Άνταμ Σμιθ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Άνταμ Σμιθ
AdamSmith.jpg
Ο Άνταμ Σμιθ
Γέννηση 16 Ιουνίου 1723
Κιρκάλντυ Σκωτία
Θάνατος 17 Ιουλίου 1790 (67 ετών)
Εδιμβούργο
Ιδιότητα οικονομολόγος
ηθικός φιλόσοφος
Υπογραφή AdamSmithsignature.png

O Άνταμ Σμιθ (αγγλικά: Adam Smith, 16 Ιουνίου 1723 - 17 Ιουλίου 1790) ήταν Σκωτσέζος οικονομολόγος και ηθικός φιλόσοφος. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της πολιτικής οικονομίας και θεμελιωτής της σχολής των κλασικών οικονομικών. Ένας από τους κύριους εκπροσώπους του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού[1], ο Σμιθ είναι συγγραφέας των έργων «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων»[2] (1759) και «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών»[3] (1776), με το δεύτερο να αναφέρεται συνήθως απλά ως Ο Πλούτος των Εθνών και να θεωρείται ως το κύριο έργο του Σμιθ και η πρώτη νεωτερική εργασία πάνω στα οικονομικά[4].

Ο Σμιθ μελέτησε ηθική φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Γλασκώβης και της Οξφόρδης, όπου ήταν ένας από τους πρώτους φοιτητές που επωφελήθηκαν των υποτροφιών που θέσπισε ο Τζον Σνελ. Με το πέρας των σπουδών του έδωσε μια σειρά από δημόσιες διαλέξεις στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου που οδήγησαν στη συνεργασία του με τον Ντέιβιντ Χιουμ κατά τη διάρκεια του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού. Ο Σμιθ κατέλαβε θέση καθηγητή στην Γλασκώβη όπου δίδαξε ηθική φιλοσοφία και δημοσίευσε τη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων. Αργότερα ανέλαβε θέση επισκέπτη καθηγητή, κάτι που του επέτρεπε να ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και να συναναστραφεί με άλλους διανοούμενους της εποχής του. Ο Άνταμ Σμιθ έθεσε τα θεμέλια της κλασικής οικονομικής θεωρίας της ελεύθερης αγοράς. Ο Πλούτος των Εθνών ήταν ο προάγγελος των σύγχρονων οικονομικών. Σε αυτό και σε άλλα έργα του, εξήγησε το πώς το λελογισμένο ατομικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσει σε οικονομική ευημερία. Ο Σμιθ ήταν αμφιλεγόμενος στην εποχή του και η γενική του προσέγγιση και το στυλ γραφής του πολλές φορές σατιρίστηκε από συγγραφείς προσκείμενους στους Τόρις, σύμφωνα με την ηθικοπλαστική παράδοση των Hogarth και Swift.

Το 2005, ο Πλούτος των Εθνών ανακηρύχθηκε ανάμεσα στα 100 καλύτερα σκωτσέζικα βιβλία όλων των εποχών[5]. Η πρώην πρωθυπουργός της Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ λέγεται ότι συνήθιζε να έχει στην τσάντα της ένα αντίγραφο του βιβλίου[6].

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορταίτο της μητέρας του Άνταμ Σμιθ, Margaret Douglas

Ο Σμιθ γεννήθηκε στην πόλη Κιρκάλντυ της Σκωτίας. Ο πατέρας του λεγόταν επίσης Άνταμ Σμιθ και εργάστηκε ως δικηγόρος και δημόσιος υπάλληλος[7]. Παντρεύτηκε την Μαργαρίτα Ντάγκλας το 1720, αλλά πέθανε δύο μήνες μετά τη γέννηση του Άνταμ Σμιθ[8]. Αν και η ακριβής ημερομηνία γέννησής του δεν είναι γνωστή, έχει διασωθεί η ημερομηνία της βάπτισης του (5 Ιουνίου 1723)[9] και συχνά αυτή χρησιμοποιήθηκε ως ημερομηνία γέννησής του[7], μια και αυτή παρέμεινε άγνωστη. Ελάχιστα γνωρίζουμε για την παιδική του ηλικία. Ο Σκωτσέζος δημοσιογράφος και βιογράφος του Σμιθ, Τζων Ρέι (John Rae), αναφέρει πως ο Σμιθ απήχθη από τσιγγάνους σε ηλικία τεσσάρων ετών και απελευθερώθηκε μόνο αφού κάποιοι οργάνωσαν αποστολή για τη διάσωσή του[N 1]. Ο Άνταμ Σμιθ φέρεται να ήταν στενά συνδεδεμένος με τη μητέρα του, η οποία τον ενθάρρυνε να πραγματοποιήσει τις ακαδημαϊκές του φιλοδοξίες[11]. Ο Άνταμ Σμιθ παρακολούθησε το σχολείο Μπουργκ (που ο Ρέι χαρακτηρίζει ως «ένα από τα καλύτερα δευτεροβάθμια σχολεία εκείνης της εποχής στη Σκωτία»[10]) από το 1729 ως το 1737, όπου μελέτησε λατινικά, μαθηματικά και ιστορία[11].

A plaque of Smith
Αναμνηστική πλάκα για τον Άνταμ Σμιθ στην πατρίδα του, το Κιρκάλντυ.

Εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σμιθ εισήχθη στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών και σπούδασε ηθική φιλοσοφία υπό την επίβλεψη του Φράνσις Χάτσεσον[11]. Εκεί ανέπτυξε το πάθος του για την ελευθερία, τη λογική και την ελευθερία του λόγου. Το 1740, ο Σμιθ ήταν o απόφοιτος υπότροφος που παρουσιάστηκε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Κολέγιο Μπάλλιολ της Οξφόρδης, στο πλαίσιο του Snell Exhibition (ετήσια υποτροφία που χορηγείται σε φοιτητή του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης)[12].

Ο Σμιθ θεώρησε τη διδασκαλία στη Γλασκώβη πολύ ανώτερη από αυτή στην Οξφόρδη, την οποία βρήκε πνευματικά καταπιεστική[13]. Στο βιβλίο V, κεφάλαιο ΙΙ του «Πλούτου των Εθνών», γράφει: «Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων καθηγητών έχουν επί πολλά χρόνια παραιτηθεί εντελώς, ακόμη και από την κατ' επίφαση διδασκαλία». Ο Σμιθ επίσης ανέφερε ότι είχε παραπονεθεί σε φίλους πως υπάλληλοι του Όξφορντ μια φορά τον ανακάλυψαν να διαβάζει ένα αντίγραφο της Πραγματείας για την Ανθρώπινη Φύση του Ντέιβιντ Χιουμ, και στη συνέχεια κατάσχεσαν το βιβλίο του και τον τιμώρησαν αυστηρά επειδή το διάβαζε[10][14][15]. Σύμφωνα με τον Γουίλιαμ Ρόμπερτ Σκοτ, «Ο χρόνος (του Σμιθ) στην Οξφόρδη έδωσε ελάχιστη, αν όχι καμία, βοήθεια προς ό,τι επρόκειτο να είναι το έργο της ζωής του»[16]. Παρ 'όλα αυτά, ο Σμιθ είχε την ευκαιρία, ενόσω ήταν στην Οξφόρδη, να αυτοδιδαχθεί διάφορα θέματα, με την ανάγνωση πολλών βιβλίων από το ράφια της μεγάλης Βιβλιοθήκης Μπόντλιαν[17]. Όταν δεν μελετούσε μόνος του, ο χρόνος του στην Οξφόρδη δεν ήταν ευχάριστος, σύμφωνα με τις επιστολές του[18]. Προς το τέλος της παραμονής του εκεί, ο Σμιθ άρχισε να υποφέρει από τρέμουλο, πιθανότατα σύμπτωμα νευρικής κρίσης[19]. Έφυγε από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 1746, πριν από τη λήξη της υποτροφίας του[19][20].

Στο βιβλίο V του «Πλούτου των Εθνών», ο Σμιθ σχολιάζει τη χαμηλή ποιότητα της διδασκαλίας και τη λιγοστή πνευματική δραστηριότητα στα αγγλικά πανεπιστήμια, σε σύγκριση με αυτά της Σκωτίας. Αυτό το αποδίδει τόσο στις πλούσιες χρηματοδοτήσεις των κολεγίων της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ, που καθιστούσαν το εισόδημα των καθηγητών ανεξάρτητο από την ικανότητά τους να προσελκύσουν φοιτητές, όσο και στο γεγονός ότι οι διακεκριμένοι άνθρωποι των γραμμάτων θα μπορούσαν να έχουν ακόμη πιο άνετη διαβίωση, όπως οι ιερείς της Εκκλησίας της Αγγλίας[15].

Η δυσαρέσκεια του Σμιθ στην Οξφόρδη θα μπορούσε να οφείλεται εν μέρει στην απουσία του αγαπημένου του δασκάλου στη Γλασκώβη, Φράνσις Χάτσεσον. Ο Χάτσεσον θεωρήθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους καθηγητές στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης στην εποχή του και κέρδισε την επιδοκιμασία φοιτητών, συναδέλφων, ακόμη και απλών κατοίκων με τη θέρμη και τον ζήλο ομιλιών του (που ο ίδιος μερικές φορές τις έκανε ανοιχτές για το κοινό). Με τις διαλέξεις του προσπάθησε όχι μόνο να διδάξει φιλοσοφία, αλλά να κάνει τους μαθητές του να ενσωματώσουν αυτή τη φιλοσοφία στη ζωή τους, αποκτώντας έτσι ο ίδιος το ταιριαστό προσωνύμιο, «ο κήρυκας της φιλοσοφίας». Σε αντίθεση με τον Σμιθ, ο Χάτσεσον δεν ήταν δημιουργός συστήματος. Μάλλον ήταν η γοητευτική προσωπικότητα του και η μέθοδος των διαλέξεών του που επηρέασε σε τέτοιο βαθμό τους φοιτητές του και προκάλεσε τον μεγαλύτερο από αυτούς να αναφερθεί με σεβασμό σε αυτόν ως «ο -για πάντα αξέχαστος- Χάτσεσον», έναν τίτλο που ο Σμιθ, σε όλη την αλληλογραφία του, χρησιμοποίησε για να περιγράψει μόνο δύο άτομα, τον καλό του φίλο Ντέιβιντ Χιουμ και τον σημαντικό μέντορά του Φράνσις Χάτσεσον[21].

Καριέρα στη διδασκαλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σμιθ άρχισε να δίνει δημόσιες διαλέξεις το 1748 στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, τις οποίες επιχορηγούσε η Φιλοσοφική Εταιρεία του Εδιμβούργου και τελούσαν υπό την αιγίδα του Λόρδου Κέιμς[22]. Η θεματική των διαλέξεων αφορούσε στη ρητορική και τη λογοτεχνία[23] και, αργότερα, το αντικείμενο της «προόδου της αφθονίας». Σε αυτό το τελευταίο αντικείμενο προχώρησε πρώτα στην αναλυτική ερμηνεία της οικονομικής φιλοσοφίας του «του προφανούς και απλού συστήματος της φυσικής ελευθερίας». Παρά το ότι ο Σμιθ δεν είχε εμπειρία στις δημόσιες παρουσιάσεις, οι διαλέξεις του στέφθηκαν από επιτυχία[24].

A man posing for a painting
Ο Ντέιβιντ Χιουμ ήταν φίλος και σύγχρονος του Σμιθ.

Το 1750 συνάντησε τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του φιλόσοφο Ντέιβιντ Χιουμ. Στα κείμενά τους που καλύπτουν θέματα ιστορίας, πολιτικής, οικονομίας και θρησκείας, ο Σμιθ και ο Χιουμ μοιράστηκαν στενώς πνευματικούς και προσωπικούς δεσμούς μεταξύ τους παρά με άλλες σημαντικές προσωπικότητες του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού[25].

Το 1751, ο Σμιθ κέρδισε μία θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, διδάσκοντας λογική, ενώ το 1752 εξελέγη μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας του Εδιμβούργου, στην οποία τον συνέστησε ο Λόρδος Κέιμς. Όταν, το επόμενο έτος, ο επικεφαλής της Ηθικής Φιλοσοφίας απεβίωσε, ο Σμιθ ανέλαβε τη θέση του[24]. Εργάσθηκε ως ακαδημαϊκός δάσκαλος για τα επόμενα δεκατρία έτη, τα οποία ο ίδιος χαρακτήριζε ως «μακράν τη χρησιμότερη και ως εκ τούτου μακράν την ευτυχέστερη και πλέον αξιόλογη περίοδο [της ζωής του]»[26].

