Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 06°00′S 71°30′E / 6.000°S 71.500°E / -6.000; 71.500

Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού
Ωκεανού
British Indian Ocean Territory

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: "In tutela nostra Limuria" (Λατινικά)
«Η Λεμουρία είναι υπ' ευθύνη μας»
Εθνικός ύμνος: God Save the Queen
(Ο Θεός σώζει την Βασίλισσα)
και μεγαλύτερη πόλη Ντιέγκο Γκαρσία
Αγγλικά
Βρετανικό υπερπόντιο έδαφος
Βασίλισσα
Αρμοστής
Διοικητής
Ελισάβετ Β΄
Πίτερ Χέιζ
Τομ Μούντι[1]
Εγκαθίδρυση 8 Νοεμβρίου 1965
 • Σύνολο
 • % Νερό

63,17 km2
0%
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση  
 • Πυκνότητα 

3.500  
58,3 κατ./km2 
Νόμισμα Δολάριο ΗΠΑ[2] (USD)
(UTC +6)
Internet TLD .io
Κωδικός κλήσης +246

Το Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού (με την διεθνή συντομογραφία: BIOT) είναι ένα Βρετανικό Υπερπόντιο Έδαφος που βρίσκεται στον Ινδικό Ωκεανό, στο μισό της απόστασης μεταξύ Αφρικής και Ινδονησίας. Το έδαφος περιλαμβάνει τις 6 ατόλλες του Αρχιπελάγους Τσάγκος με τα 65 νησιά τους.

Το μεγαλύτερο νησί είναι το Ντιέγκο Γκαρσία, η τοποθεσία των κοινών στρατιωτικών εγκαταστάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα νησιά του Αρχιπελάγους Τσάγκος ανακαλύφθηκαν από τον Βάσκο ντα Γκάμα στις αρχές του 16ου αιώνα, και διεκδικήθηκαν πολύ αργότερα, τον 18ο αιώνα από την Γαλλία ως κτήση του Μαυρικίου. Όμως, το 1810, ο Μαυρίκιος καταλήφθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, και η Γαλλία παραχώρησε την περιοχή με την Συνθήκη των Παρισίων. Εργάτες αγροκαλλιεργειών μετανάστευσαν στα νησιά στα τέλη του 19ου αιώνα, και εγκαταστάθηκαν στο κύριο νησί της ατόλλης Ντιέγκο Γκαρσία και έστησαν φυτείες κόπρας.

Το 1965, το Ηνωμένο Βασίλειο χώρισε το Αρχιπέλαγος Τσάγκος από τον Μαυρίκιο και τα νησιά Αλντάμπρα, Φαρκουχάρ και Ντεσρότσες από τις Σεϋχέλλες για να σχηματίσει το Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού. Σκοπός ήταν να επιτραπεί η κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων για το κοινό συμφέρον του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα νησιά επίσημα σχημάτισαν ένα υπερπόντιο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου στις 8 Νοεμβρίου 1965. Στις 23 Ιουνίου 1976 τα νησιά Αλντάμπρα, Φαρκουχάρ και Ντεσρότσες επιστράφηκαν στις Σεϋχέλλες ως αποτέλεσμα της επικείμενης ανεξαρτησίας τους. Συνεπώς, το BIOT αποτελείται από τις 6 κύριες νησιωτικές ομάδες που αποτελούν το Αρχιπέλαγος Τσάγκος.

Η δημιουργία του BIOT έχει υπάρξει θέμα νομικών διενέξεων, καθώς νομικές απόψεις από ειδικούς στο διεθνές δίκαιο λένε ότι η απόφαση να χωριστεί το BIOT από τον Μαυρίκιο ήταν παράνομη, επειδή το διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει τον διαμελισμό μιας χώρας πριν την ανεξαρτησία της. Η απόφαση πάντως πάρθηκε με την σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου του Μαυρίκιου (το κατά πόσο ένα Υπουργικό Συμβούλιο μιας κτήσης έχει ανεξαρτησία σκέψης είναι μια άλλη ιστορία).

Η Αλντάμπρα αποτελούσε την πρώτη επιλογή για την στρατιωτική βάση επειδή ήταν ακατοίκητη, αλλά υπήρχε ο φόβος της αντίδρασης των οικολογικών οργανώσεων λόγω του ότι αποτελεί τόπο αναπαραγωγής σπάνιων ειδών χελώνας. Το Ηνωμένο Βασίλειο ανάλαβε να κρύψει την ύπαρξη ιθαγενούς πληθυσμού στο αρχιπέλαγος Τσάγκος, παρουσιάζοντας τους ως εποχικούς εργάτες, και να τους απομακρύνει από αυτό, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούσαν ένα ακατοίκητο νησί για την βάση και για λόγους ασφαλείας την μη ύπαρξη πληθυσμού σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω από αυτό.

