Οι εργατικοί θα επανέρχονταν στην κυβέρνηση μετά από 18 χρόνια. Στην προεκλογική περίοδο, η Θάτσερ υποσχόταν μείωση της κρατικής δαπάνης και της φορολόγησης. Στις δημοσκοπήσεις που προηγήθηκαν των εκλογών, φαινόταν ότι οι Συντηρητικοί είχαν το προβάδισμα, όχι όμως και η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία υστερούσε σε δημοτικότητα έναντι του αντιπάλου της, Τζέιμς Κάλαχαν. Οι Συντηρητικοί κέρδισαν 339 έδρες και 44% των ψήφων.

Πρωθυπουργός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη κυβέρνηση Θάτσερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον πολιτικό της σύμμαχο, Πρόεδρο των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρήγκαν

Η Μάργκαρετ Θάτσερ έγινε Πρωθυπουργός στις 4 Μαΐου 1979, με βασικό καθήκον την αναστροφή της πτωτικής πορείας της οικονομίας, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας του Ηνωμένου Βασιλείου, τον περιορισμό του ρόλου του κράτους στην οικονομία, καθώς και την ανάδειξη του ρόλου της Μεγάλης Βρετανίας στη διεθνή σκηνή, ο οποίος έδινε την εντύπωση ότι συνεχώς έφθινε, από την εποχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ιδεολογικά βρισκόταν πολύ κοντά με τον Ρόναλντ Ρήγκαν, ο οποίος το 1980 εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, θέση στην οποία παρέμεινε ως το 1988. Μαζί, οι δυο ηγέτες αποφάσισαν να εφαρμόσουν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές του οικονομολόγου Μίλτον Φρίντμαν – διδάγματα τα οποία είχε ακολουθήσει μόνο ο δικτάτορας της Χιλής και μετέπειτα φίλος της Θάτσερ, Πινοσέτ.[εκκρεμεί παραπομπή]

Με την ανάληψη της πρωθυπουργίας η Θάτσερ έθεσε ως βασική προτεραιότητα την μείωση του πληθωρισμού. Ακολούθησε σφικτή νομισματική πολιτική, αυξάνοντας τα επιτόκια, προκειμένου να χαμηλώσει τον πληθωρισμό. Έδειξε προτίμηση προς την έμμεση φορολογία, έναντι της φορολογίας εισοδήματος, και αύξησε τον ΦΠΑ στο 15%. Καταργήθηκαν οι μισθολογικοί περιορισμοί και οι συναλλαγματικοί περιορισμοί. Οι πολιτικές αυτές διατήρησαν την αξία της στερλίνας σε υψηλά επίπεδα. Ταυτόχρονα η ανεργία εκτοξεύτηκε. Το 1983 υπήρχαν 3,6 εκ. άνεργοι (διπλάσιοι από το 1979). Οι κρατικές δαπάνες κυρίως για την εκπαίδευση και την στέγαση μειώθηκαν. Το ΑΕΠ της χώρας μειωνόταν.

Σταδιακά, όμως η οικονομική πολιτική άρχισε να αποδίδει. Τον Ιανουάριο του 1982, ο πληθωρισμός είχε πέσει στο 8,6% από 18% και μειώθηκε και άλλο στη συνέχεια. Τα δημοσιονομικά βελτιώθηκαν. Η ανάκαμψη στηριζόταν και στα αυξανόμενα έσοδα από το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας. Επίσης, δρομολογήθηκαν οι πρώτες αποκρατικοποιήσεις κυρίως κοινοτικών κατοικιών. Αυτό αύξησε το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Μ. Βρετανία. Η National Freight Company ιδιωτικοποιήθηκε το 1982 και πωλήθηκε στους εργαζόμενους της.

Η Θάτσερ επέβαλλε τη μυστική ψηφοφορία στις συνδικαλιστικές εκλογές και τα απαγόρεψε από το να διαδηλώνουν εκτός εργασιακού χώρου. Τα μέλη των συνδικάτων και ο αριθμός των απεργιών μειώθηκαν. Η ύφεση οδήγησε σε κοινωνικές εντάσεις στο Μπρίστολ το 1980, για να ακολουθήσουν διαδηλώσεις στο Μπρίξτον του Λονδίνου, στο Μπέρμιγχαμ, στο Λίβερπουλ και στο Μάντσεστερ. Η αστυνομία κατέστειλε τις διαδηλώσεις.