Ο Σμιθ δημοσίευσε τη «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» το 1759, ενσωματώνοντας ορισμένες από τις διαλέξεις του της Γλασκώβης. Αντικείμενο αυτής της εργασίας ήταν το πως η ανθρώπινη ηθική εξαρτάται από την συμπάθεια μεταξύ παράγοντα και θεατή, ή μεταξύ των ανεξαρτήτων και λοιπών μελών της κοινωνίας. Ο Σμιθ όρισε την «αμοιβαία συμπάθεια» ως τη βάση των ηθικών συναισθημάτων. Βάσισε την ερμηνεία του όχι σε μία ειδική «ηθική αίσθηση», όπως είχαν κάνει ο 3ος Λόρδος Shaftesbury και ο Hutcheson, ούτε ως ωφέλεια όπως ο Χιουμ, αλλά στην αμοιβαία συμπάθεια, ένα όρο ο οποίος περιγράφεται καλύτερα στη σύγχρονη γλώσσα με τον όρο συναισθηματική ταύτιση, δηλαδή με την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα συναισθήματα τα οποία εκφράζει κάποιος άλλος.

Μετά την δημοσίευση της «Θεωρίας των ηθικών συναισθημάτων», ο Σμιθ έγινε τόσο δημοφιλής ώστε πολλοί εύποροι φοιτητές εγκατέλειψαν τις σχολές τους σε άλλες χώρες για να εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και να διδαχτούν από αυτόν[27]. Μετά τη δημοσίευση επίσης, ο Σμιθ άρχισε να δίνει περισσότερη προσοχή στις διαλέξεις του σε νομικά και οικονομικά θέματα και λιγότερο στις θεωρίες του περί ηθικής[28]. Για παράδειγμα, ο Σμιθ δίδαξε ότι το αίτιο αύξησης του εθνικού πλούτου είναι η εργασία παρά η ποσότητα του χρυσού και του αργύρου, που αποτελεί τη βάση του μερκαντιλισμού, της οικονομικής θεωρίας που κυριαρχούσε στην οικονομική πολιτική της Δυτικής Ευρώπης την εποχή εκείνη[27].

A drawing of a man sitting down
Ο Φρανσουά Κενέ, ένας εκ των πρωτοπόρων της Φυσιοκρατικής Σχολής σκέψης

Το 1762 το Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης απένειμε στον Σμιθ τον τίτλο του Διδάκτορα των Νομικών Επιστημών. Στο τέλος του 1763, δέχτηκε μία προσφορά από τον Charles Townshend (στον οποίο τον είχε συστήσει ο Ντέιβιντ Χιουμ) να διδάξει τον θετό γιό του, Henry Scott, το νέο Δούκα του Buccleuch. Ο Σμιθ τότε παραιτήθηκε από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο, για να αναλάβει τη διδασκαλία του Scott και προσπάθησε να επιστρέψει τα δίδακτρα στους φοιτητές του, αφού παραιτήθηκε στο μέσον της διδακτικής περιόδου, αλλά αυτοί αρνήθηκαν[29].

Διδασκαλία και ταξίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εργασία του Σμιθ στη διδασκαλία περιελάμβανε περιοδείες στην Ευρώπη με τον Σκοτ, διάστημα κατά το οποίο εκπαίδευε τον Σκοτ σε διάφορα θέματα, όπως η σωστή πολωνική γλώσσα[29]. Πληρωνόταν £300 ανά έτος (συν τα έξοδα), μαζί με το ποσό των £300 ανά έτος σύνταξης• περίπου δύο φορές το προηγούμενο εισόδημά του ως καθηγητής[29]. Ο Σμιθ ταξίδεψε για πρώτη φορά ως διδάσκαλος στην Τουλούζη της Γαλλίας, όπου παρέμεινε για ενάμιση χρόνο[29]. Σύμφωνα με δική του αναφορά, βρήκε την Τουλούζη κάπως βαρετή, καθώς έγραψε στον Χιουμ ότι «είχε αρχίσει να γράφει ένα βιβλίο για να περάσει τον χρόνο του»[29]. Μετά από περιοδεία στη νότια Γαλλία, η ομάδα μετακόμισε στη Γενεύη, όπου ο Σμιθ συναντήθηκε με τον φιλόσοφο Βολταίρο[30].

Από τη Γενεύη, η ομάδα μετακόμισε στο Παρίσι. Εκεί ο Σμιθ γνώρισε αρκετούς μεγάλους πνευματικούς ηγέτες της εποχής, που αναπόφευκτα είχαν επίδραση σε μελλοντικά έργα του. Αυτή η λίστα περιελάμβανε τους: Βενιαμίν Φραγκλίνο[31], Turgot, Ζαν λε Ροντ ντ' Αλαμπέρ, André Morellet, Helvétius και, κυρίως, τον Φρανσουά Κενέ, επικεφαλής της Φυσιοκρατικής Σχολής[32]. Εντυπωσιασμένος από τις ιδέες του[33], ο Σμιθ σκέφτηκε να αφιερώσει τον «Πλούτο των Εθνών» σ'αυτόν - αν δεν είχε πεθάνει ο Κενέ πιο πριν[34]. Οι Φυσιοκράτες ήταν αντίθετοι με τον μερκαντιλισμό, την κυρίαρχη οικονομική θεωρία της εποχής, όπως φαίνεται και στο σύνθημά τους για την ελεύθερη αγορά «Laissez faire et laissez-passer, le monde va de lui même!» (= «Αφήστε να κάνουν, αφήστε να περάσουν, ο κόσμος προχωράει από μόνος του!»). Ήταν επίσης γνωστό ότι έχουν δηλώσει πως μόνο η γεωργική δραστηριότητα παρήγαγε πραγματικό πλούτο, ενώ οι έμποροι και οι βιομήχανοι (κατασκευαστές) όχι[31]. Αυτό, ωστόσο, δεν αντιπροσώπευε την πραγματική σχολή σκέψης τους, αλλά επρόκειτο για ένα απλό «προπέτασμα καπνού» που κατασκεύασαν προκειμένου να κρύψουν τις πραγματικές επικρίσεις τους για την αριστοκρατία και την εκκλησία, υποστηρίζοντας ότι αυτοί ήταν οι μόνοι πραγματικοί πελάτες των εμπόρων και των κατασκευαστών[35]. Ο πλούτος της Γαλλίας σχεδόν καταστράφηκε από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ και τον Λουδοβίκο ΙΕ΄ σε καταστροφικούς πολέμους[36], βοηθώντας τους αμερικανούς αντάρτες ενάντια στους Άγγλους, και ίσως το πιο καταστροφικό (κατά την άποψη της κοινής γνώμης) ήταν αυτό που θεωρήθηκε ως η υπερβολική κατανάλωση των αγαθών και υπηρεσιών που κρίνεται ότι δεν έχει καμία οικονομική συνεισφορά - μη παραγωγική εργασία. Υποθέτοντας ότι η αριστοκρατία και η εκκλησία είναι ουσιαστικά δυσφημιστές της οικονομικής ανάπτυξης, το φεουδαρχικό σύστημα της γεωργίας στη Γαλλία ήταν ο μόνος σημαντικός τομέας για τη διατήρηση του πλούτου του έθνους. Δεδομένου ότι η αγγλική οικονομία της εποχής απέφερε διανομή εισοδήματος που ήταν σε αντίθεση με εκείνη που υπήρχε στη Γαλλία, ο Σμιθ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διδασκαλίες και οι πεποιθήσεις των Φυσιοκρατών ήταν «παρ'όλες [τους] τις ατέλειες [ίσως], η πλησιέστερη προσέγγιση προς την αλήθεια που έχει μέχρι στιγμής δημοσιευθεί στο θέμα της πολιτικής οικονομίας»[37]. Η διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας -η φυσιοκρατική «στείρα τάξη» (classe steril) - ήταν ένα κυρίαρχο θέμα στην ανάπτυξη και την κατανόηση αυτού που θα ονομαζόταν κλασική οικονομική θεωρία.

Ύστερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μικρότερος αδερφός του Χένρυ Σκοτ πέθανε στο Παρίσι το 1766, και η περιοδεία του Σμιθ ως δασκάλου έλαβε σύντομα τέλος[31]. Την ίδια χρονιά, ο Σμιθ γύρισε στο σπίτι του στο Κιρκάλντυ, και αφιέρωσε μεγάλο μέρος των επόμενων δέκα ετών στη συγγραφή του magnum opus του[38]. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον Χένρυ Μοϊζ, έναν τυφλό νεαρό που είχε δείξει μια πρώιμη έφεση για τη μάθηση. Ο Σμιθ όχι μόνο άρχισε να διδάσκει τον Μοϊζ, αλλά επιπλέον εξασφάλισε την υποστήριξη τόσο του Ντέιβιντ Χιουμ όσο και του Τόμας Ριντ στην εκπαίδευση του νεαρού[39]. Ο Σμιθ εξελέγη μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών του Λονδίνου (Royal Society of London) το Μάη του 1773[40], ενώ το 1775 εξελέγη μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου (Literary Club)[41]. Ο Πλούτος των Εθνών δημοσιεύτηκε το 1776 και έτυχε εξαιρετικής υποδοχής από το κοινό, αφού η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε σε μόλις έξι μήνες.

Το 1778, ο Σμιθ διορίστηκε επίτροπος των τελωνείων της Σκωτίας, και μετακόμισε με τη μητέρα του στο Πάνμιουρ Χάουζ (Panmure House), μια αριστοκρατική κατοικία στη συνοικία Κανονγκέητ του Εδιμβούργου[42]. Ο Σμιθ ήταν μέλος της Φιλοσοφικής Εταιρείας του Εδιμβούργου. Έτσι, όταν αυτή μετατράπηκε στη Βασιλική Ακαδημία Επιστημών του Εδιμβούργου (Royal Society of Edinburgh) με βασιλικό διάταγμα το 1783, αυτός έγινε αυτόματα ιδρυτικό μέλος της[43]. Επιπλέον, εκλέχθηκε από τους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης στην τιμητική θέση του Πρύτανη, στην οποία θήτευσε από το 1787 έως το 1789[44]. Πέθανε έπειτα από επώδυνη ασθένεια στη βόρεια πτέρυγα του Πάνμιουρ Χάουζ, στο Εδιμβούργο, στις 17 Ιουλίου 1790, και θάφτηκε στο νεκροταφείο του Κανονγκέητ[45]. Λίγο πριν ξεψυχήσει, ο Σμιθ εξέφρασε την απογοήτευσή του που δεν είχε πετύχει περισσότερα πράγματα στη ζωή του[46].

Εκτελεστές της λογοτεχνικής κληρονομιάς του Σμιθ ήταν δυο φίλοι από τον κόσμο των Σκωτικών επιστημών: ο φυσικός και χημικός Τζόζεφ Μπλακ και ο πρωτοπόρος της γεωλογίας Τζέημς Χάτον[47]. Ο Σμιθ άφησε πίσω του πολλές σημειώσεις, καθώς και κάποιο αδημοσίευτο υλικό. Ωστόσο, άφησε εντολή να καταστραφεί οτιδήποτε ήταν ακατάλληλο προς δημοσίευση[48]. Ανέφερε ως μάλλον κατάλληλη για δημοσίευση μια πρώιμη αδημοσίευτη Ιστορία της Αστρονομίας, και πράγματι εμφανίστηκε το 1795, μαζί με άλλο υλικό, όπως τα «Δοκίμια για Φιλοσοφικά Ζητήματα[47]».

Ο Σμιθ κληροδότησε τα βιβλία του στον ανιψιό του Ντέιβιντ Ντάγκλας, Λόρδο του Ρέστον, που ζούσε μαζί του. Ο Ντέιβιντ ήταν γιος του Συνταγματάρχη Ρόμπερτ Ντάγκλας (από το Στραθέντρι του Φάιφ), πρώτου ξαδέρφου του Σμιθ. Η βιβλιοθήκη τελικά μοιράστηκε ανάμεσα στα δυο παιδιά του Ντάγκλας, τη Σεσίλια Μάργκαρετ (σύζυγο Κάνιγκαμ) και τη Ντέιβιντ Αν (σύζυγο Μπάνερμαν). Η κυρία Κάνιγκαμ πούλησε κάποια από τα βιβλία μετά το θάνατο του συζύγου της, αιδεσιμότατου Κάνιγκαμ (από το Πρέστονπανζ), ενώ τα υπόλοιπα πέρασαν στο γιό της, Ρόμπερτ Όλιβερ Κάνιγκαμ, καθηγητή του Κουήνς Κόλετζ του Μπέλφαστ. Αυτός δώρισε μερικά από τα βιβλία στο πανεπιστήμιο, ενώ τα υπόλοιπα πωλήθηκαν μετά το θάνατό του. Τα βιβλία της κυρίας Μπάνερμαν, αντίθετα, κληροδοτήθηκαν ακέραια στο Νιού Κόλετζ του Εδιμβούργου μετά το θάνατό της το 1879.