Το 1966, η Βρετανική Κυβέρνηση αγόρασε τις ιδιωτικές φυτείες κόπρας, και τις έκλεισε, και μετακίνησε ολόκληρο τον πληθυσμό (που είναι γνωστοί ως Τσαγκόσσιοι, ή Ιλουάζ) από το Ντιέγκο Γκαρσία στον Μαυρίκιο. Το 1971, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν μια συνθήκη, μισθώνοντας το νησί του Ντιέγκο Γκαρσία στον Αμερικανικό στρατό με σκοπό την κατασκευή μιας μεγάλης αεροπορικής και ναυτικής βάσης στο νησί. Η συμφωνία ήταν σημαντική για το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να τους κάνουν μια σημαντική έκπτωση στην αγορά των πυρηνικών πυραύλων Πολάρις ως αντάλλαγμα για την μίσθωση. Η στρατηγική θέση του νησιού ήταν επίσης σημαντική στο κέντρο του Ινδικού Ωκεανού, για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε Σοβιετικής απειλής στην περιοχή.

Οι εργασίες στην στρατιωτική βάση ξεκίνησαν το 1971, με την κατασκευή μιας μεγάλης αεροπορικής βάσης με αρκετούς αεροδιαδρόμους μεγάλου μήκους, καθώς και ενός λιμένα ικανού να δεχθεί μεγάλα πολεμικά σκάφη. Αν και η βάση κατηγοριοποιείται ως κοινή βάση του Η.Β. και των Η.Π.Α., στην πραγματικότητα επανδρώνεται κυρίως από τον Αμερικανικό στρατό, αν και μια Βρετανική φρουρά διατηρείται εκεί όλο τον χρόνο, και αεροσκάφη μεγάλης ακτίνας περιπολίας της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) είναι παραταγμένα εκεί. Η Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποίησε την βάση κατά την διάρκεια του Πολέμου στον Κόλπο το 1991 και στον πόλεμο στο Αφγανιστάν το 2001, καθώς και στον Πόλεμο του Ιράκ το 2003.

Το BIOT πριν την ανεξαρτησία των Σεϋχελλών το 1976 (Το Ντεσρότσες δεν φαίνεται, αλλά αποτελεί τμήμα των Νήσων Αμιράντε)

Κατά την δεκαετία του 1980 η Κυβέρνηση του Μαυρίκιου βεβαίωσε την διεκδίκηση κυριαρχίας του στην περιοχή, θέτοντας τον διαμελισμό του 1965 υπό το διεθνές δίκαιο, παρά την φαινομενική συμφωνία του εκείνην την περίοδο. Οι Σεϋχέλλες επίσης διεκδικούν αρκετά από τα νησιά του αρχιπελάγους.

Οι Ιλουάζ, που τώρα κατοικούν στον Μαυρίκιο και τις Σεϋχέλλες συνεχώς διεκδικούν το δικαίωμα επιστροφής τους στο Ντιέγκο Γκαρσία, και έχουν κερδίσει μια σημαντική δικαστική νίκη στο Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο το 2000. Η Βρετανική Κυβέρνηση δεν κατάθεσε έφεση σ’ αυτήν την απόφαση, αλλά στην συνέχεια, προσπάθησε να αντιστρέψει την απόφαση του δικαστηρίου με ένα νέο Διάταγμα, που απαγόρευε την επιστροφή των Ιλουάζ στο αρχιπέλαγος, τον Ιούνιο του 2004.

Στις 11 Μαΐου 2006 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το Διάταγμα ήταν παράνομο, και συνεπώς οι Ιλουάζ δικαιούνταν να επιστρέψουν στο Αρχιπέλαγος Τσάγκος. Στις 23 Μαΐου 2007, αυτό επικυρώθηκε από το Εφετείο, που αρνήθηκε να δώσει άδεια να στραφεί η Κυβέρνηση στην Βουλή των Λόρδων. Δεν είναι ακόμα γνωστό εάν η Κυβέρνηση αναζητήσει άδεια να στραφεί σε αυτήν απευθείας από την Βουλή των Λόρδων.

Στους Ιλουάζ δόθηκε η άδεια να επισκεφτούν το Ντιέγκο Γκαρσία στις 3 Απριλίου 2006 για ανθρωπιστικούς λόγους, για να σταθούν στους τάφους των προγόνων τους.

