Μάχη του Αχυρώνα Λιοπετρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας "Φιλελεύθερος" για την Μάχη του Αχερώνα Λιοπέτριου

Η μάχη στον Αχυρώνα Λιοπετρίου στην Κύπρο γνωστή και ως Νέο χάνι της Γραβιάς δόθηκε από τα Μέλη της ΕΟΚΑ ενάντια στην Βρετανική αποικιοκρατία στις 2 Σεπτεμβρίου 1958.[1]

Μέλη της ΕΟΚΑ στην μάχη του Λιοπετρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας "Ελευθερια" για την Μάχη του Αχερώνα Λιοπέτριου

Ο Ηλίας Παπακυριακού μαζί με τον Φώτη Πίττα και τον Ανδρέα Κάρυο είχαν πάει στη Αχερίτου, αφού τους κάλεσε ο τομεάρχης, για να τους αναθέσει νέα καθήκοντα. Θα γινόταν αναδιοργάνωση και θα αναλάμβαναν νέες αποστολές, σε διαφορετικά μέρη. Το σχέδιο προνοούσε παραμονή του Ηλία Παπακυριακού, του Φώτη Πίττα, του Ανδρέα Κάρυου, και του Χρίστου Σαμάρα, σε ένα μυστικό κρησφύγετο στον ποταμό Λιοπετρίου, έξω από το χωριό Λιοπέτρι.

Ο Ηλίας Παπακυριακού είχε αποστολή να εκπαιδεύσει μέλη της ΕΟΚΑ στην χρήση των οπλικών συστημάτων και εκρηκτικών μηχανισμών. Σύμφωνα με αφηγήσεις συναγωνιστών των τεσσάρων, οι Ηλίας Παπακυριακού, Φώτης Πίττας, και Ανδρέας Κάρυος έφτασαν στο Λιοπέτρι τα μεσάνυχτα της 30.08.58. Η παραμονή των τεσσάρων στο χωριό, επεφύλασσε συνταρακτικά γεγονότα, τα οποία εκτυλίχθηκαν αστραπιαία.

Το βράδυ της 31ης Αυγούστου προς την 1η Σεπτεμβρίου, ήταν και οι τέσσερις στην οικία του Νικόλα Τσόντου[2]. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Σεπτεμβρίου 1958 έλαβαν μήνυμα από την πολιτοφυλακή ότι κατέφθαναν αγγλικά στρατεύματα στο Λιοπέτρι και έτσι ο κίνδυνος να περικυκλωθούν ήταν μεγάλος αφού ήσαν και καταζητούμενοί.

Ετοιμάσθηκαν να φύγουν. Ο Φώτης Πίττας διαπιστώνει με τα κιάλια του ότι ήταν ολάκερο στράτευμα που πλησίαζε και δημιουργούσε κλοιό. [3]. Αντιλαμβάνονται πως η πιθανότητα διαφυγής τους ήταν αρκετά δύσκολη. Μπαίνουν ένοπλοι στο μονοκάμπινο αυτοκίνητο του Τσόντου φορτώνοντας σε αυτό όλο τον οπλισμό που είχαν μαζί τους με σκοπό να διασπάσουν το κλοιό που πλέον σχηματιζόταν γύρω τους και να διαφύγουν. Οδηγός τους ήταν ο μαχητής Νικόλας Τσόντος.

Κατευθύνθηκαν προς την περιοχή κοντά στο Λαξίδι, η οποία οδηγούσε προς τον φράχτη και τον ποταμό του χωριού, απ’ όπου θα μπορούσαν να διαφύγουν προς την Σωτήρα, αλλά πέφτουν πάνω σε βρετανικά στρατεύματα που μόλις συντάσσονταν. Όταν κατάλαβαν πως δεν υπήρχε τρόπος διαφυγής επέστρεψαν προς την οικία του Τσόντου. Οι τέσσερις αγωνιστές κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, και στην επιστροφή για το χωριό δίπλα στα σπίτια του Χρίστου Μασιά, οι τέσσερις αγωνιστές επισημάνθηκαν από Άγγλο στρατιώτη ο οποίος φώναξε «Ἁλτ».