Προσωπικότητα και πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτήρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτομή του Άνταμ Σμιθ, έργο του Patric Parc

Δεν γνωρίζουμε πολλά για τις προσωπικές απόψεις του Άνταμ Σμιθ, πέρα από όσα συνάγουμε από τα δημοσιευμένα άρθρα του. Τα προσωπικά του έγγραφα καταστράφηκαν μετά θάνατον, κατόπιν δικής του απαίτησης[48]. Δεν παντρεύτηκε ποτέ[49], ενώ φαίνεται να είχε πολύ στενή σχέση με τη μητέρα του, με την οποία έμεινε μετά την επιστροφή του από την Γαλλία και η οποία απεβίωσε έξι χρόνια πριν από εκείνον[50].

Πολλοί σύγχρονοι και βιογράφοι του Άνταμ Σμιθ τον περιγράφουν ως αφηρημένο σε σημείο κωμικό, με παράξενες συνήθειες στο λόγο και στο βάδισμα και ένα χαμόγελο «ανέκφραστης καλοήθειας»[51]. Ήταν γνωστό ότι μονολογούσε[46], μία συνήθεια που εδραιώθηκε στην παιδική του ηλικία, όταν χαμογελούσε πιάνοντας συζήτηση με αόρατους συνομιλητές[52]. Κατά περιόδους υπήρξε κατά φαντασίαν ασθενής[46], ενώ φέρεται να στοίβαζε βιβλία και χαρτιά σε ψηλές στοίβες στο γραφείο του[52]. Σύμφωνα με μία πηγή, ο Σμιθ ξενάγησε τον Τσαρλς Τάουνσεντ σε βυρσοδεψείο. Ενώ συζητούσε για το ελεύθερο εμπόριο, ο Σμιθ έπεσε σε λάκκο απ’ όπου χρειάστηκε βοήθεια για να απεγκλωβιστεί[53]. Λέγεται επίσης ότι είχε βάλει ψωμί και βούτυρο μέσα σε τσαγιέρα, ήπιε το παρασκεύασμα και δήλωσε ότι ήταν το χειρότερο ρόφημα τσαγιού που είχε πιει ποτέ. Σύμφωνα με μία άλλη πηγή, ο Σμιθ, αφηρημένος, βγήκε από το σπίτι φορώντας μόνο το νυχτικό του και κατέληξε 24 χλμ. έξω από την πόλη, πριν τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα καμπάνες γειτονικής εκκλησίας[52][53].

Ο Τζέιμς Μπόσγουελ που υπήρξε μαθητής του Σμιθ στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης κι αργότερα τον συναναστράφηκε στη Λογοτεχνική Λέσχη, λέει ότι ο Σμιθ θεωρούσε ότι αν μιλούσε για τις ιδέες του κουβεντιάζοντας θα μείωνε τις πωλήσεις των βιβλίων του, άρα οι συζητήσεις του ήταν μη εντυπωσιακές. Σύμφωνα με τον Μπόσγουελ, ο Σμιθ είπε κάποτε στον Σερ Τζόσουα Ρέινολτς ότι «είχε ως κανόνα ποτέ να μη συζητά σε συντροφιές για τα πράγματα που καταλάβαινε[54]».

A drawing of a man standing up, with one hand holding a cane and the other pointing at a book
Πορτραίτο του Άνταμ Σμιθ από τον Τζων Κέι, 1790

Ο Σμιθ, που θεωρείται ότι είχε παράξενη όψη, περιγράφεται ως «κάτοχος μεγάλης μύτης, γουρλωτών ματιών, προεξέχοντος κάτω χείλους, τικ και δυσχέρειας στην ομιλία[15]». Ο ίδιος ο Σμιθ φέρεται να έχει αναγνωρίσει την ατυχή εμφάνισή του σχολιάζοντας «είμαι γόης μόνο στα βιβλία μου[15]». Ο Σμιθ σπανίως πόζαρε για προσωπογραφίες[55], οπότε όλες σχεδόν οι απεικονίσεις που είχε εν ζωή, είχαν γίνει από μνήμης. Τα πιο γνωστά πορτραίτα του Σμιθ είναι το προφίλ του από τον Τζέιμς Τάσι και δύο σκίτσα από τον Τζον Κέι[56]. Οι γκραβούρες που χρησιμοποιήθηκαν για το εξώφυλλο του «Πλούτου των Εθνών» βασίστηκαν κυρίως στο μεταλλικό πορτραίτο του Τάσι[57].

Θρησκευτικές πεποιθήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά με τη φύση των θρησκευτικών απόψεων του Άνταμ Σμιθ αναπτύχθηκε σημαντική επιστημονική συζήτηση. Ο πατέρας του είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για τον Χριστιανισμό και ανήκε στην μετριοπαθή πτέρυγα της Εκκλησίας της Σκωτίας[58]. Το γεγονός ότι ο Άνταμ Σμιθ έλαβε την Υποτροφία Snell δείχνει ότι μπορεί να πήγε στην Οξφόρδη με την πρόθεση να επιδιώξει σταδιοδρομία στην Εκκλησία της Αγγλίας[59].

Ο Αγγλο-Αμερικανός οικονομολόγος Ronald Coase αμφισβήτησε την άποψη ότι ο Άνταμ Σμιθ ήταν Ντεϊστής, με βάση το γεγονός ότι στα έργα του ποτέ δεν επικαλείται ρητά το Θεό ως μια εξήγηση της αρμονίας του φυσικού ή του ανθρώπινου κόσμου[60]. Σύμφωνα με τον Coase, αν και ο Σμιθ αναφέρεται μερικές φορές στον «Μέγα Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος», μεταγενέστεροι λόγιοι όπως ο Jacob Viner έχουν «υπερβάλει όσον αφορά την έκταση στην οποία ο Άνταμ Σμιθ είχε αφοσιωθεί σε μια πίστη και σε έναν προσωπικό Θεό»[61], μια πεποίθηση για την οποία ο Coase βρίσκει λίγα αποδεικτικά στοιχεία σε εδάφια, όπως αυτά στον «Πλούτο των Εθνών», στα οποία Άνταμ Σμιθ γράφει ότι η περιέργεια της ανθρωπότητας για τα «μεγάλα φαινόμενα της φύσης», όπως «η γενιά, η ζωή, η ανάπτυξη και η διάλυση των φυτών και των ζώων», έχει οδηγήσει τους ανθρώπους «να ερευνήσουν τις αιτίες τους», και ότι «η δεισιδαιμονία επιχείρησε αρχικά να ικανοποιήσει την περιέργεια αυτή, παραπέμποντας όλες αυτές τις υπέροχες παρουσίες στην άμεση θέληση των θεών. H Φιλοσοφία στη συνέχεια προσπάθησε να λογοδοτήσει για όλα αυτά, ξεκινώντας από τις πιο συνήθεις αιτίες ή από αυτές που ήταν πιο οικείες για την ανθρωπότητα από ότι η θέληση των θεών»[61].

Κάποιοι άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η κοινωνική και οικονομική φιλοσοφία του Άνταμ Σμιθ είναι από τη φύση της θεολογική και ότι ολόκληρο το μοντέλο της κοινωνικής του δομής λογικά εξαρτάται από την έννοια της δράσης του Θεού στη φύση[62].

Ο Άνταμ Σμιθ ήταν επίσης στενός φίλος και αργότερα εκτελεστής της διαθήκης του Ντέιβιντ Χιουμ, ο οποίος συνήθως χαρακτηριζόταν στην εποχή του ως άθεος[63]. Η δημοσίευση της επιστολής του Άνταμ Σμιθ στον William Strahan το 1777, στο οποίο περιγράφεται το θάρρος του Χιουμ στον επικείμενο θάνατό του παρά την έλλειψη θρησκευτικής πίστης, προσέλκυσε σημαντικές αντιπαραθέσεις[64].

Δημοσιευμένα έργα του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θεωρία των ηθικών συναισθημάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1759 ο Σμιθ δημοσίευσε το πρώτο του έργο, τη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων»[2]. Συνέχισε κάνοντας εκτεταμένες αναθεωρήσεις στο βιβλίο, εως το θάνατό του[N 2]. Αν και «ο Πλούτος των Εθνών» αναγνωρίζεται, από πολλούς, ως η πιο σημαντική εργασία του Σμιθ, πιστεύεται ότι ο ίδιος θεωρούσε τη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» ανώτερη[66].

Στο έργο του αυτό, ο Σμιθ εξετάζει με κριτική διάθεση την ηθική σκέψη της εποχής του, και παραθέτει τον ισχυρισμό ότι η συνείδηση προκύπτει από τις κοινωνικές σχέσεις[67]. Ο στόχος του Σμιθ με την συγγραφή αυτού του έργου ήταν να εξηγήσει από πού πηγάζει η ικανότητα της ανθρωπότητας να διαμορφώσει ηθικές κρίσεις, παρά την φυσική κλίση των ατόμων προς την ιδιοτέλεια. Ο Σμιθ προτείνει μια θεωρία της συμπάθειας, κατά την οποία οι άνθρωποι παρατηρώντας άλλους, αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους και εξάγουν συμπεράσματα για την ηθική της δικής τους συμπεριφοράς[68].

Οι μελετητές αναγνωρίζουν παραδοσιακά μια αντίφαση ανάμεσα στη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» και τον «Πλούτο των Εθνών». Ενώ το πρώτο τονίζει την συμπάθεια προς τους άλλους, το δεύτερο επικεντρώνεται στο ρόλο της ιδιοτέλειας[69]. Πιο πρόσφατα όμως ορισμένοι μελετητές[70][71][72] υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση[73]. Ισχυρίζονται ότι στη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων», ο Σμιθ αναπτύσσει μια θεωρία της ψυχολογίας, κατά την οποία τα άτομα αποζητούν την έγκριση ενός «αμερόληπτου θεατή» ως αποτέλεσμα μιας φυσικής επιθυμίας να έχουν εξωτερικούς παρατηρητές οι οποίοι τους συμπονούν. Αντί να αντιμετωπίζουν τα δυο έργα ως αλληλοσυγκρουόμενα, θεωρούν ότι απλά δίνουν έμφαση σε διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης φύσης που ποικίλουν ανάλογα την περίσταση.

Αυτές οι απόψεις παραβλέπουν ότι η επίσκεψη του Σμιθ στη Γαλλία (1764-1766) μετέβαλε ριζικά τις προηγούμενες απόψεις του και ότι «ο Πλούτος των Εθνών» είναι ένα ανομοιογενές συνονθύλευμα προηγούμενων διαλέξεών του και όσων του δίδαξε ο Κενέ[74]. Πριν από το ταξίδι του στη Γαλλία, στη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» ο Σμιθ αναφέρεται σε ένα «αόρατο χέρι» («Προτιμώντας να στηρίξει μια εγχώρια βιομηχανία αντί μια αλλοδαπή, το άτομο αποσκοπεί στη δική του εργασιακή ασφάλεια. Και κατευθύνοντας αυτή τη βιομηχανία με τέτοιο τρόπο ώστε το παραγόμενο προϊόν της να είναι υψηλότερης αξίας σκοπεύει μόνο στο δικό του κέρδος. Έτσι κι εδώ ,όπως και σε άλλες περιπτώσεις, καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι να προωθήσει ένα στόχο χωρίς να ήταν η πρόθεση του»)[75], το οποίο εξασφαλίζει ότι η λαιμαργία των πλουσίων βοηθά τους φτωχούς, καθώς οι αντοχές των πλούσιων είναι τόσο περιορισμένες ώστε να πρέπει να ξοδεύουν τις περιουσίες τους σε υπηρέτες. Μετά την επίσκεψή του στη Γαλλία, ο Σμιθ θεωρεί στον «Πλούτο των Εθνών»(1776) την ικανοποίηση της λαιμαργίας των πλούσιων ως μη παραγωγική εργασία. Η μικροοικονομική/ψυχολογική πλευρά στην παράδοση του Αριστοτέλη, Πάφεντορφ και Χάτσενσον[76], δασκάλου του Σμιθ - στοιχεία συμβατά με τη νεοκλασική θεωρία - μετεξελίχθηκε στη μακροοικονομική άποψη της κλασικής θεωρίας που ο Σμιθ έμαθε στη Γαλλία.

Ο Πλούτος των Εθνών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A brown building
Μεταγενέστερο κτίριο στο σημείο που ο Σμιθ έγραψε τον «Πλούτο των Εθνών»

Το έργο του Ο Πλούτος των Εθνών[3] υπήρξε μία από τις πρώτες προσπάθειες να μελετηθεί η ιστορική ανάπτυξη της βιομηχανίας και του εμπορίου στην Ευρώπη. Αυτό το έργο βοήθησε στη δημιουργία της σύγχρονης ακαδημαϊκής πειθαρχίας των οικονομικών και παρέσχε μία από τις πιο γνωστές διανοητικές δικαιολογήσεις του ελεύθερου εμπορίου, του καπιταλισμού και του ελευθερισμού.

