Έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Brexit)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, γνωστή και ως Brexit (συντομογραφία του British exit, δηλ. Βρετανική έξοδος, κατ’ αναλογία με το Grexit) είναι ένας πολιτικός στόχος κομμάτων, ομάδων και μεμονωμένων ατόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου η χώρα να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Tο θέμα έγινε αντικείμενο δύο δημοψηφισμάτων, πρώτη φορά το 1975 (με κυριαρχία της παραμονής με 67%) και δεύτερη φορά το 2016 με αποτέλεσμα υπέρ της εξόδου με 51,9%. Με δεδομένο το αποτέλεσμα του τελευταίου δημοψηφίσματος, στις 29 Μαρτίου 2017, η βρετανική κυβέρνηση δήλωσε ότι θα εγκαταλείψει σίγουρα την ΕΕ. Έτσι ξεκίνησε η διαδικασία του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενός νόμου που ασχολείται με τις χώρες που εγκαταλείπουν την ΕΕ.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αναμενόταν να εγκαταλείψει την ΕΕ στις 29 Μαρτίου 2019 με μια συμφωνία με της ΕΕ για διατήρηση κάποιων θεσμών. Στις 15 Ιανουαρίου 2019, η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι ηττήθηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων με 230 ψήφους σε ψηφοφορία για τη συμφωνία που είχε με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προθεσμία για την αποχώρηση επεκτάθηκε αργότερα στις 31 Οκτωβρίου 2019. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να αποχωρήσει πλήρως (σκληρή έξοδος) ή με την αποδεκτή από την ΕΕ συμφωνία, που δεν ήταν αποδεκτή από το Κοινοβούλιο του ΗΒ. Νέες διαπραγματεύσεις δεν άλλαξαν το περιεχόμενο της συμφωνίας με την ΕΕ. Μερίδα των πολιτικών δυνάμεων εξακολουθεί να υποστηρίζει την έξοδο χωρίς συμφωνία, ενώ άλλη εξακολουθεί να υποστηρίζει την παραμονή στην ΕΕ παρά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Στις 28 Οκτωβρίου το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε τρίτη προθεσμία για πλήρη αποχώρηση στις 31 Ιανουαρίου 2020. Η ΕΕ ενέκρινε τη νέα προθεσμία η οποία αναμένει έγκριση και από το Βρετανικό Κοινοβούλιο.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), γνωστή και ως Κοινή Αγορά στο ΗΒ, την 1η Ιανουαρίου του 1973. Επρόκειτο για μία κίνηση της τότε συντηρητικής κυβέρνησης του Έντουαρντ Χιθ. Το τότε αντιπολιτευόμενο Εργατικό Κόμμα, με αρχηγό τον Χάρολντ Ουίλσον, προσήλθε στις γενικές εκλογές του Οκτωβρίου του 1974, δεσμευόμενο την επαναδιαπραγμάτευση των όρων συμμετοχής της Βρετανίας στην ΕΟΚ και την διεξαγωγή δημοψηφίσματος περί της παραμονής της υπό νέους όρους.

Δημοψήφισμα του 1975[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1975 στο ΗΒ διεξάχθηκε δημοψήφισμα, στο οποίο το εκλογικό σώμα ρωτήθηκε εάν το ΗΒ θα έπρεπε να παραμείνει στην ΕΟΚ. Όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα και ο τύπος εν γένει υποστήριξαν την παραμονή στην ΕΟΚ, ωστόσο υπήρξαν σχίσματα στο Εργατικό Κόμμα, τα στελέχη του οποίου είχαν ψηφίσει υπέρ της αποχώρησης, κατά το ημερήσιο συνέδριό του στις 26 Απριλίου 1975 (με αναλογία 2 υπέρ αποχώρησης, 1 υπέρ παραμονής). Από την στιγμή που το υπουργικό συμβούλιο ήταν χωρισμένο μεταξύ σκληρών φιλοευρωπαίων και αντιευρωπαίων, ο Χάρολντ Ουίλσον ανέστειλε τη συνταγματική υποχρέωση της Συλλογικής Ευθύνης του Υπουργικού Συμβουλίου και επέτρεψε στους υπουργούς του να στηρίξουν προεκλογικά όποια πλευρά ήθελαν. Συνολικά, επτά από τους είκοσι τρεις υπουργούς του υποστήριξαν την αποχώρηση.