Ο Ηλίας Παπακυριακού ανοίγει πρώτος πυρ εναντίων του Άγγλου στρατιώτη, ο οποίος πληγώνεται. Η ώρα είναι περίπου 02:00[4]. Οι Άγγλοι απαντούν με φωτοβολίδες και πυροβολισμούς. Ακολουθεί σφοδρή ανταλλαγή πυρών, χωρίς όμως να καταφέρουν να διαφύγουν και αναγκάζονται να οπισθοχωρήσουν προς το χωριό. [5]

Μπήκαν στο χωριό και κατέφυγαν σε ένα σπίτι, αλλά ο ιδιοκτήτης είχε κυριευθεί από φόβο και τους τόνισε πως δεν μπορεί να τους παρέχει προστασία, γιατί δεν θα άντεχε τυχόν βασανιστήρια από τους Άγγλους.

Ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1958, θα’ταν γύρω στις 3 με 4 το πρωί, οι αγωνιστές με υπόδειξη του Χρίστου Σαμάρα, πηγαίνουν στην οικία του Παναγιώτη Καλλή. Ο Καλλής δεν αρνήθηκε να τους προσφέρει καταφύγιο και τους υπόδειξε τον Αχυρώνα. Τους βοήθησε να κρυφτούν εκεί αφού πρώτα τους προμήθευσε με νερό και τρόφιμα. Οι Άγγλοι συνήθιζαν να επιβάλουν κάτ'οικόν περιορισμό σε χωριά που ερευνούσαν και μετά έλεγχαν σπίτι με σπίτι. Ενδεικτικά στη Άσσια ο Ηλίας Παπακυριακού πέρασε 15 μέρες σε άλλο αχερώνα όταν οι Άγγλοι επέβαλαν δεκαπενθήμερο κάτ'οικόν περιορισμό και ερευνούσαν σπίτι προς σπίτι, μάνδρα προς μάνδρα όλο το χωριό για 15 ημέρες. Για τον Ηλία ο αχερώνας στο Λιοπέτρι ήταν ο τρίτος στην ζωή του[6].

Μπήκαν οι Άγγλοι στο χωριό Λιοπέτρι και ανάγγειλαν με τηλεβόες πως το χωριό θα έμπαινε σε κατ’οικο περιορισμό. Επίσης ανάγγειλαν πως όλοι οι άνδρες έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού. Αφού μάζεψαν όλους, ξεκίνησαν να τους ανακρίνουν με βία και ξυλοδαρμούς, ενώ άλλα αποσπάσματα με ανιχνευτικά σκυλιά έκαναν κατ’οίκον έρευνες με διάφορες καταστροφές και διάφορες συλλήψεις. [7] Κατά τις δύο ή τρείς το απόγευμα της ίδια μέρας αφήσαν των Καλλή ελεύθερο. Η γυναίκα του Παναγιώτη Καλλή τον πληροφόρησε πως οι Άγγλοι ερεύνησαν τα πάντα αλλά δεν βρήκαν τίποτα.

Με ένα κόσκινο στο χέρι για κάλυψη, και την κόρη του όπως και την γυναίκα του να παρακολουθούν τις κινήσεις των Άγγλων, ο Παναγιώτης Καλλής μπήκε στον αχερώνα και φώναξε τους αγωνιστές. Αυτοί εμφανίστηκαν μέσα από το άχυρο και ζήτησαν να μάθουν τα νεότερα, τις κινήσεις των Άγγλων. Ο Παναγιώτης Καλλής τους ενημέρωσε για τις ταλαιπωρίες που είχε υποστεί ο ανδρικός πληθυσμός και τους είπε για τις συλλήψεις που έκαναν οι Άγγλοι. [8]

Οι Άγγλοι έλαβαν όμως νέα πληροφορία πως οι αγωνιστές που έψαχναν ήταν κρυμμένοι στον Αχερώνα στο κέντρο του χωριού ιδιοκτησίας του Παναγιώτη Καλλή[9]. Στις μία μετα τα μεσάνυχτα ένα στρατιωτικό απόσπασμα κτύπησε την πόρτα του Παναγιώτη Καλλή και του ζήτησαν να τους παραδώσει τους καταζητούμενους που κρύβονταν στο σπίτι του. Ο Παναγιώτης Καλλής αρνήθηκε κατηγορηματικά πως έκρυβε καταζητούμενους παρόλα τα κτυπήματα που δέχτηκε.