Ανάμεσα στους κλασικούς και νεοκλασικούς οικονομολόγους υπάρχουν θεμελιώδεις διαφωνίες ως προς το βασικό μήνυμα του πιο σημαντικού έργου του Σμιθ, το «Μια έρευνα της φύσης και των αιτιών του πλούτου των εθνών». Οι νεοκλασικοί δίνουν έμφαση στην Αόρατο Χείρα του Σμιθ[77], μια ιδέα στην οποία αναφέρεται στη μέση του έργου του - Βιβλίο Δ', κεφάλαιο Β'. Οι δε κλασικοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως ο Σμιθ θέσπισε το πρόγραμμά του για την προώθηση του «πλούτου των εθνών» στις αρχικές του προτάσεις.

Ο Σμιθ, κάνοντας χρήση του όρου «το αόρατο χέρι» στην «Ιστορία της Αστρονομίας»[78], αναφερόταν στο «αόρατο χέρι του Δία». Ο όρος «ένα αόρατο χέρι» εμφανίζεται ξανά τόσο στη «Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων[79]» (1759) όσο και στον «Πλούτο των Εθνών[80]» (1776). Αυτή η τελευταία δήλωση περί «ενός αόρατου χεριού» έχει ερμηνευθεί ως «το αόρατο χέρι» με ποικίλους τρόπους. Επομένως, έχει σημασία να αναγνωστεί το πρωτότυπο:

    Καθώς κάθε άτομο, λοιπόν, προσπαθεί όσο μπορεί και να εναποθέσει το κεφάλαιό του στη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας, και, έτσι, να κατευθύνει τη βιομηχανία αυτή της οποίας τα προϊόντα μπορεί να έχουν μεγάλη αξία. Κάθε άτομο αναγκαστικά μοχθεί ώστε να καταστήσει τα ετήσια έσοδα της κοινωνίας όσο μεγαλύτερα γίνεται. Πράγματι, ούτε επιδιώκει την προώθηση του κοινωνικού συμφέροντος, ούτε γνωρίζει κατά πόσο το προωθεί. Με την προτίμηση της εγχώριας έναντι της διεθνούς βιομηχανίας, επιδιώκει μονάχα τη δική του ασφάλεια. Και κατευθύνοντας έτσι τη βιομηχανία αυτή καθώς τα προϊόντα της μπορεί να έχουν μεγάλη αξία, επιδιώκει μονάχα το δικό του κέρδος, και καθοδηγείται από ένα αόρατο χέρι που προωθεί σκοπούς που δεν ήταν στην πρόθεσή του. Ούτε είναι πάντα χειρότερο για την κοινωνία που δεν ήταν μέρος της. Μέσα από την επιδίωξη του δικού του συμφέροντος, συχνά προωθεί το συμφέρον της κοινωνίας πιο αποτελεσματικά από όταν ηθελημένα προωθεί το τελευταίο. Ποτέ δεν είδα να γίνεται καλό από όσους επικαλέστηκαν το εμπόριο για το κοινό καλό. Είναι πράγματι μια επιτήδευση, όχι πολύ συχνή στους εμπόρους και πολύ λίγα λόγια αρκούν στο να τους αποθαρρύνει από αυτήν.    

Όσοι θεωρούν την παραπάνω δήλωση το κεντρικό μήνυμα του Σμιθ αναφέρονται επιπλέον και σε αυτό το ρητό του[81]:

    Δεν περιμένουμε το δείπνο μας από την καλοσύνη του κρεοπώλη, του ζυθοποιού ή του αρτοποιού, αλλά από τη έγνοια που έχουν για το δικό τους συμφέρον. Απευθυνόμαστε στη φιλαυτία τους, όχι στην ανθρωπιά τους και ποτέ δεν τους μιλάμε για τις ανάγκες μας αλλά για τα πλεονεκτήματά τους.    

The first page of a book
Η πρώτη σελίδα του Πλούτου των Εθνών, έκδοση Λονδίνου, 1776

Η δήλωση του Σμιθ πάνω στα οφέλη ενός «αόρατου χεριού» προφανώς έχει σκοπό να απαντήσει[εκκρεμεί παραπομπή] στον ισχυρισμό του Μπέρναρντ Μάντεβιλ περί «ιδιωτικών αμαρτιών» που μπορούν να μετατραπούν σε «δημόσια οφέλη»[82]. Καταδεικνύει την πίστη του Σμιθ ότι όταν το άτομο επιδιώκει την ιδιοτέλειά του, προωθεί με άμεσο τρόπο το καλό της κοινωνίας. Ο ιδιοτελής ανταγωνισμός στην ελεύθερη αγορά, υποστήριξε, θα τείνει να ανταμείψει την κοινωνία στο σύνολό της διατηρώντας χαμηλά τις τιμές, ενώ κτίζονται κίνητρα για μια ευρεία ποικιλία αγαθών και υπηρεσιών. Παρόλα ταύτα, ήταν επιφυλακτικός απέναντι στους επιχειρηματίες και προειδοποίησε για «τη συνωμοσία τους ενάντια στο κοινό ή κάποιο άλλο τέχνασμα με το οποίο μπορούν να ανεβάσουν τις τιμές»[83]. Επανειλημμένα, ο Σμιθ προανήγγειλε την αθέμιτη φύση των επιχειρηματικών συμφερόντων που μπορούν να σχηματίσουν σκευωρίες ή μονοπώλια, καθορίζοντας την υψηλότερη τιμή «που μπορεί να απομυζηθεί από τους αγοραστές»[84]. Ο Σμιθ επίσης προειδοποίησε ότι ένα πολιτικό σύστημα που κυριαρχείται από επιχειρηματίες επιτρέπει την συνωμοσία επιχειρήσεων και βιομηχανίας ενάντια στους καταναλωτές, με μηχανορραφίες των επιχειρηματιών στην απόκτηση επιρροής στην πολιτική και τη νομοθεσία. Το συμφέρον των κατασκευαστών και εμπόρων, σύμφωνα με τον Σμιθ «είναι πάντα διαφορετικό ή και αντίθετο από αυτό του κοινού... Η πρόταση οποιουδήποτε νέου νόμου ή κανονισμού του εμπορίου που προκύπτει από αυτή την τάξη, θα έπρεπε να ακούγεται πάντοτε με μεγάλη επιφύλαξη, και δεν θα έπρεπε να επικυρώνεται έως ότου έχει εξεταστεί όχι μόνον διεξοδικά αλλά και καχύποπτα[85].

Το ενδιαφέρον των νεοκλασικών πάνω στη δήλωση του Σμιθ περί «αόρατου χεριού» προέρχεται από τη δυνατότητα να ειδωθεί ως πρόδρομος των νεοκλασικών οικονομικών και της θεωρίας Γενικής Ισορροπίας. Στο έργο του, ο Πολ Σάμιουελσον αναφέρεται στο «αόρατο χέρι» του Σμιθ 6 φορές. Για να δώσει έμφαση σε αυτή τη σχέση, ο Σάμιουελσον[86] αναφέρει το «αόρατο χέρι» του Σμιθ μιλώντας για «γενικό συμφέρον» όπου ο Σμιθ γράφει «δημόσιο συμφέρον». Ο Σάμιουελσον[87] καταλήγει πως «ο Σμιθ δεν κατόρθωσε να αποδείξει την ουσία του δόγματος του αόρατου χεριού. Πράγματι, μέχρι τη δεκαετία του 1940 κανείς δεν ήξερε πώς να αποδείξει, ακόμη και να δηλώσει κατάλληλα, τον πυρήνα της αλήθειας σε αυτή την πρόταση για μια τέλεια ανταγωνιστική αγορά».

Οι κλασικοί οικονομολόγοι, αντιθέτως, βλέπουν στις πρώτες προτάσεις του Σμιθ στον το πρόγραμμά του για την προώθηση του «Πλούτου των Εθνών». Λαμβάνοντας την έννοια της οικονομίας από τη σχολή των φυσιοκρατών ως μια κυκλική διαδικασία σημαίνει πως για να υπάρξει ανάπτυξη, οι εισροές της περιόδου 2 πρέπει να υπερέχουν των εισροών της περιόδου 1. Επομένως οι αποδόσεις της περιόδου 1 που δεν χρησιμοποιήθηκαν ως εισροές της περιόδου 2 αντιμετωπίζονται ως μη παραγωγική εργασία εφόσον δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη. Αυτό έμαθε ο Σμιθ πλάι στον Κενέ στη Γαλλία. Πάνω στη γαλλική πρόβλεψη ότι η μη παραγωγική εργασία πρέπει να απωθείται ώστε να χρησιμοποιηθεί περισσότερη εργασία παραγωγικά, ο Σμιθ πρόσθεσε τη δική του πρόταση, η παραγωγική εργασία να γίνεται ακόμη πιο παραγωγική εμβαθύνοντας τον καταμερισμό εργασίας. Αυτό θα σημάνει υπό ανταγωνισμό χαμηλότερες τιμές, και συνεπώς διευρυμένες αγορές. Οι διευρυμένες αγορές και η αυξημένη παραγωγή θα οδηγήσει σε νέα βήματα για την αναδιοργάνωση της παραγωγής και την εφεύρεση νέων τρόπων παραγωγής οι οποίοι με τη σειρά τους μειώνουν τις τιμές κ.ο.κ. Το κεντρικό μήνυμα του Σμιθ, λοιπόν, είναι πως υπό δυναμικό ανταγωνισμό μια αναπτυσσόμενη μηχανή εξασφαλίζει τον «Πλούτο των Εθνών». Προέβλεψε την εξέλιξη της Αγγλίας σε εργαστήριο του Κόσμου, αποκλείοντας όλους της τους ανταγωνιστές. Οι εισαγωγικές φράσεις του «Πλούτου των Εθνών» συνοψίζουν αυτή την πολιτική:

    Η ετήσια εργασία κάθε έθνους είναι το ταμείο που του παρέχει αρχικά όλα τις απαιτήσεις και τις ανέσεις της ζωής που καταναλώνει ετησίως ... Αυτός ο καρπός... αναφέρεται στο, μεγαλύτερο ή μικρότερο, ποσοστό όσων τον καταναλώσουν... όμως αυτό το ποσοστό οφείλει να ρυθμίζεται από κάθε έθνος υπό δυο συνθήκες:

  • πρώτον, από την ικανότητα, την επιδεξιότητα και την κρίση με την οποία η εργασία συνήθως εφαρμόζεται, και
  • δεύτερον, με την αναλογία μεταξύ του αριθμού όσων απασχολούνται σε χρήσιμη εργασία και εκείνων που δεν απασχολούνται[88].    

Κριτική και διαφωνίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άλφρεντ Μάρσαλ άσκησε κριτική στον ορισμό του Σμιθ για την οικονομία σε πολλά σημεία. Επιχειρηματολόγησε ότι ο άνθρωπος θα πρέπει να είναι το ίδιο σημαντικός όσο το χρήμα, οι υπηρεσίες είναι το ίδιο σημαντικές όσο τα προϊόντα, και ότι πρέπει να υπάρχει έμφαση στην ανθρώπινη ευημερία, αντί απλά στην ευημερία.

Ο Νομπελίστας Οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς λέει, αναφορικά με μια από τις πιο γνωστές ιδέες του Σμιθ: «ο λόγος που το αόρατο χέρι συχνά φαίνεται αόρατο είναι διότι συχνά δεν είναι εκεί[89]».

Άλλα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A burial
Ο τάφος του Άνταμ Σμιθ στο Canongate Kirkyard

Λίγο πριν το θάνατό του, ο Σμιθ κατέστρεψε όλα του τα χειρόγραφα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, φαίνεται ότι σχεδίαζε δύο μεγάλες πραγματείες, μία για τη θεωρία και την ιστορία του δικαίου και μία για τις επιστήμες και τις τέχνες. Το έργο του Δοκίμια επί Φιλοσοφικών θεμάτων (Essays on Philosophical Subjects) που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον, μια ιστορία της αστρονομίας ως την εποχή του Σμιθ, καθώς και μερικές σκέψεις του για την αρχαία φυσική και μεταφυσική, προφανώς περιέχουν μέρη αυτού που θα γινόταν η τελευταία πραγματεία του. Οι Διαλέξεις Νομολογίας (Lectures on Jurisprudence) ήταν σημειώσεις από πρώιμες διαλέξεις του Σμιθ, καθώς και ένα αρχικό σχέδιο του Πλούτου των Εθνών, το οποίο δημοσιεύτηκε ως μέρος της Έκδοσης της Γλασκώβης του 1976 με τα έργα και την αλληλογραφία του. Άλλα έργα του, συμπεριλαμβανομένων αυτών που δημοσιεύτηκαν μετά θάνατον, περιλαμβάνουν τις Διαλέξεις επί της Δικαιοσύνης, Αστυνομίας, Εισοδήματος και Όπλων (Lectures on Justice, Police, Revenue, and Arms) (1763, πρώτη έκδοση το 1896) και Δοκίμια επί Φιλοσοφικών Θεμάτων (Essays on Philosophical Subjects) (1795)[90].