Στις 2 Απριλίου 1982, η δικτατορική Κυβέρνηση της Αργεντινής εισέβαλε στα Νησιά Φώκλαντ, τα οποία αποτελούσαν έδαφος της Μεγάλης Βρετανίας, επί του οποίου όμως η Αργεντινή ήγειρε αξιώσεις ήδη από το 1830. Ξεκίνησε έτσι ο λεγόμενος «Πόλεμος των Φώκλαντ», καθώς η Μάργκαρετ Θάτσερ αντέδρασε σθεναρά, στέλνοντας επιτόπου ναυτική δύναμη για να επανακαταλάβει τα νησιά. Η επιχείρηση, παρά τη μεγάλη απόσταση, στέφθηκε από επιτυχία, προκαλώντας πατριωτική έξαρση στη Μεγάλη Βρετανία.

Δεύτερη κυβέρνηση Θάτσερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πόλεμος των Φώκλαντ, μαζί με μια οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε στις αρχές του 1983, ανέβασαν τη δημοτικότητα της Κυβέρνησης. Εκμεταλλευόμενοι το διχασμό του Εργατικού Κόμματος της εποχής εκείνης, οι Συντηρητικοί πέτυχαν νέα νίκη στις εκλογές του Ιουνίου 1983, κερδίζοντας 42,4% των ψήφων, έναντι 27,6% των Εργατικών. Στη δεύτερη τετραετία της, η Θάτσερ θέλησε να εφαρμόσει τις νεοφιλελεύθερες/νεοσυντηρητικές της αντιλήψεις και για να γίνει αυτό έπρεπε να μειώσει τη δύναμη των συνδικάτων και των επαγγελματικών ενώσεων.

Τον Μάρτιο του 1984 η κυβέρνηση προσπάθησε να ιδιωτικοποιήσει τα κερδοφόρα ορυχεία και να κλείσει τα ζημιογόνα. Οι ανθρακωρύχοι αντέδρασαν έντονα. Η απεργία των ανθρακωρύχων, η οποία διήρκεσε έναν ολόκληρο χρόνο αναδείχτηκε ως το πιο σημαντικό γεγονός στη δεύτερη τετραετία της Θάτσερ. Τα δύο τρίτα των εργαζόμενων συμμετείχαν στην απεργία, η οποία αποδείχτηκε πολύ επιζήμια για τη βρετανική οικονομία. Το κόστος της αποτιμήθηκε σε 1,5 δις. λίρες και σε αυτήν αποδόθηκε η διολίσθηση της λίρας έναντι του δολαρίου. Η Θάτσερ δήλωσε πως δεν θα υποχωρήσει στα αιτήματα των συνδικάτων, αφού είχε φροντίσει να κρατήσει καύσιμα εκ των προτέρων. Έτσι μετά από 12 μήνες και τη χρήση βίας εκ μέρους της αστυνομίας η απεργία έληξε. Τελικά, η κυβέρνηση έκλεισε 25 ορυχεία, αντί για 20, που σχεδίαζε αρχικά. Η ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος των ανθρακωρύχων, ενίσχυσε τη Θάτσερ και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για τις ιδιωτικοποιήσεις πάρα πολλών δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, για τη δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, τη δραματική συρρίκνωση του κράτους Πρόνοιας κλπ.

Τα ξημερώματα της 12ης Οκτωβρίου 1984 από τύχη διέφυγε τραυματισμό, καθώς η παράνομη οργάνωση των Ιρλανδών εθνικιστών IRA επιτέθηκε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του κόμματός της στην πόλη Μπράιτον. Από την επίθεση εκείνη σκοτώθηκαν πέντε άτομα και τραυματίστηκαν πολλά άλλα. Η ίδια, σε μια επίδειξη ψυχραιμίας, δεν άλλαξε καθόλου το πρόγραμμά της και την άλλη μέρα εκφώνησε κανονικά την προγραμματισμένη της ομιλία στο Συνέδριο.