Πολιτική και νόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του Ντιέγκο Γκαρσία με τη στρατιωτική βάση

Ως έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, Αρχηγός του κράτους είναι η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν υπάρχει διορισμένος Κυβερνήτης να αντιπροσωπεύει τη Βασίλισσα στην περιοχή, καθώς δεν έχει (πλέον) ιθαγενή πληθυσμό. Αρχηγός της Κυβέρνησης είναι ο Αρμοστής (ο Πίτερ Χέιζ από τις 17 Οκτωβρίου 2012) και Διοικητής είναι ο Τομ Μούντι (από τον Ιούλιο του 2013)[1]. Όλοι τους διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι νόμοι του εδάφους βασίζονται στο Σύνταγμα, που ορίζεται από το Διάταγμα σύναψης του Συντάγματος για το Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού του 2004. Οι εφαρμόσιμες συνθήκες μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ηνωμένων Πολιτειών ορίζουν την χρήση της στρατιωτικής βάσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ζητήσουν την άδεια του Ηνωμένου Βασιλείου για να χρησιμοποιήσουν τη βάση για επιθετικές στρατιωτικές ενέργειες.

Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει μια συμφωνία με το Μαυρίκιο να επιστρέψει την περιοχή όταν δεν θα χρειάζεται πλέον για αμυντικούς σκοπούς.

Χάρτης του ΒΙΟΤ μετά το 1976

Γεωγραφία και επικοινωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έδαφος είναι ένα αρχιπέλαγος 65 νησιών, με μεγαλύτερο το Ντιέγκο Γκαρσία. Η συνολική τους χερσαία έκταση είναι 63,17 χμ². Το έδαφος είναι επίπεδο και χαμηλό, με ένα τυπικό υψόμετρο των 4 μέτρων. Το κλίμα είναι θαλάσσιο τροπικό, ζεστό, υγρό, που μετριάζεται από τους αλιγείς ανέμους.

Με εξαίρεση ενός αυτοκινητοδρόμου τεσσάρων λωρίδων, τον μοναδικό στον νότιο Ινδικό Ωκεανό, τα περισσότερα νησιά στο Έδαφος δεν έχουν καθόλου δρόμους. Το Ντιέγκο Γκαρσία έχει έναν βραχύ στρωμένο δρόμο μεταξύ του αεροδρομίου και του λιμένα, ειδάλλως το μεγαλύτερο μέρος της κυκλοφορίας γίνεται με ποδήλατο.

Η στρατιωτική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία διαθέτει το μοναδικό αεροδρόμιο του Εδάφους (έναν στρωμένο διάδρομο με μήκος πάνω από 3.000 μέτρα) και το μόνο μεγάλο λιμάνι.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όλη η οικονομική δραστηριότητα επικεντρώνεται στο Ντιέγκο Γκαρσία, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της κοινής βάσης Η.Β. – Η.Π.Α. Οι σχεδόν 2.000 ιθαγενείς κάτοικοι, οι Τσαγκόσσιοι ή Ιλουάζ, μετακινήθηκαν στον Μαυρίκιο πριν την κατασκευή της βάσης, το 1995, υπήρχαν περίπου 1.700 άτομα Βρετανικό και Αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό και 1.500 πολίτες εργολάβοι που διέμεναν στο νησί. Τα κατασκευαστικά έργα και διάφορες υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για την υποστήριξη των στρατιωτικών εγκαταστάσεων γίνονται από στρατιωτικούς και συμβασιούχους εργαζομένους από το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Μαυρίκιο, τις Φιλιππίνες, και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπάρχουν βιομηχανικές ή γεωργικές δραστηριότητες στα νησιά. Η αδειοδότηση για την επαγγελματική αλιεία στην ευρύτερη περιοχή παρέχει ένα ετήσιο εισόδημα περίπου 1.000.000 δολαρίων για το Έδαφος. Ξεχωριστές τηλεφωνικές εγκαταστάσεις για τις στρατιωτικές και τις πολιτικές ανάγκες είναι διαθέσιμες, που παρέχουν όλες τις υπηρεσίας τηλεφωνίας, συμπεριλαμβανομένης της σύνδεσης στο Διαδίκτυο. Οι διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις γίνονται μέσω δορυφόρου. Το Έδαφος έχει τρεις ραδιοφωνικούς σταθμούς, έναν Μακρών Κυμάτων (AM) και δύο Βραχέων Κυμάτων (FM), και έναν τηλεοπτικό σταθμό. Ο Διαδικτυακός κωδικός χώρας (ανώτατο πεδίο ορισμού) είναι το .io.

Ταχυδρομικά γραμματόσημα εκδίδονται για το Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού από τις 17 Ιανουαρίου 1968.

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 World Statesmen, ιστότοπος του Ben Cahoon.
  2. Κατάλογος χωρών, εδαφών και νομισμάτων Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα British Indian Ocean Territory της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).