Έργα του μεταφρασμένα στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην οικονομία και την ηθική φιλοσοφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο «Πλούτος των Εθνών» ήταν ένας πρόδρομος του σύγχρονου ακαδημαϊκού κλάδου της οικονομίας. Σε αυτό και σε άλλα έργα, Σμιθ ανέπτυξε πώς το ορθολογικό προσωπικό συμφέρον και ο ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσουν σε οικονομική ευημερία. Ο Σμιθ ήταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην εποχή του και η γενική προσέγγιση και το ύφος γραφής του ήταν συχνά αντικείμενο σάτιρας από Συντηρητικούς συγγραφείς που ακολουθούσαν την ηθικολογική παράδοση των Hogarth και Swift, όπως φαίνεται από μια συζήτηση στο Πανεπιστήμιο του Winchester[92]. Το 2005, Ο Πλούτος των Εθνών συμπεριλήφθηκε στα 100 καλύτερα Σκωτσέζικα βιβλία όλων των εποχών[93]. Η πρώην Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Μάργκαρετ Θάτσερ, λέγεται πως συνήθιζε να έχει ένα αντίγραφο του βιβλίου στην τσάντα της[94].

Υπό το φως των επιχειρημάτων που προέβαλε ο Smith και άλλοι θεωρητικοί της οικονομίας στη Βρετανία, η ακαδημαϊκή πίστη στο μερκαντελισμό άρχισε να μειώνεται στην Αγγλία στα τέλη του 18ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, η Βρετανία αποδέχθηκε το ελεύθερο εμπόριο και την laissez-faire οικονομία (που κακώς αποδίδεται στον Σμιθ, καθώς πρόκειται για φυσιοκρατικό δόγμα που υιοθετήθηκε τον 19ο αιώνα από τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό) και μέσω της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποίησε την εξουσία της για να διαδώσει σε όλο τον κόσμο ένα ευρέως φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο, που χαρακτηρίζονταν από άνοιγμα των αγορών, και διεθνές και εγχώριο εμπόριο σχετικά χωρίς εμπόδια[95].

Ο George Stigler αποδίδει στον Σμιθ «την πιο σημαντική και ουσιαστική στο σύνολο της πρόταση των Οικονομικών Επιστημών». Κι αυτή είναι ότι, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, οι ιδιοκτήτες των πόρων (για παράδειγμα εργασίας, γης και κεφαλαίου) θα τους χρησιμοποιούν πιο αποδοτικά, με αποτέλεσμα την ίση απόδοση σε ισορροπία για όλες τις χρήσεις, προσαρμοσμένη στις εμφανείς διαφορές που προκύπτουν από παράγοντες όπως η εκπαίδευση, η εμπιστοσύνη, οι συνθήκες διαβίωσης, και η ανεργία[96].

Ο Πολ Σάμιουελσον βρίσκει στην πλουραλιστική χρήση της προσφοράς και της ζήτησης του Σμιθ, όπως εφαρμόζεται σε μισθούς, ενοίκια και κέρδη, έναν έγκυρο και πολύτιμο πρόδρομο της θεωρίας της γενικής ισορροπίας του Βαλράς έναν αιώνα αργότερα. Η κατά τον Σμιθ χορήγηση μισθολογικών αυξήσεων, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, από τη συσσώρευση κεφαλαίου και την εφεύρεση, προσδίδει ένα ρεαλισμό που αργότερα χάθηκε από τους Μάλθους, Ρικάρντο, και Καρλ Μαρξ στις προτάσεις τους περί μίας άκαμπτης θεωρίας υπόστασης των μισθών στην προσφορά εργασίας[97].

Από την άλλη, ο Γιόζεφ Σουμπέτερ απέρριψε την συνεισφορά του Σμιθ ως κοινότυπη, λέγοντας «οι περιορισμένες δυνατότητές του τον κατέστησαν επιτυχημένο. Αν ήταν περισσότερο ευφυής, δεν θα είχε ληφθεί τόσο σοβαρά. Αν είχε σκάψει πιο βαθιά, θα είχε αποκαλύψει μια πιο σκοτεινή αλήθεια, αν είχε χρησιμοποιήσει πιο σύνθετες και ευρηματικές μεθόδους, δεν θα είχε γίνει κατανοητός. Αλλά δεν είχε τέτοιες φιλοδοξίες· στην πραγματικότητα αντιπαθούσε ό,τι πήγαινε πέρα από τον κοινό νου. Ποτέ δεν έγραψε κάτι που θα ήταν δύσκολο να αντιληφθούν ακόμη και οι πιο χαζοί αναγνώστες του. Τους κατεύθυνε ήπια, ενθαρρύνοντάς τους με κοινοτοπίες και οικείες παρατηρήσεις, κάνοντάς τους να αισθάνονται άνετα σε όλη τη διάρκεια[98]».

Οι κλασικοί οικονομολόγοι παρουσίασαν ανταγωνιστικές θεωρίες εκείνων του Σμιθ, που ονομάστηκαν «εργασιακή θεωρία της αξίας». Μεταγενέστερες μαρξιστικές οικονομικές θεωρίες που κατάγονται από τα κλασικά οικονομικά χρησιμοποιούν επίσης εν μέρει τις εργασιακές θεωρίες του Σμιθ. Ο πρώτος τόμος του μεγαλύτερου έργου του Μαρξ, του «Κεφαλαίου», εκδόθηκε στα γερμανικά το 1867. Σε αυτό, ο Μαρξ επικεντρώθηκε στην εργασιακή θεωρία της αξίας και ό,τι θεωρείται ότι είναι η εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο[99][100]. Η εργασιακή θεωρία της αξίας έκρινε ότι η αξία ενός αντικειμένου προσδιορίζεται από την εργασία που χρειάστηκε κατά την παραγωγή του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το σύγχρονο ισχυρισμό των νεοκλασικών οικονομικών, ότι η αξία ενός πράγματος καθορίζεται από το τι είναι διατεθειμένος να πληρώσει κάποιος για να αποκτήσει το αντικείμενο.

A brown building
Το θέατρο Άνταμ Σμιθ στην πατρίδα του, το Κιρκάλντυ

Το σώμα της θεωρίας που αργότερα ονομάστηκε «νεοκλασικά οικονομικά» ή «marginalism» σχηματίζεται περίπου από το 1870 έως το 1910. Ο όρος «οικονομία» διαδόθηκε από τους νεοκλασικούς οικονομολόγους, όπως ο Alfred Marshall ως συνοπτικό συνώνυμο του όρου «οικονομική επιστήμη» και υποκατάστατο του προγενέστερου, ευρύτερου όρου «πολιτική οικονομία» που χρησιμοποιείται από τον Σμιθ[101][102]. Αυτό ανταποκρινόταν στην επίδραση των μαθηματικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται στις φυσικές επιστήμες[103].Τα νεοκλασικά οικονομικά συστηματοποίησαν την προσφορά και τη ζήτηση, ως τους από κοινού καθοριστικούς παράγοντες της τιμής και της ποσότητας στην ισορροπία της αγοράς, που επηρεάζουν τόσο την κατανομή της παραγωγής, όσο και την κατανομή του εισοδήματος. Απαλλάχθηκαν έτσι από την εργασιακή θεωρία της αξίας μέσω της οποία ο Σμιθ ταυτίστηκε με την κλασική πολιτική οικονομία, υπέρ μιας θεωρίας οριακής χρησιμότητας της αξίας από την πλευρά της ζήτησης και μια πιο γενική θεωρία του κόστους από την πλευρά της προσφοράς[104].

Η διακοσιοστή επέτειος από την έκδοση του «Πλούτου των Εθνών» γιορτάστηκε το 1976 και είχε ως αποτέλεσμα την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος όλης της ακαδημαϊκής κοινότητας για τη «θεωρία των ηθικών συναισθημάτων» και άλλων έργων του Σμιθ. Έτσι μετά το 1976, ο Σμιθ παρουσιάζεται τις περισσότερες φορές ως ο συγγραφέας τόσο του «Πλούτου των Εθνών» όσο και της «Θεωρίας των ηθικών συναισθημάτων», και ως εκ τούτου παρουσιάζεται ως ο θεμελιωτής της ηθικής φιλοσοφίας και της επιστήμης της οικονομίας. O homo economicus (ή «οικονομικός άνθρωπος») του Άνταμ Σμιθ επίσης παρουσιάζεται πιο συχνά ως ένα ηθικό άτομο. Επιπλέον, οι οικονομολόγοι David Levy και η Σάντρα Peart στο άρθρο «Η μυστική ιστορία της μελαγχολικής επιστήμης» τονίζουν την αντίθεσή του στην ιεραρχία και τις πεποιθήσεις της ανισότητας, συμπεριλαμβανομένης και της φυλετικής ανισότητας, και παρέχουν πρόσθετη υποστήριξη σε όσους υπογραμμίζουν την αντίθεσή Σμιθ προς τη δουλεία, την αποικιοκρατία, και την αυτοκρατορία[105]. Δείχνουν καρικατούρες του Σμιθ, που ζωγραφίζουν οι αντίπαλοι των απόψεών του σχετικά με την ιεράρχηση και την ανισότητα. Τονίζονται επίσης οι δηλώσεις Σμιθ περί της ανάγκης για υψηλούς μισθούς για τους φτωχούς, καθώς και περί της προσπάθειας για να κρατηθούν οι μισθοί σε χαμηλά επίπεδα. Στο «Η ματαιοδοξία του Φιλοσόφου»: Από την Ισότητα στην Ιεραρχία στα Μετακλασικά Οικονομικών οι Peart και Levy επικαλούνται, επίσης, την άποψη του Smith ότι ένας κοινός αχθοφόρος του δρόμου δεν ήταν πνευματικά κατώτερος ενός φιλοσόφου[106], και επισημαίνουν την ανάγκη για μεγαλύτερη αναγνώριση των απόψεων της κοινής γνώμης σε συζητήσεις για θέματα επιστήμης άλλα και θέματα που σήμερα μπορεί να θεωρηθούν τεχνικά. Αναφέρουν επίσης την αντίθεσή του Σμιθ στη συχνά εκφρασμένη άποψη ότι η επιστήμη είναι ανώτερη από την κοινή λογική[107].

Ο Σμιθ επίσης εξήγησε την σχέση μεταξύ της αύξησης της ιδιωτικής περιουσίας και της αστικής κυβέρνησης[108]:

