Αγγλοκρατία στην Κύπρο (1878-1960)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η σημαία της Βρετανικής Κύπρου από το 1881-1922.

Η αγγλοκρατία στην Κύπρο, ή αλλιώς Βρετανική Κύπρος αφορά στο διάστημα που η Κύπρος ήταν υπό την κυριαρχία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η Κύπρος πέρασε στα χέρια των Βρετανών το 1878 αρχικά ως προτεκτοράτο μετά απο μια συμφωνία ανάμεσα στην Οθωμανική και Βρετανική αυτοκρατορία. Από το 1914, κηρύχθηκε ως κτήση της Αγγλίας, ενώ από το 1922 ως το 1960 ως αποικία του Στέμματος. Κατά τη διάρκεια της αγγλοκρατίας, το οθωμανικό δάνειο εμπόδισε την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του νησιού.

Το νησί της Κύπρου

Η Κύπρος γίνεται Βρετανική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Βρετανός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι με τη βοήθεια της Κύπρου, αποκαθιστούν τον Σουλτάνο στη θέση του, γελοιογραφία της εποχής στο περιοδικό Punch.

Το 1878, με το συνέδριο του Βερολίνου, τερματίστηκαν για την Κύπρο τριακόσια χρόνια κυριαρχίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, καθως ο Σουλτάνος συμφωνησε να παραδόσει την Κύπρο στην Αγγλία. Είχε προηγηθεί το 1876 η η Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης κατά την οποία η Οθωμανική αυτοκρατορία ανέλαβε δεσμεύσεις προς αλλες μεγάλες δυνάμεις τις οποίες δεν κατάφερε να εκπληρώσει, οπόταην η Ρωσία της κύρηξε πόλεμο το 1877. Εν μέσω αναταραχών στα Βαλκάνια και της πίεσης απο την Ρωσία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρεδωσε την Κύπρο στους Βρετανούς με αντάλλαγμα την υποστήριξη τους. [1] To συνέδριο του Βερολίνου άρχισε στις 13 Ιουνίου 1878, κράτησε ένα μήνα και ο οικοδεσπότης Μπίσμαρκ ανέλαβε χρέη προέδρου.[2] Το συνέδριο άλλαξε τα συνορα της Βαλκανικής καθώς η Μεγάλη Βουλγαρία διασπάστηκε στα τρία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία ανεξαρτητοποιήθηκαν, η Ρωσία κράτησε τα περισσότερα εδάφη που κατέκτησε, αν και ορισμένα επιστράφηκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ η Κύπρος θα κατέληγε στην Αγγλία με καθεστώς εκμίσθωσης.[3] Αντιπολιτευτικά μέσα στην Βρετανία έκαναν λόγο για δυσβάστακτο κόστος συμφωνίας, ενώ η Κύπρος ήταν ένα μικρό νησί χωρίς λιμάνια και με ελονοσία. Η κυβέρνηση απάντησε ότι η κατοχή της Κύπρου δεν αφορούσε τη μεσόγειο, αλλά τις Ινδίες.[4] Στις 12 Ιουλίου οι Βρετανοί ανέλαβαν τη διοίκηση του νησιού και στις 15 Ιουλίου υψώθηκε η βρετανική σημαία στη Λάρνακα και στις 20 Ιουλίου στην Αμμόχωστο.[5]

Με την υπογραφή της μετάβασης της Κύπρου στην Τουρκία, οι Βρετανοί δέχτηκαν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας στον Σουλτάνο.[6][7]. Λόγω του Κριμαϊκού πολέμου, η Τουρκία αντιμετώπιζε οικονομικες δυσκολίες και δεν μπορουσε να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς Αγγλία και Γαλλία. Με σκοπο να βοηθήσει την Τουρκία, η Αγγλία αποδέκτηκε να αποδίδει στην Οθωμανική αυτοκρατορια τα καθαρά κέρδη απο τα εσοδα της στην Κύπρο. Το ποσό αυτό δεν του το απέδιδαν, αλλά το κατακρατούσαν ως αποπληρωμή των τόκων του οθωμανικού δανείου, στο οποίο ητανε εγγυητές.[8]Το συνολικό ποσό το οποίο έφευγε απο την Κύπρο και κατέληγε στους βρετανούς ήταν περίπου 92 χιλιάδες στερλίνες, το μισό του προϋπολογισμού της Κύπρου.[7]

