Σφαγή της Μαράθας, του Σανταλάρη και της Αλόας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κακοποιημένα και αποσυντεθειμένα πτώματα τουρκοκύπριων πολιτών στον Σανταλάρη, μετά την εκταφή τους, στις 3 Σεπτεμβρίου 1974
Τα 3 γειτονικά χωριά Μαράθα, Σανταλάρη και Αλόα. Το τέταρτο χωριό που απεικονίζεται είναι η Τόχνη.

Η σφαγή της Μαράθας, του Σανταλάρη και της Αλόας αναφέρεται στην εκτέλεση Τουρκοκυπρίων από Ελληνοκύπριους, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 14 Αυγούστου 1974, κατά τη διάρκεια της δεύτερης Τουρκικής Εισβολής στην Κύπρο, στα χωριά Μαράθα, Σανταλάρη και Αλόδα.[1][2][3][4] Συνολικά, 126[5] άτομα σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της σφαγής, ενώ είχαν προηγηθεί καθημερινοί βιασμοί γυναικών και κοριτσιών. Ειδικότερα, ήταν 89 (ή 84) κάτοικοι από την Μαράθα και το Σανταλάρη και 37 από το χωριό Αλόα[6]

Ο ΟΗΕ έχει χαρακτηρίσει τη σφαγή ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.[7]

Το ιστορικό της σφαγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μαράθα, ο Σανταλάρης και η Αλόα ήταν τρία μικρά αμιγώς τουρκοκυπριακά χωριά, βόρεια της Αμμοχώστου, με πληθυσμό (1973) 124, 100 και 46 κατοίκων αντίστοιχα,[8][9][10] δίπλα από το ελληνοκυπριακό χωριό Περιστερωνοπηγή.[11].

Tον Ιούλιο του 1974, μετά την πρώτη τουρκική εισβολή στην Κύπρο, όλοι οι άνδρες μάχιμης ηλικίας συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν ως αιχμάλωτοι πολέμου από άντρες της ΕΟΚΑ Β' σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αιχμαλώτων αρχικά στην Αμμόχωστο (περιοχή Καράολος) και από εκεί, έπειτα στη Λεμεσό (στο στάδιο ΓΣΟ).[12] Έπειτα από την απομάκρυνση των ανδρών, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που κατατέθηκαν από την δημοσιογράφο Σεβγκιούλ Ουλουντάγ[13], άντρες της ΕΟΚΑ Β' μάζεψαν τα γυναικόπαιδα στο ελληνικό σχολείο της Περιστερωνοπηγής. Αναφέρονται καθημερινοί βιασμοί κοριτσιών, γυναικών και αγοριών από τις 21 Ιουλίου έως τις 14 Αυγούστου.[14] Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Παράσχος αναφέρει πως οι δράστες κόμπαζαν στον καφενέ του χωριού, και καλούσαν συγχωριανούς να συνευρευθούν με Τουρκοκύπριες, ενώ αργότερα βίασαν και παιδιά.[15]

Στις 14 Αυγούστου, οι δράστες έκλεψαν αιγοπρόβατα από τη Μαράθα, προκειμένου να γιορτάσουν τον Δεκαπενταύγουστο. Όμως την ίδια ημέρα ξεκίνησε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής και οι δράστες αποφάσισαν να μην αφήσουν μάρτυρες, εκτελώντας όλο τον πληθυσμό που βρισκόταν τότε στα χωριά.[13][16][17] Στη Μαράθα και τον Σανταλάρη θανατώθηκαν 84-89 άτομα τα οποία είχαν πρώτα δέσει. Στη συνέχεια τα έκαψαν τα έθαψαν, με εκσκαφέα, σε σκουπιδότοπο, προσπαθώντας να εξαφανίσουν τα ίχνη.[18] Ο ιμάμης της Μαράθας αργότερα δήλωσε ότι υπήρχαν 90 κάτοικοι στο χωριό πριν την σφαγή, και πως απέμειναν μόνο έξι.[19] Στους νεκρούς συμπεριλαμβάνονταν ηλικιωμένοι άνθρωποι και παιδιά.[20] Στην Αλόα, μόλις τρία άτομα απέμειναν μετά τη σφαγή.

Η ανεύρεση και η εκταφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη προσπάθεια για ανεύρεση των θυμάτων έγινε από τον τουρκικό στρατό όταν κατέλαβε το χωριό, ωστόσο απέβη άκαρπη.[21] Τυχαία, την 1η Σεπτεμβρίου, ένα παιδί, καθώς έψαχνε στον σκουπιδότοπο της Μαράθας, είδε ένα ανθρώπινο μέλος να προβάλλει από τα σκουπίδια και έτσι ανακαλύφθηκε ο ομαδικός τάφος.[22]