    Οι άνθρωποι μπορεί να ζήσουν μαζί σε μια κοινωνία με κάποιο ανεκτό βαθμό ασφάλειας, αν και δεν υπάρχει κάποιος δημόσιος δικαστής να τους προστατεύσει από την αδικία αυτών των παθών. Αλλά η πλεονεξία και η φιλοδοξία των πλουσίων και των φτωχών το μίσος για την εργασία και η αγάπη για την παρούσα ευκολία και ευχαρίστηση, είναι τα πάθη που παρακινούν στο να εισβάλουν στην περιουσία, πάθη πολύ πιο σταθερά στη λειτουργία τους και πολύ πιο παγκόσμια στην επιρροή τους. Όπου υπάρχει μεγάλη περιουσία, υπάρχει μεγάλη ανισότητα. Για κάθε πολύ πλούσιο άνθρωπο πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον πεντακόσιοι φτωχοί, και η ευημερία των λίγων προϋποθέτει την ένδεια των πολλών. Η ευημερία του πλουσίου διεγείρει την αγανάκτηση των φτωχών, που συχνά οδηγούνται από την ανέχεια και παρακινούνται από τον φθόνο, να εισβάλουν στην περιουσία του. Μόνο κάτω από την προστασία του δικαστή ο ιδιοκτήτης μιας πολύτιμης περιουσίας, που έχει αποκτηθεί με την εργασία πολλών ετών, ή ίσως πολλών γενεών, μπορεί να κοιμηθεί έστω και μια νύχτα ασφαλής. Πάντα περικυκλώνεται από άγνωστους εχθρούς, τους οποίους αν και ποτέ δεν προκάλεσε, δεν μπορεί να κατευνάσει και από την αδικία των οποίων μπορεί να προστατευθεί μόνο μέσω της ισχύος του δημόσιου δικαστού, που είναι πάντα εναργής, ώστε να την τιμωρήσει. Οπότε, η απόκτηση πολύτιμης και σημαντικής περιουσίας απαιτεί την εγκαθίδρυση της δημόσιας διοίκησης. Όπου δεν υπάρχει περιουσία, ή τουλάχιστον καμία που να ξεπερνά την αμοιβή δυο ή τριών ημερών εργασίας, η δημόσια διοίκηση δεν χρειάζεται. Η δημόσια διοίκηση προϋποθέτει κάποια υποταγή. Αλλά όπως η ανάγκη της δημόσιας διοίκησης σταδιακά αυξάνεται με την απόκτηση πολύτιμης περιουσίας, έτσι και οι κύριοι λόγοι που φυσικά εισάγουν την ιδέα της υποταγής σταδιακά μεγαλώνουν με την αύξηση της πολυτίμου ιδιοκτησίας (…) Άτομα κατώτερου πλούτου ενώνονται για να υπερασπίσουν αυτούς του ανώτερου πλούτου στην κατοχή του, ώστε αυτοί με τον ανώτερο πλούτο να συνασπιστούν για να τους υπερασπιστούν στην απόκτηση του δικού τους. Όλοι οι μικρότεροι βοσκοί αισθάνονται ότι η ασφάλεια των κοπαδιών τους εξαρτάται από την ασφάλεια των μεγαλοβοσκών. Ότι η διατήρηση της μικρότερης εξουσίας τους εξαρτάται από την διατήρηση της δικής του μεγαλύτερης εξουσίας, και η εξουσία του να κρατά τους κατώτερους τους σε υποταγή προς αυτούς εξαρτάται από την υποταγή τους σε αυτόν. Απαρτίζουν ένα είδος μικρών ευγενών, που ενδιαφέρονται να προφυλάσσουν την περιουσία και να προστατεύουν την εξουσία του μικρού τους άρχοντα, έτσι ώστε αυτός να μπορεί να υπερασπίζεται την περιουσία τους και να υποστηρίζει την εξουσία τους. Η δημόσια διοίκηση στο βαθμό που έχει καθιδρυθεί για την ασφάλεια της περιουσίας, στην πραγματικότητα έχει καθιδρυθεί για την προστασία των πλουσίων από τους φτωχούς ή αυτών που έχουν κάποια περιουσία απ’ αυτούς που δεν έχουν καθόλου.    

Πορτραίτα, μνημεία και χαρτονομίσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άνταμ Σμιθ έχει αποθανατιστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο σε χαρτονομίσματα που έχουν τυπωθεί από δυο διαφορετικές τράπεζες. Το πορτραίτο του έχει προβληθεί από το 1981 στο χαρτονόμισμα 50 λιρών που έχει εκδοθεί από την Clydesdale Bank στην Σκωτία[109][110] και τον Μάρτιο του 2007 η εικόνα του Σμιθ προβλήθηκε επίσης στην καινούργια σειρά των χαρτονομισμάτων των 20 λιρών που εκδόθηκε από την Τράπεζα της Αγγλίας, κάνοντας τον τον πρώτο Σκωτσέζο που εμφανίστηκε σε Αγγλικό χαρτονόμισμα[111].

Στις 4 Ιουλίου 2008 έγιναν στο Εδιμβούργο τα αποκαλυπτήρια ενός μεγάλης κλίμακας μνημείου του Άνταμ Σμιθ, έργου του Alexander Stoddart. Πρόκειται για ένα χάλκινο γλυπτό ύψους τριών μέτρων που βρίσκεται πάνω από το Royal Mile, έξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Giles, στην πλατεία του Κοινοβουλίου, κοντά στο Mercat cross[112]. Ο γλύπτης του 20ου αιώνα Jim Sanborn (περισσότερο γνωστός για το γλυπτό Kryptos στην CIA) έχει δημιουργήσει πολλαπλά κομμάτια που προβάλλουν τη δουλειά του Σμιθ. Στο Central Connecticut State University υπάρχει το «κυκλοφορούν κεφάλαιο», ένας ψηλός κύλινδρος που προβάλλει ένα μέρος του Πλούτου των Εθνών στο κατώτερο ήμισύ του, ενώ στο ανώτερο υπάρχει το ίδιο κείμενο, αλλά σε δυαδική μορφή[113]. Στο Πανεπιστήμιο της Βορείου Καρολίνας στο Σάρλοτ, έξω από το Κολλέγιο Διοίκησης Επιχειρήσεων Belk, υπάρχει η σβούρα του Άνταμ Σμιθ[114][115]. Ένας άλλος ανδριάντας του Άνταμ Σμιθ βρίσκεται στο Cleveland State University[116]. Επίσης παρουσιάζεται σαν αφηγητής στο θεατρικό έργο του 2013 The Low Road, που εστιάζεται σε έναν υπερασπιστή των laissez-faire οικονομικών στα τέλη του 18ου αιώνα, αλλά πλαγίως πραγματεύεται την οικονομική κρίση του 2007-2008 και την ύφεση που ακολούθησε – στην πρεμιέρα τον ρόλο υποδύθηκε ο Bill Paterson.

Κατοικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Άνταμ Σμιθ έζησε στο Panmure house από το 1778 μέχρι το 1790. Αυτή η κατοικία έχει τώρα αγορασθεί από το Edinburgh Business School του Heriot Watt University και έχει αρχίσει η προσέλκυση πόρων για την αποκατάσταση του[117][118]. Μέρος του βόρειου τμήματος του αρχικού κτιρίου φαίνεται ότι κατεδαφίστηκε κατά τον 19ο αιώνα για να γίνει χώρος για ένα σιδηρουργείο.

Ως σύμβολο της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A sculpture of an upside down cone
Adam Smith's Spinning Top, γλυπτό του Jim Sanborn στο Cleveland State University

Οι υποστηρικτές των πολιτικών της ελεύθερης αγοράς, απέδωσαν στον Σμιθ τη φήμη του ιδρυτή της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Η άποψη αυτή αντανακλάται και στα ονόματα διαφόρων οργανισμών όπως το Ινστιτούτο Άνταμ Σμιθ στο Λονδίνο, η Εταιρεία Άνταμ Σμιθ[119] και ο Αυστραλιανός Όμιλος Άνταμ Σμιθ[120], αλλά και σε όρους όπως η γραβάτα Άνταμ Σμιθ[121].

Ο Άλαν Γκρήνσπαν ισχυρίζεται ότι, ενώ ο Σμιθ δεν επενόησε τον όρο laissez-faire, «είχε αφεθεί στον Άνταμ Σμιθ να ταυτοποιήσει το γενικότερο σύνολο αρχών οι οποίες ξεκαθάρισαν εννοιολογικώς το φαινομενικό χάος των εμπορικών συναλλαγών». Ο Γκρήνσπαν συνεχίζει λέγοντας ότι ο «Πλούτος των Εθνών» ήταν «ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ιστορίας της ανθρώπινης διανόησης»[122]. Ο P. J. O'Rourke περιγράφει τον Σμιθ ως τον «θεμελιωτή της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς»[123].

Άλλοι συγγραφείς όμως ισχυρίζονται ότι η υποστήριξη του Σμιθ προς το laissez-faire (γαλλική έκφραση που σημαίνει «αφήστε το να γίνει», δηλαδή «αφήστε τους ανθρώπους να ενεργήσουν μόνοι τους, χωρίς παρεμβάσεις»), έχει υπερτονισθεί. Ο Herbert Stein έγραψε ότι «όσοι φορούν γραβάτα Άνταμ Σμιθ» το κάνουν για να «δηλώσουν την αφοσίωσή τους στην ιδέα των ελεύθερων αγορών και στον περιορισμένο ρόλο της κυβέρνησης» και αυτό διαστρεβλώνει τις ιδέες του Σμιθ. Ο Στάιν γράφει ότι ο Σμιθ «δεν ήταν απόλυτος ή δογματικός όσον αφορά σε αυτή την ιδέα. Αντιμετώπιζε τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στην αγορά με μεγάλο σκεπτικισμό... ήταν όμως έτοιμος να δεχτεί ή να προτείνει εξειδικεύσεις στην πολιτική αυτή, στις ειδικές εκείνες περιπτώσεις των οποίων το τελικό αποτέλεσμα θεωρούσε ότι θα ήταν θετικό και δεν θα υπονόμευε τον ελεύθερο χαρακτήρα του συστήματος. Δεν φορούσε γραβάτα Άνταμ Σμιθ». Κατά την ερμηνεία του Στάιν, ο «Πλούτος των Εθνών» θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ύπαρξη της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων ( Food and Drug Administration), της Επιτροπής Ασφαλείας Καταναλωτικών Προϊόντων (Consumer Product Safety Commission), την υποχρεωτική καταβολή εισφορών περίθαλψης από τους εργοδότες, το κίνημα της προστασίας του περιβάλλοντος και «την μεροληπτική φορολόγηση ώστε να αποτραπεί η ανάρμοστη ή πολυτελής συμπεριφορά»[124].

Ομοίως η Vivienne Brown δήλωσε στο περιοδικό The Εconomic Journal ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες του 20ού αιώνα οι θιασώτες της οικονομικής πολιτικής του Προέδρου Ρήγκαν, η εφημερίδα Wall Street Journal, καθώς και άλλες συναφείς πηγές, ευθύνονται για το σχηματισμό διαστρεβλωμένης εικόνας του Σμιθ, περιγράφοντάς τον ως «ακραίο δογματικό υπερασπιστή του καπιταλισμού laissez-faire και της οικονομίας της πλευράς της προσφοράς (supply-side economics[125]. Στην πραγματικότητα, «ο Πλούτος των Εθνών» περιλαμβάνει την ακόλουθη δήλωση αναφορικά με την πληρωμή φόρων:

    Οι πολίτες κάθε κράτους οφείλουν να συνεισφέρουν στη στήριξη της κυβέρνησης όσο είναι δυνατόν, κατ’ αναλογίαν με τις αντίστοιχες δυνατότητές τους, δηλαδή αναλογικώς με το εισόδημα το οποίο ο καθένας απολαμβάνει έχοντας την προστασία του κράτους[126].    

Ορισμένοι σχολιαστές ισχυρίστηκαν ότι τα έργα του Σμιθ υποστηρίζουν μιά κλιμακωτή, και όχι ενιαία, φορολογία εισοδήματος, και ότι ο ίδιος καθόρισε τους φόρους τους οποίους πίστευε ότι πρέπει να απαιτεί το κράτος, μεταξύ των οποίων οι φόροι επί των ειδών πολυτελείας και ο φόρος επί των ενοικίων[127].

Επιπροσθέτως, ο Σμιθ σκιαγράφησε τις αρμοδιότητες μιας κυβέρνησης στο Κεφάλαιο 1, του Πέμπτου Βιβλίου του Πλούτου των Εθνών. Μεταξύ αυτών που θεωρεί προαπαιτούμενα μιας κυβέρνησης είναι να διασφαλίζει την ισχύ των συμβάσεων και να παρέχει ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης, να χορηγεί διπλώματα ευρεσιτεχνίας, να διασφαλίζει την πνευματική ιδιοκτησία, να παρέχει δημόσια αγαθά όπως οι διάφορες υποδομές, να παρέχει την εθνική άμυνα και να ρυθμίζει το τραπεζικό σύστημα. Ήταν ο ρόλος της κυβέρνησης να παρέχει αγαθά «τέτοιας φύσης έτσι ώστε το κέρδος να μην μπορεί να αποσβέσει τη δαπάνη κανενός ιδιώτη», όπως δρόμους, γέφυρες, αρδευτικά κανάλια και λιμάνια. Ενθάρρυνε επίσης την καινοτομία και τις νέες ιδέες μέσω τις διασφάλισης των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και την υποστήριξη των μονοπωλίων της εμβρυικής βιομηχανίας της εποχής. Υποστήριξε τη δημόσια εκπαίδευση και τους θρησκευτικούς οργανισμούς επειδή παρέχουν γενικότερη ωφέλεια στην κοινωνία. Τέλος περιέγραψε το πως η κυβέρνηση οφείλει να υποστηρίζει την αξιοπρέπεια του μονάρχη ή του ανώτατου δικαστή, έτσι ώστε αυτοί να είναι ίσοι ή υπεράνω του κοινού ως προς το επίπεδο διαβίωσης. Δηλώνει δε ότι στους μονάρχες πρέπει να παρέχονται περισσότερα μέσα απ’ ό,τι στους δικαστές σε μιά δημοκρατία γιατί «φυσικά περιμένουμε περισσότερη λαμπρότητα στην αυλή ενός βασιλέως απ’ ό,τι στο αρχοντικό ενός δόγη[128]. Επιπροσθέτως ήταν υπέρ των επιθετικών φορολογήσεων και πίστευε ότι αυτές μπορούν ενδεχομένως να προκαλέσουν τη μείωση των τιμών των αγαθών. Δήλωνε σχετικά στον «Πλούτο των Εθνών»:

    Η ανάκαμψη μιας μεγάλης αγοράς του εξωτερικού θα αντισταθμίσει και με το παραπάνω γενικά την μεταβατική ενόχληση που προκαλεί το αυξημένο κόστος για μικρό χρόνο ορισμένων αγαθών[129].    