Απο τα πρώτα χρόνια της οθωμανοκρατίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκτησε την πολιτική της δύναμη, αφου οι καθολικοι απομακρύνθηκαν. Τον 17ο αιώνα, ο Αρχιεπίσκοπος αναγνωρίστηκε επίσημα από την Υψηλή Πύλη ως μιλετ μπασί, και έκτοτε ήταν ο πολιτικός ηγέτης (εθνάρχης) των Ελλήνων. Η εκκλησία συνεργαζόταν με τους Οθωμανούς σε μια σειρα διοικητικών μέτρων όπως για παράδειγμα στη συλλογή των φόρων.Έτσι κατα την έλευση της Αγγλοκρατίας, η εκκλησία είχε σημαντική οικονομική και πολιτική δύναμη, ενώ είχε επιπλέον και αρκετή κτηματική περιουσία.[9]

H οικονομία της Κύρπου ήταν κατά βάση γεωργική, και οι αγρότες καλλιεργουσαν κριθαρι, σιτάρι, βαμβακι και αμπέλι. Υπήρχαν μικρές βιοτεχνίες και το εμπόρειο γινόταν με τις γειτονικές χώρες και την Ευρώπη.[10] Στην εκπαίδευση υπήρχαν δυο συστήματα, ενα μουσουλμανικο και ενα χριστιανικό, τα οποία έδιναν βάρος στην θρησκευτική εκπαίδευση. Παρότι η εκπαίδευση ήτανε υποχρεωτική, μόνο το 1% του πληθυσμού ήξερε ανάγνωση[11]

Από 1878 μέχρι τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σημαία του βρετανικού προτεκτοράτου της Κύπρου (1881–1922)

Οι βρετανοί είχαν ενα σκοπό για την Κύπρο, να τους βοηθήσει στρατιωτικά να διατηρήσουν ανοικτό τον δρόμο προς τις Ινδίες.[12]

O πρώτος Ύπατος Αρμοστής και Διοικητής της Κύπρου ήταν ο Γκαρνετ Γουόλσλεϋ (Garnet Wolseley), ο οποίος προχώρησε σε μια σειρά απο μεταρρυθμίσεις. To πρώτο μέλημα του Γουόλσλεϋ ήταν να εγκαταστήσει την βρετανική ισχύ στην Κύπρο- δεν αργησε ως εκ τουτου να συγκρουστεί με προξενεία ευρωπαϊκών χωρών και την Εκκλησία της Κύπρου. Ο Γουολσλεϋ, ο οποίος είχε αρνητική εικόνα για την εκκλησία, κατήργησε τις φοροαπαλλαγές της εκλησίας και αλλα προνόμιά της.[13] Ιδρύθηκε το συμβουλευτικής φύσης Νομοθετικό Συμβούλιο (Legislative Council)- με αυτή την κίνηση έχαναν μέρος της πολιτικής τους εξουσίας ο Αρχιεπίσκοπος και ο Μουφτής.[14] To δικαστικό σώμα μεταρρυθμίστηκε επίσης, καθως ιδρύθηκε Ανώτατο Δικαστήριο στην Λευκωσία και επαρχειακά δικαστήρια στις υπόλοιπες πόλεις. Στόχος τους ήταν ο περιορισμός των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και η καταπολέμηση της διαφθοράς.[15]

Mετά τις πρώτες μεταρρυθμίσεις του Γουόλσλεϋ, ο νέος υπουργός Αποικιών λόρδος Κίμπερλυ αποφάσισε την παραχώρηση Συντάγματος. Το Νομοθετικό Συμβούλιο αναβαθμίστηκε, και απέκτησε περισσότερα μέλη τα οποία εκλέγονταν απο τον λαό.[16] Οι Ελληνοκύπριοι αποδέχτηκαν τις αλλαγές με ευχαρίστηση ενώ οι τουρκοκύπριοι που έχασαν ορισμένα προνόμια διαμαρτυρήθηκαν.[17]