Ένας Τούρκος αξιωματικός που ήταν συνοδεία του αγγλικού αποσπάσματος ζήτησε από τον Καλλή να του δείξει ποιος είναι ο δικός του αχερώνας. Ο Καλλής προσπαθώντας να ξεγελάσει τους στρατιώτες υπέδειξε το μαγειρείο αντί του αχερώνα, αυτοί επέμεναν και τον κτυπούσαν, τους έδειξε το στάβλο του σπιτιού του, μετά το γκαράζ και το ξύλο γινόταν περισσότερο. Τότε ο Καλλής γυρισε προς την οικογένεια του και τους είπε να προτιμήσουν τον θάνατο παρά την προδοσία των τεσσάρων. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση του και οι Άγγλοι τον έσυραν στον αχυρώνα. Ένας Βρετανός προτάσσοντας για κάλυψη τον Καλλή φώναξε στα ελληνικά: «Αν θέλετε την ζωή σας, παραδοθείτε!» [10]

Ένας άλλος βρετανός πυροβόλησε τρεις φορές προς τον αχερώνα. Καμία ανταπόκριση όμως από τον αχερώνα. Μια δραματική σκηνή ακολούθησε αμέσως μετά, με ένα Ελληνοκύπριο αγωνιστή, να μην αντέχει στα βασανιστήρια και να αναγκάζεται να ομολογήσει πως μέσα στον αχερώνα βρίσκονται οι καταζητούμενοι.

Οι Άγγλοι κάλεσαν ξανά και επανειλημμένως τους αγωνιστές να παραδοθούν. Αντί αυτού οι αγωνιστές άνοιξαν πυρ σκοτώνοντας ένα Άγγλο φωνάζοντας «Μολών Λαβέ!». Στην μάχη που ακολούθησε οι Άγγλοι έριχναν χειροβομβίδες μέσα στο αχερώνα και οι μαχητές ανταπέδιδαν τα πυρά με τα πυροβόλα όπλα τους. Στην εξέλιξη της μάχης οι Άγγλοι μετατρέπουν τον κινηματογράφο της κοινότητας σε πρόχειρο νοσοκομείο, στο οποίο μεταφέρουν τους τραυματίες τους. Υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία Άγγλος στρατιώτης αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγή ανωτέρου και να προσεγγίσει τον αχερώνα, με αποτέλεσμα την εκτέλεση του από τον ίδιο τον αξιωματικό. Με ένα Αντιαρματικό ρουκετοβόλο οι Άγγλοι έριξαν περίπου 11 ή 12 ρουκέτες στον αχερώνα. Δύο Άγγλοι ανεβαίνουν στην στέγη του αχερώνα και τρυπούν την οροφή. Μετέπειτα ρίχνουν μέσα ρούχα τα οποία είχαν ποτίσει με βενζίνη. Ματαίως όμως γιατί η φωτιά έσβησε. Η μάχη κράτησε πάνω από τέσσερεις ώρες. Οι Άγγλοι κάλεσαν και ελικόπτερο το οποίο έριχνε εμπρηστικές βόμβες.

Όταν η φωτιά απειλούσε την ζωή των μαχητών, προσπάθησαν μέσα από μια έξοδο να διασπάσουν τον κλοιό. Έπεσαν νεκροί και οι τέσσερίς. Ο Παναγιώτης Καλλής μεταφέρθηκε από τον Αγγλικό στρατό για να αναγνωρίσει τα πτώματα των ηρώων.[11]

Επίλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τέσσερις αγωνιστές μάχονταν επί 6ώρου με πάνω 200 Άγγλους στρατιώτες. Ο Γρίβας Διγενής σε επιστολή του τότε στο Έλληνα Πρέσβη, Α. Φρυδάν στην Λευκωσία στις 10 Σεπτεμβρίου αναφέρει Εις το Λιοπέτρι αι απώλιαι των Άγγλων πρέπει να είναι πολύ σοβαραί. Έλλην αστυνομικός είδε 7 νεκρούς και αρκετούς τραυματίας. Ο Ταξίαρχος έκλαιεν απροκάλυπτα μόλις αντίκρυσε την σκηνήν, ο δε αστυνόμος Βαρωσίων αφιχθείς εκεί, επυροβόλησε με το πιστόλι του τα πτώματα των νεκρών από την λύσαν του.

Οι Αγωνιστές της ΕΟΚΑ με τον θάνατο τους συγκίνησαν την παγκόσμια κοινότητα. Στο σημείο της μάχης στήθηκε μνημείο των τεσσάρων αγωνιστών.

Πηγές - Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]