Ιστορικοί της οικονομίας όπως ο Jacob Viner θεωρούν τον Σμιθ ως ισχυρό υπερασπιστή της ελεύθερης αγοράς και της περιορισμένης κυβέρνησης (αυτό που ο Σμιθ αποκαλούσε «φυσική ελευθερία») αλλά όχι ως δογματικό υποστηρικτή του laissez-faire[130].

Ο οικονομολόγος Daniel Klein θεωρεί ότι η χρήση των όρων «οικονομία της ελεύθερης αγοράς» ή «οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς» ώστε να ταυτοποιηθούν οι ιδέες του Σμιθ, είναι πολύ γενική και προς λάθος κατεύθυνση. Ο Klein δίνει έξι κεντρικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας της οικονομικής σκέψης του Σμιθ και ισχυρίζεται ότι είναι αναγκαίο ένα νέο όνομα το οποίο θα περιγράφει ακριβέστερα την ταυτότητα της οικονομικής σκέψης του Σμιθ[131][132]. Ο οικονομολόγος Ντέηβιντ Ρικάρντο (David Ricardo) ξεκαθάρισε μερικές από τις λάθος αντιλήψεις σχετικά με τις απόψεις του Σμιθ για την ελεύθερη αγορά. Οι περισσότεροι πέφτουν ακόμη θύματα της ιδέας ότι ο Σμιθ ήταν οικονομολόγος της ελεύθερης αγοράς, χωρίς καμία εξαίρεση, αν και κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Ρικάρντο έδειξε ότι ο Σμιθ υποστήριξε τη βοήθεια προς της εμβρυακές βιομηχανίες. Ο Σμιθ πίστευε πως η κυβέρνηση έπρεπε να επιχορηγεί τις νέες βιομηχανίες, φοβόταν όμως πως όταν αυτές ενηλικιώνονταν, θα ήταν απρόθυμες να απογαλακτισθούν από την κυβερνητική βοήθεια[133]. Ο Σμιθ υποστήριζε επίσης τη φορολόγηση των εισαγομένων αγαθών ως αντιστάθμιση των εσωτερικών φόρων επί του ιδίου αγαθού. Ο Σμιθ επίσης υποχώρησε στην πίεση και υποστήριξε ορισμένους φόρους υπέρ της εθνικής άμυνας[133]. Ορισμένοι, μεταξύ των οποίων και η Emma Rothschild, υποστήριξαν ότι ο Σμιθ ήταν υπέρ ενός ελαχίστου μισθού[134].

Όμως, ο Σμιθ είχε γράψει στο βιβλίο του «Ο Πλούτος των Εθνών»:

    Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αξία της εργασίας δεν μπορεί να εξακριβωθεί με μεγάλη ακρίβεια πουθενά• συχνά διαφορετικό τίμημα καταβάλλεται στον ίδιο τόπο και για την ίδια εργασία, όχι μόνο αναλόγως των ικανοτήτων του εργαζόμενου, αλλά αναλόγως της ευκολίας ή της σκληρότητας του εργοδότη. Εκεί όπου οι μισθοί δεν καθορίζονται από το νόμο, το μόνο το οποίο μπορούμε να παριστάνουμε ότι προσδιορίζουμε, είναι οι συνηθέστεροι [μισθοί]• και η εμπειρία φαίνεται να δείχνει ότι ο νόμος ποτέ δεν μπορεί να καθορίσει τους μισθούς σωστά, παρά το ότι συχνά διατείνεται ότι το επιτυγχάνει.    

(Πηγή: Ο Πλούτος των Εθνών, Βιβλίο 1, Κεφάλαιο 8)

Ο Σμιθ σημείωσε επίσης την ανισότητα της διαπραγματευτικής ισχύος[135]:

    Ένας γεωκτήμονας, ένας γεωργός, ένας τεχνίτης, ένας έμπορος, εάν δεν απασχολήσουν κανένα εργαζόμενο, μπορούν γενικά να ζήσουν για ένα – δύο χρόνια, με το απόθεμα που έχουν δημιουργήσει. Πολλοί εργάτες δεν μπορούν να αντέξουν ούτε για μία εβδομάδα, λίγοι για ένα μήνα και ελάχιστοι για ένα χρόνο, χωρίς εργασία. Μακροπρόθεσμα ο εργαζόμενος είναι απαραίτητος για τον εργοδότη όπως και ο εργοδότης για τον εργαζόμενο, αλλά η πρώτη από τις δύο αυτές ανάγκες δεν είναι τόσο άμεση.    