Η φορολόγηση της Κύπρου ήταν βαριά. Σε αυτό συνέβαλλε και το οθωμανικό δάνειο, το οποίο δεν είχε καμιά σχέση με την Κύπρο. Το 25% των πόρων της Κύπρου πήγαιναν στα βρετανικά ταμεία, στερώντας από τον τόπο αναπτυξιακά έργα.[18] Παρόλες τις κατοπινές διαμαρτυριες τόσο των ελληνοκύπριων όσο και των τουρκοκύπριων, η βαριά φορολογία παρέμενε για πανω απο 50 χρόνια.[19]

Λίγο μετά την έναρξη του Α Παγκόσμιου Πολέμου, η Αγγλία βρέθηκε σε αντίπαλο στρατόπεδο από την Τουρκία, και έτσι, με κυβερνητικό διάταγμα, προσάρτησε την Κύπρο, αλλάζοντας το καθεστώς της από αγγλικό προτεκτοράτο σε βρετανική κτήση.[20]Στα πρώτα χρόνια της βρετανικής διοίκησης, η βαριά φορολογία είχε εξαντλήσει την κυπριακή κοινωνία και εμπόδιζε την ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα (εμπόριο-βιοτεχνία). Για τα φτωχότερα στρώματα, η μετάβαση απο την οθωμανοκρατία στην αγγλοκρατία δεν σήμαινε βελτίωση των όρων επιβίωσης τους καθώς ήταν εγκλωβισμένοι στα χρέη.[21]

Οι αρχές του Ενωτικού Κινήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι την έλευση της αγγλοκρατίας, η Ένωσις ηταν επιδίωξη λίγων μελών της ελληνοκυπριακής ελίτ. Ωστόσο, δυο σημαντικοί παράγοντες συνέβαλαν ώστε το ενωτικό κίνημα να ξεπεράσει το περιθώριο και να φουντώσει στην Κυπριακή κοινωνία. Αρχικά, οι Εκκλησία και οι τοκογλύφοι έχασαν αρκετά απο τα προνόμοια τους που απολάμβαναν επί οθωμανοκρατίας και αντιμετωπίζονταν αρνητικά απο τους Βρετανούς. Οπόταν ξεκίνησαν ενα υπόγειο πόλεμο κατά της αγγλοκρατίας. Ο δεύτερος λόγος ήταν η εμφάνιση ενός ρεύματος νέων ανθρώπων οι οποίοι πήγαιναν για σπουδες στην Ελλάδα και επέστρεφαν στην Κυπρο εμποτισμένοι με το όραμα της Ένωσης. Αρκετοί από αυτούς ήταν δάσκαλοι και μετέφεραν το πάθος τους στα παιδιά. Με διάφορες αφορμές γίνονταν διαδηλώσεις υπερ της Ένωσης ενώ άγγλοι αξιωματούχοι προσπαθούσαν να ξεκαθαρίσουν στους ελληνοκύπριους πως δεν επρόκειτο η Βρετανική Αυτοκρατορία να παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Η επιδίωξη της Ένωσης απο τους ελληνοκύπριους προκάλεσε εντάσεις στις σχέσεις ανάμεσα στις δυο κοινότητες.[22]

Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος και Κύπρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ένταξη της Κύπρου στην Βρετανική Αυτοκρατορία σήμαινε και την ένταξη της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, η συμμετοχή της Κύπρου ήταν μόνο έμμεση, με 13 χιλιάδες εθελοντές (ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι) και υλική βοήθεια - κυρίως τρόφιμα.[23] Κατά την διάρκεια του πολέμου, η Αγγλία έκανε προσφορές στην Ελλάδα να της παραδώσει την Κύπρο με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια, η οποία όμως απορρίφθηκε.[24]