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, έγινε η εκταφή των νεκρών από τον τουρκικό στρατό και τον ΟΗΕ (το σουηδικό απόσπασμα}.[23] Αναγνωρίστηκαν δύο μητέρες να κρατούν στα χέρια τους τα μωρά τους. Το Assosiated Press χαρακτήρισε τα πτώματα «τόσο κακοποιημένα και αποσυντεθειμένα ώστε κομματιάζονταν όταν οι στρατιώτες τους έβγαζαν από τον σκυβαλότοπο με φτυάρια».[19] Ο Κιαμίλ Μερίτς, κάτοικος της Μάραθας, δήλωσε ότι στον τάφο βρέθηκε η γυναίκα του «να κρατά το μικρότερο παιδί μας, 18 μηνών, και το μωρό μου είχε σαράντα σφαίρες στο σώμα του».[24]

Αντιδράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σφαγή χαρακτηρίστηκε ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από τον ΟΗΕ ενώ το γεγονός δημοσιεύθηκε και καταγράφηκε από διεθνή μέσα ενημέρωσης όπως οι εφημερίδες The Guardian και The Times[25].

Η «ιστορία του μενταγιόν»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια των εκταφών στον σκουπιδότοπο της Μαράθας, η τουρκική πλευρά ζήτησε από τα Ηνωμένα Έθνη να να οργανωθεί δημοσιογραφική αποστολή με τη συμμετοχή διεθνών τηλεοπτικών συνεργείων και ανταποκριτών ξένων εφημερίδων κατά την 1η Σεπτεμβρίου 1974, έτσι ώστε να καταγραφεί «το έγκλημα της δολοφονίας Τουρκοκύπριων αμάχων».Σε αυτή την αποστολή συμμετείχαν και Έλληνες (Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι) δημοσιογράφοι. Ένας εκ των Ελλήνων δημοσιογράφων, απέθεσε μενταγιόν σε κάποιο πτώμα νεαρής γυναίκας και φωτορεπόρτερ αποτύπωσε τη σκηνή. Η πλαστή αυτή φωτογραφία οδήγησε τις ελληνοκυπριακές εφημερίδες στο να αναπαράγουν την είδηση πως υπήρχε και Ελληνίδα ανάμεσα στους νεκρούς, με χαρακτηριστικούς τίτλους όπως «Εις Έλληνας ανήκουν μάλλον τα πτώματα τάφου εις Μάραθαν», «Τουλάχιστον μία Ελληνίς μεταξύ των νεκρών της Μαράθα» και «Προπαγανδιστικός θόρυβος των Τούρκων περί την ανεύρεσιν ομαδικού τάφου», με την εφημερίδα Μάχη, του Νίκου Σαμψών, να κάνει λόγο πως «ο θόρυβος τον οποίον δημιουργούν και πάλι οι Τούρκοι διά τον ομαδικόν τάφον Αμμοχώστου πίπτει εκ νέου εις το κενόν και καθίστανται οι ίδιοι κατήγοροι διά τα φρικτά εγκλήματα των εις βάρος των Ελλήνων». Τον ισχυρισμό ότι υπήρχαν και Έλληνες θύματα σε αυτή την θηριωδία πρόβαλε επίσημα και η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου της, στις 2 Σεπτεμβρίου 1974. Με την παρέλευση του χρόνου, ο ισχυρισμός για Έλληνες θύματα στην σφαγή δεν έπειθε και δημοσιογράφος του ΡΙΚ ο οποίος συμμετείχε στην αποστολή ανέφερε πως «ίσως να ήταν μία επιπόλαιη ενέργεια της στιγμής, που επέφερε αρνητικό αποτέλεσμα».[26]