Την 5η Ιουνίου 1975, το εκλογικό σώμα είχε το δικαίωμα να ψηφίσει «ναι» ή «όχι» στην ερώτηση: «Πιστεύετε πως το ΗΒ θα έπρεπε να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Κοινή Αγορά);». Όλες οι διοικητικές περιφέρειες εξέλεξαν κατά πλειοψηφία το «Ναι», εκτός από τα Νησιά Σέτλαντ και τις Εξωτερικές Εβρίδες. Σε συμφωνία με το αποτέλεσμα, το ΗΒ παρέμεινε στην ΕΟΚ. 

Ψήφοι "ναι" Ναι (%) Ψήφοι "όχι" Όχι(%) Προσέλευση (%)
17,378,581 67.2 8,470,073 32.8 64.5

Επιπρόσθετες εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αντιπολιτευόμενο (αργότερα) Εργατικό Κόμμα κατέβηκε στις γενικές εκλογές του 1983 με τη δέσμευση πως η χώρα θα αποχωρήσει από την ΕΟΚ. Ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά από τη συντηρητική κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία επανεξελέγη. Συνεπώς, το Εργατικό Κόμμα άλλαξε πολιτική στάση επί του θέματος.

Μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ΕΟΚ εξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Το «Κόμμα του Δημοψηφίσματος» σχηματίστηκε το 1994 από τον Σερ Τζέιμς Γκόλντσμιθ για να συμμετάσχει στις γενικές εκλογές του 1997, με μία πλατφόρμα που υποσχόταν εκ νέου δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας στην ΕΕ. Είχε υποψηφίους σε 547 περιφέρειες και μέτρησε 810.860 ψήφους. Δεν κατάφερε να εκλέξει εκπρόσωπο στο Κοινοβούλιο σε 505 περιφέρειες, επειδή οι ψήφοι του ήταν διασκορπισμένες, και έτσι έχασε τα χρήματα που είχε ως κεφάλαιο σε αυτές (τα οποία προέρχονταν από τον ίδιο τον Γκόλντσμιθ).

Το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) σχηματίστηκε επίσης νωρίς τη δεκαετία του 1990. Ήρθε τρίτο στις Ευρωεκλογές του 2004 στο ΗΒ και δεύτερο στις Ευρωεκλογές του 2009.

Υπόσχεση για δημοψήφισμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2012, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον απέρριψε τις εισηγήσεις για δημοψήφισμα περί της παραμονής του ΗΒ στην ΕΕ, αλλά πρότεινε ένα μελλοντικό, «για να διασφαλιστεί ότι η θέση του ΗΒ σε μία εξελισσόμενη ΕΕ τυγχάνει της πλήρους υποστήριξης του Βρετανικού λαού». Τον Ιανουάριο του 2013, ο Κάμερον ανακοίνωσε πως το Συντηρητικό Κόμμα θα διεξάγει ένα δημοψήφισμα (ναι-όχι) περί συμμετοχής στην ΕΕ με ανανεωμένο πακέτο όρων, μέχρι το τέλος του 2017, με την προϋπόθεση ότι θα επανεκλεγόταν στις εκλογές του 2015 (όπως και έγινε).

Το UKIP ήρθε πρώτο στις Ευρωεκλογές του 2014 και κέρδισε την πρώτη κοινοβουλευτική του έδρα τον Οκτώβριο του 2014, όταν ο Ντάγκλας Κάρνσγουελ αποχώρησε από τους Συντηρητικούς. Ο Μαρκ Ρέκλες, ένας άλλος αποσχίσας των Συντηρητικών, κέρδισε άλλη μία έδρα για το UKIP το φθινόπωρο του 2014. Στις γενικές εκλογές του 2015, το UKIP κέρδισε μία έδρα (την οποία πήρε ο Κάρνσγουελ), παρόλο που ήρθε τρίτο στις ψήφους.