Η οικονομική της πολιτική σημαδεύτηκε από τη ριζική μείωση του κρατικού παρεμβατισμού, την απελευθέρωση των αγορών, την προώθηση της επιχειρηματικότητας και τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι περισσότερες δημόσιες επιχειρήσεις πωλήθηκαν, με πρώτη την εταιρία τηλεπικοινωνιών British Telecom, η οποία ήταν κρατική από τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ακολούθησαν η British Gas, η Jaguar, η Britoil, η Cable & Wireless, η Sealink ferries, η British Airways και η British Aerospace. Οι αποκρατικοποιήσεις γίνονταν μέσω της πώλησης μετοχών από το Χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η κυβέρνηση αποκόμισε από τις αποκρατικοποιήσεις 29 δισ. λίρες. Οι πωλήσεις κοινοτικών κατοικιών απέφεραν έσοδα 18 δις. λίρες. Η Θάτσερ φρόντισε ακόμα να αντιμετωπίσει τις αρνητικές συνέπειες της έλλειψης ανταγωνισμού, ιδρύοντας ρυθμιστικές αρχές. Συνεχίστηκε η περιστολή των κρατικών δαπανών και μειώθηκαν οι δαπάνες για δημόσιες επενδύσεις (οδικά έργα, σιδηροδρομικά έργα κλπ.). Η οικονομική πολιτική σταδιακά άρχισε να αποφέρει αποτελέσματα. Η Βρετανία από το 1983 και έκτοτε επανήλθε σε ρυθμούς δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης.

Από την άλλη πλευρά, το 1985, το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης αποφάσισε να μην ανακηρύξει τη Μάργκαρετ Θάτσερ επίτιμο διδάκτορά του (όπως συνέβη με όλους τους Βρετανούς Πρωθυπουργούς που ήταν απόφοιτοί του), σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την περικοπή των δαπανών προς την ανώτατη εκπαίδευση[2].

Τρίτη κυβέρνηση Θάτσερ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Συντηρητικοί κέρδισαν και τις βουλευτικές εκλογές του 1987. Το 1988 εκφώνησε ομιλία[3] με θέμα την υπερθέρμανση του πλανήτη, την καταστροφή του όζοντος και την όξινη βροχή. Την ίδια χρονιά αντιτάχθηκε σθεναρά στη διαφαινόμενη συγκεντροποίηση της λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία κατά τη γνώμη της θα οδηγούσε σε ομοσπονδιακές δομές, ενώ η ίδια υποστήριζε ότι ο ρόλος της ΕΕ έπρεπε να περιοριστεί στη διασφάλιση του ελεύθερου εμπορίου και του ανόθευτου ανταγωνισμού. Η αντιευρωπαϊκή της πολιτική άρχισε να διχάζει το κόμμα της, δημιουργώντας δύο αντίπαλες τάσεις, μια φιλοευρωπαϊκή και μια αντιευρωπαϊκή. Ο διχασμός αυτός έμελλε να αποβεί μοιραίος και για την ίδια.

Οι αποκρατικοποιήσεις συνεχίστηκαν. Η British Steel, η British petroleum, η Rover Group, η Rolls Royce και οι εταιρίες ύδρευσης (Regional Water Authorities, RWAs) ιδιωτικοποιήθηκαν. Ο πληθωρισμός έπεσε πολύ χαμηλά (4,7%) το 1987. Η ανεργία άρχισε σταδιακά να αποκλιμακώνεται. Η κυβέρνηση προχώρησε σε περικοπές φόρων και αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος, ενώ επέβαλλε μυστική ψηφοφορία μεταξύ των μελών των συνδικάτων, προτού αναληφθεί απεργιακή δράση. Το 1987 τα δύο τρίτα των Βρετανών είχαν δικό τους σπίτι. Το ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου αυξήθηκε κατά 26,8% την περίοδο 1979-1989, παραπάνω δηλαδή από τον μέσο όρο της ΕΟΚ (24,3%).