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στο έργο του Η ζωή του Άνταμ Σμιθ (Life of Adam Smith), ο Ρέι γράφει: «στα τέσσερα χρόνια του, και ενώ επισκεπτόταν τον παππού του στο Strathendry στις όχθες του Leven, [ο Σμιθ] απήχθη από διερχόμενη ομάδα τσιγγάνων και για κάποιο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να βρεθεί. Σύντομα όμως εμφανίστηκε ένας κύριος, ο οποίος λίγα μίλια πιο πριν είχε συναντήσει στο δρόμο μια τσιγγάνα που κουβαλούσε ένα παιδί που έκλαιγε αξιολύπητα. Αμέσως στάλθηκαν ανιχνευτές στην κατεύθυνση που υπέδειξε και συνάντησαν τη γυναίκα στο δάσος του Leslie. Μόλις τους είδε, έριξε κάτω το φορτίο της και δραπέτευσε, και το παιδί οδηγήθηκε πίσω στη μητέρα του. [Ο Σμιθ] θα μπορούσε να ήταν, φοβάμαι, ένας φτωχός τσιγγάνος»[10]
  2. Οι έξι εκδόσεις της Θεωρίας των Ηθικών Συναισθημάτων δημοσιεύτηκαν το 1759, 1761, 1767, 1774, 1781, και 1790 αντίστοιχα.[65]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Great Thinkers of the Scottish Enlightenment». http://www.bbc.co.uk/history/scottishhistory/enlightenment/features_enlightenment_enlightenment.shtml. 
  2. 2,0 2,1 Σμιθ (2012)
  3. 3,0 3,1 Σμιθ (1999) & Σμιθ (2010)
  4. Davis, William L, Bob Figgins, David Hedengren, and Daniel B. Klein. "Economic Professors' Favorite Economic Thinkers, Journals, and Blogs," Econ Journal Watch 8(2): 126–146, May 2011.[1]
  5. 100 Best Scottish Books, Adam Smith Retrieved 31 January 2012
  6. David Smith (2010) Free Lunch: Easily Digestible Economics p.43. Profile Books 2010
  7. 7,0 7,1 Rae 1895, σελ. 1
  8. Bussing-Burks 2003, σελίδες 38–39
  9. Buchan 2006, σελ. 12
  10. 10,0 10,1 10,2 Rae 1895, σελ. 5
  11. 11,0 11,1 11,2 Bussing-Burks 2003, σελ. 39
  12. Buchan 2006, σελ. 22
  13. Bussing-Burks 2003, σελ. 41
  14. Rae 1895, σελ. 24
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 Buchholz 1999, σελ. 12
  16. Introductory Economics. New Age Publishers. σελ. 4. ISBN 81-224-1830-9. 
  17. Rae 1895, σελ. 22
  18. Rae 1895, σελίδες 24–25
  19. 19,0 19,1 Bussing-Burks 2003, σελ. 42
  20. Buchan 2006, σελ. 29
  21. Scott, W. R. "The Never to Be Forgotten Hutcheson: Excerpts from W. R. Scott," Econ Journal Watch 8(1): 96–109, January 2011.[2]
  22. Rae 1895, σελ. 30
  23. Smith, A. ([1762] 1985). Lectures on Rhetoric and Belles Lettres [1762]. vol. IV of the Glasgow Edition of the Works and Correspondence of Adam Smith (Indianapolis: Liberty Fund, 1984). Accessed on 2012-02-16
  24. 24,0 24,1 Bussing-Burks 2003, σελ. 43
  25. Winch, Donald (September 2004). «Smith, Adam (bap. 1723, d. 1790)». en:Dictionary of National Biography. en:Oxford University Press. 
  26. Rae 1895, σελ. 42
  27. 27,0 27,1 Buchholz 1999, σελ. 15
  28. Buchan 2006, σελ. 67
  29. 29,0 29,1 29,2 29,3 29,4 Buchholz 1999, σελ. 16
  30. Buchholz 1999, σελίδες 16–17
  31. 31,0 31,1 31,2 Buchholz 1999, σελ. 17
  32. http://www.policonomics.com/adam-smith/
  33. Buchan 2006, σελ. 80
  34. Stewart, D., 1799, Essays on Philosophical Subjects, to which is prefixed An Account of the Life and Writings of the Author by Dugald Steward, F.R.S.E., Basil; από τα Transactions of the Royal Society of Edinburgh, Read by M. Steward, 21 Ιανουαρίου και 18 Μαρτίου 1793 στο: The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, 1982, τόμ. 3, σελ. 304 επόμ.
  35. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ο πληθυσμός της Γαλλίας συρρικνώθηκε κατά 4 εκατομμύρια και η αγροτική παραγωγή μειώθηκε κατά το 1/3 λόγω της αύξησης των φόρων. Cusminsky, Rosa, de Cendrero, 1967, Los Fisiócratas, Buenos Aires: Centro Editor de América Latina, σελ. 6
  36. 1701–1714 Πόλεμος της Ισπανικής Διαδοχής, 1688–1797 Πόλεμος της Μεγάλης Συμμαχίας, 1672–1678 Γαλλοολλανδικός Πόλεμος, 1667–1668 Πόλεμος της Επανάκτησης, 1618–1648 Τριακονταετής Πόλεμος
  37. Smith, A., 1976, The Wealth of Nations επιμέλεια των R. & H. Campbell και A. & S. Skinner, The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. 2b, σελ. 678.
  38. Buchan 2006, σελ. 90
  39. Dr James Currie στον Thomas Creevey, 24 Φεβρουαρίου 1793, Lpool RO, Currie MS 920 CUR
  40. Buchan 2006, σελ. 89
  41. «First Visit to London». Library of Economics and Liberty. http://econlib.org/library/YPDBooks/Rae/raeLS10.html. Ανακτήθηκε στις 2008-05-22. 
  42. Buchan 2006, σελ. 128
  43. Buchan 2006, σελ. 133
  44. Buchan 2006, σελ. 137
  45. Buchan 2006, σελ. 145
  46. 46,0 46,1 46,2 Bussing-Burks 2003, σελ. 53
  47. 47,0 47,1 Buchan 2006, σελ. 25
  48. 48,0 48,1 Buchan 2006, σελ. 88
  49. Buchan 2006, σελ. 11
  50. Buchan 2006, σελ. 134
  51. Rae 1895, σελ. 262
  52. 52,0 52,1 52,2 Skousen 2001, σελ. 32
  53. 53,0 53,1 Buchholz 1999, σελ. 14
  54. Boswell's Life of Johnson, year 1780, footnote"
  55. Stewart, Dugald (1853). The Works of Adam Smith: With An Account of His Life and Writings. London: Henry G. Bohn. lxix. OCLC 3226570. http://books.google.com/?id=FbYCAAAAYAAJ. 
  56. Rae 1895, σελίδες 376–377
  57. Bonar 1895, σελ. xxi
  58. Ross 1995, σελ. 15
  59. "Times obituary of Adam Smith". The Times: http://en.wikisource.org/wiki/The_Times/1790/Obituary/Adam_Smith.+1790-07-24. 
  60. Coase 1976, σελίδες 529–546
  61. 61,0 61,1 Coase 1976, σελ. 538
  62. doi:10.1080/713765225
  63. «Hume on Religion». Stanford Encyclopedia of Philosophy. http://plato.stanford.edu/entries/hume-religion/. Ανακτήθηκε στις 2008-05-26. 
  64. Eric Schliesser (2003). "The Obituary of a Vain Philosopher: Adam Smith's Reflections on Hume's Life". Hume Studies 29 (2): 327–362. http://www.humesociety.org/hs/issues/v29n2/schliesser/schliesser-v29n2.pdf. 
  65. «Adam Smith, Glasgow Edition of the Works and Correspondence Vol. 1 The Theory of Moral Sentiments [1759»]. The Online Library of Liberty. http://oll.libertyfund.org/index.php?option=com_staticxt&staticfile=show.php%3Ftitle=192&Itemid=27. Ανακτήθηκε στις 2010-01-31. 
  66. Rae 1895
  67. Falkner, Robert (1997). «Βιογραφία του Σμιθ». Liberal Democrat History Group. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Ιουνίου 2008. http://www.liberalhistory.org.uk/item_single.php?item_id=37&item=biography. Ανακτήθηκε στις 2008-05-14. 
  68. Smith 2002, σελ. xv
  69. Viner 1991, σελ. 250
  70. Wight, Jonathan B. Saving Adam Smith. Upper Saddle River: Prentic-Hall, Inc., 2002.
  71. Robbins, Lionel. A History of Economic Thought. Princeton: Princeton University Press, 1998.
  72. Brue, Stanley L., and Randy R. Grant. The Evolution of Economic Thought. Mason: Thomson Higher Education, 2007.
  73. Υπάρχει τουλάχιστον μια ξεκάθαρη αντίθεση ανάμεσα στη «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων» και τον «Πλούτο των Εθνών»: Η λαιμαργία των γαιοκτημόνων είναι στο πρώτο ένα «αόρατο χέρι» που βοηθάει τους φτωχούς να μετέχουν στον πλούτο των γαιοκτημόνων. Στον «Πλούτο των Εθνών» εμφανίζεται ως η κατανάλωση της μη παραγωγικής εργασίας, η οποία περιορίζει την αύξηση του πλούτου.
  74. Cannan, Edwin (ed.), 1937, σελ. xxxix, Editor's Introduction, σελ. xxxviii–xli στο: Adam Smith, "An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations", N. Y.: Random House; "Οι αλλαγές αυτές [σε σχέση με προηγούμενες διαλέξεις του, λόγω της επίσκεψης στη Γαλλία] δεν διαφοροποιούν το έργο του Σμιθ όσο υποθέτουν κάποιοι. Η θεωρία της κατανομής, παρότι εμφανίζεται στον τίτλο του Βιβλίου I, δεν είναι και τόσο ουσιαστικό τμήμα του έργου του και μπορεί εύκολα να αποκοπεί ... Αλλά για μεταγενέστερους [κλασικούς] οικονομολόγους είχε μεγάλη σπουδαιότητα. Αυτοί σχηματοποίησαν τον τύπο της οικονομικής πραγματείας για τουλάχιστον έναν αιώνα»
  75. Smith, A., 1982 [1759], "Theory of Moral Sentiment", σελ. 184–5 in: The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. i", Oxford University Press.
  76. Hutcheson, F., 1787, "A Short Introduction to Moral Philosophy", Dublin: McKenzie, σελ. vii. Στο «Σύστημα» (1755), ο Χάτσενσον ξεκινά λέγοντας: «Πρόθεση της ηθικής φιλοσοφίας είναι να οδηγήσει τους ανθρώπους σε εκείνες τις ενέργειες που τείνουν περισσότερο αποτελεσματικά να ικανοποιήσουν τη μεγαλύτερη χαρά και τελειότητά τους» (Hutcheson, F., 1755, "A system of moral philosophy", Glasgow: Foulis). Στην «Έρευνα» ("Inquiry"), ο Χάτσενσον (1729, 180) εξηγεί: «Η πιο καλή ενέργεια είναι εκείνη που προξενεί τη μεγαλύτερη χαρά στον περισσότερο πληθυσμό» (Hutcheson, F., 1729, "An inquiry into the original of our ideas of beauty and virtue", London).
  77. Smith, A., 1976, The Wealth of Nations επιμέλεια των R. H. Campbell και A. S. Skinner, The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. 2a, σελ. 456.
  78. Smith, A., 1980, The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. 3, σελ. 49, επιμέλεια των W. P. D. Wightman και J. C. Bryce, Oxford: Claredon Press.
  79. Smith, A., 1976, The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. 1, σελ. 184–5, επιμέλεια των D. D. Raphael και A. L. Macfie, Oxford: Claredon Press.
  80. Smith, A., 1976, The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith, τόμ. 2a, σελ. 456, επιμέλεια των R. H. Cambell και A. S. Skinner, Oxford: Claredon Press.
  81. Smith, A., 1976, The Glasgow edition, τόμ. 2a, σελ. 26–7.
  82. Mandeville, B., 1724, The Fable of the Bees, London: Tonson.
  83. Smith, A., 1976, The Glasgow edition, τόμ. 2a, σελ. 145, 158.
  84. Smith, A., 1976, The Glasgow edition, τόμ. 2a, σελ. 79.
  85. Gopnik, Adam. "Market Man". en:The New Yorker (18 October 2010): 82. http://www.newyorker.com/arts/critics/books/2010/10/18/101018crbo_books_gopnik. Ανακτήθηκε στις 27 April 2011. 
  86. Samuelson, P. A./Nordhaus, William D., 1989, Economics, 13η έκδοση, N.Y. κλπ: McGraw-Hill, σελ. 825.
  87. Samuelson, P. A./Nordhaus, William D., 1989, όπ.π., σελ. 825.
  88. Smith, A., 1976, τόμ. 2a, σελ. 10, idem
  89. The Roaring Nineties, 2006
  90. Η Έκδοση της Γλασκώβης με τα έργα και την αλληλογραφία του Άνταμ Σμιθ (The Glasgow edition of the Works and Correspondence of Adam Smith), 1982, 6 τόμοι; http://oll.libertyfund.org/
  91. Κριτική του Joel Shelton
  92. «Adam Smith – Jonathan Swift». University of Winchester. http://journalism.winchester.ac.uk/?page=343. Ανακτήθηκε στις 2010-02-11. 
  93. 100 Best Scottish Books, Adam Smith Ανακτήθηκε 31 Ιανουαρίου 2012
  94. David Smith (2010) Free Lunch: Easily Digestible Economics σελ.43. Profile Books 2010
  95. L.Seabrooke (2006). "Global Standards of Market Civilization". σελ. 192. Taylor & Francis 2006
  96. Stigler, George J. (1976). "The Successes and Failures of Professor Smith," Journal of Political Economy, 84(6), σελ. 1202. P σελ. 1199–1213, επίσης δημοσιευμένο ως Selected Papers, αρ. 50 (PDF), Graduate School of Business, University of Chicago.
  97. Samuelson, Paul A. (1977). "A Modern Theorist's Vindication of Adam Smith," American Economic Review, 67(1), σελ. 42. Επανέκδοση από J.C. Wood, ed., Adam Smith: Critical Assessments, σελ. 498–509. Preview.
  98. Schumpeter History of Economic Analysis. New York: Oxford University Press. σελ. 185. 
  99. Roemer, J.E. (1987). "Marxian Value Analysis". The New Palgrave: A Dictionary of Economics, τόμ. 3, 383.
  100. Mandel, Ernest (1987). "Marx, Karl Heinrich", The New Palgrave: A Dictionary of Economics τόμ. 3, σελ. 372, 376.
  101. Marshall, Alfred; Marshall, Mary Paley (1879). The Economics of Industry. σελ. 2. http://books.google.com/?id=NLcJAAAAIAAJ&pg=PA1#PPA2,M1. 
  102. Jevons, W. Stanley (1879). The Theory of Political Economy (2nd έκδοση). σελ. xiv. http://books.google.com/?id=aYcBAAAAQAAJ&pg=PR3#PPR3,M1. 
  103. Clark, B. (1998). Political-economy: A comparative approach, 2η έκδοση, Westport, CT: Preagerp. σελ. 32.
  104. Campos, Antonietta (1987). "Marginalist Economics", The New Palgrave: A Dictionary of Economics, τόμ. 3, σελ. 320
  105. The Secret History of the Dismal Science (αγγλικά)
  106. Smith 1977, §Book I, Chapter 2
  107. The “Vanity of the Philosopher”: From Equality to Hierarchy in Postclassical Economics [3]
  108. Σμιθ (1999) & Σμιθ (2010) Βιβλίο 5, Κεφάλαιο 1, μέρος 2
  109. «Clydesdale 50 Pounds, 1981». Ron Wise's Banknoteworld. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 October 2008. http://aes.iupui.edu/rwise/banknotes/scotland/ScotlandP209-50Pounds-1981-donatedowl_f.jpg. Ανακτήθηκε στις 2008-10-15. 
  110. «Current Banknotes : Clydesdale Bank». The Committee of Scottish Clearing Bankers. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 3 October 2008. http://www.scotbanks.org.uk/banknotes_current_clydesdale_bank.php. Ανακτήθηκε στις 2008-10-15. 
  111. «Smith replaces Elgar on £20 note». BBC. 2006-10-29. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 April 2008. https://web.archive.org/web/20080406094648/http://news.bbc.co.uk/1/hi/business/6096938.stm. Ανακτήθηκε στις 2008-05-14. 
  112. Blackley, Michael (2007-09-26). "Adam Smith sculpture to tower over Royal Mile". en:Edinburgh Evening News. 
  113. Fillo, Maryellen (2001-03-13). "CCSU welcomes a new kid on the block". en:The Hartford Courant. 
  114. Kelley, Pam (1997-05-20). "Piece at UNCC is a puzzle for Charlotte, artist says". en:Charlotte Observer. 
  115. Shaw-Eagle, Joanna (1997-06-01). "Artist sheds new light on sculpture". en:The Washington Times. 
  116. «Adam Smith's Spinning Top». Ohio Outdoor Sculpture Inventory. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2005-02-05. https://web.archive.org/web/20050205065104/http://www.sculpturecenter.org/oosi/sculpture.asp?SID=1055. Ανακτήθηκε στις 2008-05-24. 
  117. «The restoration of Panmure House». http://www.adamsmith.org/blog/misc/the-restoration-of-panmure-house. 
  118. «Adam Smith's Home Gets Business School Revival». http://www.bloomberg.com/video/adam-smith-s-home-gets-business-school-revival-byl368j8Sii~TiQiBHwEyw.html. 
  119. «The Adam Smith Society». The Adam Smith Society. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007-07-21. https://web.archive.org/web/20070721032612/http://www.adamsmith.it/presentazione.html. Ανακτήθηκε στις 2008-05-24. 
  120. «The Australian Adam Smith Club». Adam Smith Club. http://www.adamsmithclub.org/. Ανακτήθηκε στις 2008-10-12. 
  121. Levy, David (June 1992). «Interview with Milton Friedman». Federal Reserve Bank of Minneapolis. http://www.minneapolisfed.org/publications_papers/pub_display.cfm?id=3748. Ανακτήθηκε στις 2008-09-01. 
  122. «FRB: Speech, Greenspan – Adam Smith – 6 February 2005». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 12 May 2008. http://www.federalreserve.gov/boarddocs/speeches/2005/20050206/default.htm. Ανακτήθηκε στις 2008-05-31. 
  123. «Adam Smith: Web Junkie – Forbes.com». 2007-07-05. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 May 2008. https://web.archive.org/web/20080520232632/http://www.forbes.com/free_forbes/2007/0507/086.html. Ανακτήθηκε στις 2008-06-10. 
  124. Stein, Herbert (1994-04-06). "Board of Contributors: Remembering Adam Smith". en:The Wall Street Journal Asia: A14. 
  125. Brown, Vivienne; Pack, Spencer J.; Werhane, Patricia H. (January 1993). "Untitled review of 'Capitalism as a Moral System: Adam Smith's Critique of the Free Market Economy' and 'Adam Smith and his Legacy for Modern Capitalism'". en:The Economic Journal 103 (416): 230–232. doi:10.2307/2234351. 
  126. Smith 1977, bk. V, ch. 2
  127. Gopnik, A., op cit
  128. Smith 1977, bk. V
  129. Smith, A., 1976, The Glasgow edition, τόμ. 2a, σελ. 468.
  130. Viner, Jacob (April 1927). "Adam Smith and Laissez-faire". The Journal of Political Economy 35 (2): 198–232. doi:10.1086/253837. 
  131. Klein, Daniel B. (2008). "Toward a Public and Professional Identity for Our Economics". Econ Journal Watch 5 (3): 358–372. http://econjwatch.org/articles/toward-a-public-and-professional-identity-for-our-economics. 
  132. Klein, Daniel B. (2009). "Desperately Seeking Smithians: Responses to the Questionnaire about Building an Identity". Econ Journal Watch 6 (1): 113–180. http://econjwatch.org/articles/desperately-seeking-smithians-responses-to-the-questionnaire-about-building-an-identity. 
  133. 133,0 133,1 Buchholz, Todd (December 1990). σελ. 38–39.
  134. Martin, Christopher. "Adam Smith and Liberal Economics: Reading the Minimum Wage Debate of 1795–96," Econ Journal Watch 8(2): 110–125, May 2011 [4].
  135. A Smith, Wealth of Nations (1776) Βιβλίο I, κεφ. 8

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Adam Smith (έκδοση 588606221) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).