Ατιμωρησία των δραστών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 14 Αυγούστου 2009, η τουρκοκυπριακή εφημερίδα Volkan δημοσίευσε ονόματα 15 Ελληνοκυπρίων, κατοίκων των χωριών Περιστερώνας και Πηγή, τους οποίους κατονόμασε ως δράστες της σφαγής,[14] πράγμα που οδήγησε τον τότε γενικό εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη να ζητήσει τον εντοπισμό των 15 Ελληνοκυπρίων από την αστυνομία. Μέχρι το 2010, λήφθηκαν καταθέσεις από 12 υπόπτους από τους 15 που είχε κατονομάσει η «Volkan», καθώς και από άλλα πρόσωπα. Ο φάκελος επιστράφηκε στον Γενικό Εισαγγελέα το καλοκαίρι του 2010, για να τον επιστρέψει εκείνος πάλι στην Αστυνομία, με νέες οδηγίες. Το 2011 και 2012 δεν έγινε κάτι συγκεκριμένο, ενώ το 2013 ζητήθηκε βοήθεια από τη Σουηδία, στελέχη της οποίας ήταν μέλη της αποστολής του ΟΗΕ που διεξήγαγε τις εκταφές τον Σεπτέμβρη του 1974. Τέλη του 2013 παραλήφθηκαν οι καταθέσεις των Σουηδών σε επιστολές. Ακολούθησε λήψη καταθέσεων από Σουηδούς αξιωματικούς και στρατιώτες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η αστυνομία της Κύπρου γνωρίζει τους δράστες, αλλά δεν τους διώκει. Άλλη μαρτυρία Ελληνοκύπριου, ανεβάζει τον αριθμό των συμμετεχόντων σε 30.[27] Όταν ο Ανδρέας Παράσχος δημοσίευσε τα αρχικά των ονομάτων στην εφημερίδα Πολίτης, δέχτηκε απειλές από μέλη των οικογενειών των φερόμενων ως δραστών.[28]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. L'Événement du jeudi, Issues 543-547 (1995), S.A. L'Evénement du jeudi, p. 45 (Γαλλικά)
  2. Documents officiels, United Nations: "Only three of the inhabitants of Atlilar (Aloa) survived this massacre. For the defenceless inhabitants of the villages of Murataga (Maratha) and Sandallar (Sandallaris)..."
  3. Gilles de Rapper, Pierre Sintès. Nommer et classer dans les Balkans (2008), French School of Athens, p.263: "le massacre des villages turcs de Tochni (entre Larnaka et Limassol), Maratha, Santalaris et Aloda"
  4. Paul Sant Cassia, Bodies of Evidence: Burial, Memory, and the Recovery of Missing Persons in Cyprus, Berghahn Books, 2007, (ISBN 978-1-84545-228-5), p. 237.
  5. List of Turkish Cypriot missing persons (Ministry of Foreign Affairs of the Republic of Cyprus) ανακτήθηκε τον Ιούλιο 18, 2011.
  6. Paul Sant Cassia, Bodies of Evidence: Burial, Memory, and the Recovery of Missing Persons in Cyprus, Berghahn Books, 2007, (ISBN 978-1-84545-228-5), p. 69.
  7. UN monthly chronicle, Volume 11 (1974), United Nations, Office of Public Information, p. 98
  8. «PRIO». www.prio-cyprus-displacement.net. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2017. 
  9. «PRIO». www.prio-cyprus-displacement.net. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2017. 
  10. «PRIO». www.prio-cyprus-displacement.net. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2017. 
  11. Παράσχος 2018, 53:20.
  12. Παράσχος 2018, 53:30.
  13. 13,0 13,1 Uludağ, Sevgül (13 Ιουλίου 2014). «From Maratha to Voni: Rapes as a weapon of war…». Politis. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2015. 
  14. 14,0 14,1 Θεοδώρου, Μιχάλης; Παρούτης, Σωτήρης (25 Ιουλίου 2018). «Εικόνες ηθικής εξαχρείωσης - 24 μέρες τρόμου για τις Τουρκοκύπριες». Πολίτης. 
  15. Παράσχος 2018, 54:30 εώς 55:30.
  16. Uludağ, Sevgül. «The story of Assia (Pasakoy) and Afanya (Gazikoy)». ιστότοπος Hamamböcüleri. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2015. 
  17. Παράσχος 2018, 55:30 εως 56:00.
  18. Παράσχος 2018, 58:30 εως 59:15.
  19. 19,0 19,1 «The Victoria Advocate - Αναζήτηση σε αρχεία Ειδήσεων Google». news.google.com. 3 Σεπτεμβρίου 1974. Ανακτήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 2019. 
  20. «CYPRUS: Ankara's Slow Nibble». Time. 16 September 1974. http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,908688,00.html. Ανακτήθηκε στις 19 January 2011. 
  21. Παράσχος 2018, 1:00:00 εως 1:00:45.
  22. Παράσχος 2018, 1:00:45 εως 1:01:45 και 1:04:00.
  23. Παράσχος 2018, 1:04:00.
  24. Δημητρίου, Με τον Μάριο. «Ο Κιαμίλ Μέριτς από τη Μάραθα | News». www.sigmalive.com. Ανακτήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2017. 
  25. Clement Henry Dodd, The political, social and economic development of Northern Cyprus (1993), Eothen Press, p. 101
  26. Σωτήρης Παρούτης (24 Ιουλίου 2016). «Τα ατιμώρητα εγκλήματα της Κύπρου: Η ιστορία με το μενταγιόν». ο Πολίτης. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018.  More than one of |dead-url= και |url-status= specified (βοήθεια)
  27. Μιχάλης Θεοδώρου (23 Ιουλίου 2018). «Τα ατιμώρητα εγκλήματα: Γνωστοί οι δράστες, αλλά δεν διώκονται». ο Πολίτης. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιουλίου 2018.  More than one of |dead-url= και |url-status= specified (βοήθεια)
  28. Παράσχος 2018, 1:05:40 εως 1:06:30.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cassia, Paul Sant (2005). Bodies of Evidence: Burial, Memory and the Recovery of Missing Persons in Cyprus. Oxford: Berghahn Books. ISBN 1571816461. 
  • Oberling, Pierre (1982). The Road to Bellapais: The Turkish Cypriot Exodus to Northern Cyprus. University of Michigan. ISBN 0880330007. 
  • O. Richmond, J. Ker-Lindsay, επιμ. (2001). The Work of the UN in Cyprus: Promoting Peace and Development. Springer. ISBN 0230287395.