Από το 1989, η δημοτικότητά της έφθινε πάλι, λόγω των υψηλών επιτοκίων (15%) που έπλητταν την βρετανική οικονομία. Ο πληθωρισμός άρχισε να αυξάνεται πάλι σε 7% το 1989 και σε 10% το 1990 και η ανάπτυξη άρχισε να επιβραδύνεται. Η παραγωγή πετρελαίου άρχισε να μειώνεται. Η Θάτσερ προσπάθησε να καθιερώσει τον φόρο κοινοτήτων, ένα είδος κεφαλικού φόρου. Συνεπώς, αντί για την φορολόγηση ακινήτων, φορολογούταν κάθε φυσικό πρόσωπο. Ο φόρος είχε πολλές αντιδράσεις, αφού όσο μεγαλύτερη ήταν μία οικογένεια τόσο περισσότερους φόρους πλήρωνε ανεξάρτητα από την αξία της κατοικίας. Η θητεία της Μάργκαρετ Θάτσερ άρχισε και τελείωσε με βία. Το 1990 το Λονδίνο γνώρισε τις μεγαλύτερες ταραχές που είδαν πολλές γενιές στο κέντρο του, εξαιτίας του απεχθούς φορολογικού σχεδίου της. Στις 22 Νοεμβρίου του ίδιου έτους η Θάτσερ διαβαίνει για τελευταία φορά το κατώφλι του Μπάκινγχαμ ως πρωθυπουργός της χώρας. Συνεργάτες της της έθεταν όρους για την προσχώρηση της στερλίνας στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, ενώ ένας βουλευτής έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία του κόμματος το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η υποψηφιότητα δεν είχε επιτυχία, αλλά 60 βουλευτές ψήφισαν τον αντίπαλό της ή απείχαν, πράγμα που χαρακτηρίστηκε πρωτοφανές. Άλλοι συνεργάτες της επέμεναν ότι μετά από 10 χρόνια πρωθυπουργίας, ακόμη και αυτό ήταν επιτυχία[4].

Την ίδια χρονιά η Μάργκαρετ Θάτσερ πολέμησε με σφοδρότητα την ταχύτατη Επανένωση της Γερμανίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα[5].

Πτώση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εκλογή νέου προέδρου του, το 1990, το κόμμα των Συντηρητικών ήταν βαθιά διχασμένο, τόσο για το θέμα της Ευρώπης, όσο και για θέματα εσωτερικής φορολογικής πολιτικής. Με αντίπαλο τον πρώην Υπουργό της, Michael Heseltine, η Θάτσερ δεν κατόρθωσε να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο και, κατόπιν διαβούλευσης με συνεργάτες της, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να μην είναι υποψήφια στον επόμενο γύρο. Στήριξε τον Τζων Μέιτζορ, ο οποίος και εξελέγη. Η ίδια παρέμεινε βουλευτής ως τις εκλογές του 1992.

Μετά την παραίτησή της, δημοσκόπηση έδειξε ότι το 52% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι «έκανε καλό στη χώρα», ενώ το 48% διαφωνούσε.

Η κατοπινή ζωή της[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απόσυρσή της από την πολιτική, το 1992, η Μάργκαρετ Θάτσερ έλαβε τον τιμητικό τίτλο της Βαρώνης από τη Βασίλισσα Ελισάβετ, ο οποίος της εξασφάλισε δια βίου συμμετοχή στη Βουλή των Λόρδων.

Το 2002, ανακοινώθηκε ότι οι γιατροί της της συνέστησαν να μην προβαίνει πλέον σε δημόσιες ομιλίες, για λόγους υγείας. Μικρο-εγκεφαλικά επεισόδια είχαν προκαλέσει ζημιά στην πρόσφατη μνήμη της.

Στις 26 Ιουνίου 2003 πέθανε ο σύζυγός της. Έκτοτε οι δημόσιες εμφανίσεις της αραίωσαν αρκετά. Τον Ιούνιο του 2004 παρακολούθησε την κηδεία του Ρόναλντ Ρήγκαν και εκφώνησε μαγνητοσκοπημένο λόγο. Στις 13 Οκτωβρίου 2005 γιόρτασε τα 80ά της γενέθλια με πάρτυ σε ξενοδοχείο, ενώ στις 11 Σεπτεμβρίου 2006 παρέστη στις εκδηλώσεις μνήμης στην πέμπτη επέτειο από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη. Το Φεβρουάριο του 2007 παρέστη σε αποκαλυπτήρια ανδριάντα της στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, ενώ στις 13 Σεπτεμβρίου 2007 προσεκλήθη από τον Πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν για τσάι στην πρωθυπουργική κατοικία στο νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στρητ.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ απεβίωσε στις 8 Απριλίου 2013 στo Λονδίνο ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο[6].

Κατάλογος Πολιτικών Αξιωμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βουλευτής 1959-1992
  • Μέλος της Βουλής των Λόρδων ως Βαρόνη Θάτσερ 1992-2013
  • Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπος στο Υπουργείο Συντάξεων 1961-1964
  • Υπουργός Παιδείας και Επιστημών 1970-1974
  • Ηγέτης της Αντιπολίτευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων 1975-1979
  • Πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου 1979-1990
  • Υπουργός Οικονομικών 1979-1990
  • Υπουργός Δημοσίων Υπηρεσιών 1979-1990

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Margaret Thatcher της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).