Το Συντηρητικό Κόμμα του Ντέιβιντ Κάμερον κέρδισε τις γενικές εκλογές του 2015. Λίγο καιρό μετά, το Νομοσχέδιο Δημοψηφίσματος περί της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2015-2016 ήρθε προς συζήτηση στο κοινοβούλιο.

Δημοψήφισμα του 2016[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ψήφοι των πολιτών του Ηνωμένου Βασιλείου ανά περιοχή - Μπλε: Έξοδος, Κίτρινο: Παραμονή.

Την 20η Φεβρουαρίου 2016 ανακοινώθηκε πως θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016 δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία εβδομάδα πριν την πραγματοποίηση του δημοψηφίσματος, στις 16 Ιουνίου, δολοφονήθηκε η Τζο Κοξ, βουλευτής του Εργατικού Κόμματος. Για την δολοφονία κατηγορείται ο 52χρονος Τόμας Μέιρ, ο οποίος φέρεται να φώναξε προτού το συμβάν "Britain First" (Πρώτα η Βρετανία).

Το ερώτημα που τέθηκε στους Βρετανούς πολίτες ήταν: Να παραμείνει το Ηνωμένο Βασίλειο ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ήταν: 51,89% να αποχωρήσει και 48,11% να παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την επόμενη ημέρα ο πρωθυπουργός της χώρας Ντέιβιντ Κάμερον δήλωσε την παραίτησή του μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Όμως, η Σκωτία και η Βόρεια Ιρλανδία αντέδρασαν για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, καθώς η μεγάλη τους πλειοψηφία ψήφισαν την παραμονή του ΗΒ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προκαταρκτικές διεργασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 13 Ιουλίου η Τερέζα Μέι δέχεται την πρόσκληση της Βασίλισσας να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Ντέιβιντ Ντέιβις προσχωρεί στο Υπουργό Εξωτερικών για την Έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να παρακολουθήσει τις διαπραγματεύσεις απόσυρσης.

Στις 27 Ιουλίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιλέγει τον Γάλλο πολιτικό Μισέλ Μπαρνιέ να είναι ο Ευρωπαίος Κύριος Διαπραγματευτής για την Έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Μισέλ Μπαρνιέ θα παράσχει στήριξη στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ.

Στις 7 Δεκεμβρίου εγκρίνεται με 461 ψήφους έναντι 89 από τη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων η ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για εθελοντική αποχώρηση. Προέβλεπε να ενεργοποιηθεί μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2017.

Το Κοινοβούλιο έπρεπε να νομοθετήσει πριν το Άρθρο 50 γίνει δεκτό ως νόμος. Το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου είπε ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να ακολουθήσει αυτόν τον νέα απόφαση. Στις 26 Ιανουαρίου 2017 η βρετανική κυβέρνηση πρότεινε νομοσχέδιο 137 λέξεων στο Κοινοβούλιο. Αυτό εξασφάλιζε ότι η Τερέζα Μέι μπορούσε να επιβάλει το Άρθρο 50. Ο ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν έδωσε εντολή στους βουλευτές του να το υποστηρίξουν. Στις 16 Μαρτίου το νομοσχέδιο έλαβε και τη Βασιλική Έγκριση.

Στις 29 Μαρτίου παραδίδεται επιστολή από την Τερέζα Μέι στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ για να τον πείσει να εγκρίνει το άρθρο 50. Από τις 29 Μαρτίου 2017, το Ηνωμένο Βασίλειο θα αρχίσει να εγκαταλείπει την ΕΕ έως τις 29 Μαρτίου 2019, με μια διετή διαδικασία.

Η Τερέζα Μέι ανακοινώνει στις 8 Απριλίου ότι στις 8 Ιουνίου θα διεξαχθούν γενικές εκλογές. Μετά από αυτές το Συντηρητικό Κόμμα παραμένει το μεγαλύτερο αυτόνομο κόμμα, αλλά χάνει την πλειοψηφία του. Σχηματίζει μια κυβέρνηση μειοψηφίας με συμφωνία εμπιστοσύνης και παροχών με το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP) της Βόρειας Ιρλανδίας. Στις 19 Ιουνίου 2017 ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις για το Brexit.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα United Kingdom withdrawal from the European Union (έκδοση 691269001) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).