Από το 1920 μέχρι τα Οκτωβριανά (1931)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομική κατάσταση των αγροτών στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν δραματική. Οι αγρότες ήταν έρμαια και των τοκογλύφων, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν την έλλειψη νομοθεσίας, και των εμπόρων. Οι αγρότες χάνανε ευκολα την περιουσια τους και το σύστημα έμοιαζε με δουλοπαροικία.[25] Για αυτό τον λόγο ο κυβερνήτης Μάλκολμ Στήβενσον το 1919 πήρε μέτρα για να προστατέψει τον πληθυσμό από την τοκογλυφία, παραδειγμα έθεσε μέγιστο επιτόκιο το 12%, ωστόσο αρκετοί νέοι νόμοι έμειναν στα χαρτιά.[26]Αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, η οποία κορυφώθηκε το 1924, ηταν η εσωτερική μετανάστευση, πτώση μισθών, αυξηση των πλειστηριασμών και εξαθλίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού.[27]

Μόνη λύση φάνταζε πλεον η δημιουργία Αγροτικής Τράπεζας, μια θέση την οποία υποστήριζε το νεοσύστατο Κομμουνιστικο Κόμμα Κύπρου, η οποία ιδρύθυκε τελικα το 1925, αν και με πενιχρά κεφάλαια.[26][28]

Η ανοδος του ενωτικού κινήματος ανάμεσα στους ελληνοκύπριους, οδήγησε τους Βρετανους να πάρουν μέτρα κατασταλτικου χαρακτήρα για να το περιορίσουν.[29] Ανάμεσα στους ελληνοκύπιρους είχαν διαμορφωθεί δυο ρεύματα, το ένα ήταν ανένδοτο υπερ της Ένωσης και υποστήριζε την αποσυρση των ελληνοκυπρίων απο διάφορους διοικητικους και νομοθετικους θεσμους, ενώ το άλλο ρεύμα υποστήριζε πως έπρεπε να τεθει σε προτεραιότητα η βελτίωση των συνθηκων ζωής του λαού, θέματα παιδείας, φορολογίας και γεωργίας.[30] Για να αυξήσει την πίεση υπερ της ένωσης, η Εκκλησία οργάνωσε την Παγκύπρια Συνέλευση η οποία θα αντιπροσόπευε τους ελληνοκύπριους και στην ηγεσία του θα βρησκόταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Οι βρετανοί όμως δεν το λαμβάνανε υπόψιν.[31]

Η σημαία της Κύπρου ως Αποικία του Στέμματος (1922–1960)

Μια τελευταία μεγάλη αλλαγή που κατάφερε ο Στήβενσον ηταν η κατάργηση του φόρου της δεκάτης, ενώ προώθησε ορισμένες θετικές μεταρρυθμίσεις στην υγεία και στην δικαιοσυνη.[32]Παντως, ο γενικος απολογισμός της θητείας του Στήβενσον ηταν ο χειρότερος από όλους τους κυβερνήτες της Κύπρου μέχρι τότε.[33]

Ο Ρόναλντ Στορς

Ο επόμενος κυβερνήτης ήταν ο 45χρονος Ρόναλντ Στορς[34] και έθεσε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα βελτιώσεων σε αρκετους τομεις της οικονομίας και κοινωνίας. Μαλιστα προσπάθησε να καταργήσει τον φόρο υποτελείας αν και προσέκρουσε στην άρνηση της Βρετανικής αυτοκρατορίας. [35] Προσπάθησε να βοηθήσει τους Αγρότες αυξάνοντας τα κεφάλαια της Αγροτικής Τράπεζας και μετά απο αρκετές διπλωματικές μανούβρες τα κατάφερε, ωστόσο η κατάσταση στην Κύπρο θύμιζε ήδη φαιουδαρχία- το 1/3 της γης άνηκε στους λίγους δανειστες.[36]

Λόγω ασθένειας, το 1929 διοίησε προσωρινα ο Νίκολσον, η περίοδος είναι γνωστή ως Ιντεμέδιο Νίκολσον. Η περίοδος χαρακτηρίστηκε απο συγκρούσεις του Νίκολσον με τους εκπρόσωπους της ελληνοκυπριακής μεγαλοαστικής τάξης, τοκογλύφους και γαιωκτήμονες τους οποίους χαρακτήριζε παράσιτα.[37]

Οικονομικές εξελίξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Παγκόσμια οικονομική ύφεση του 1929 έπληξε και την Κύπρο. Μειώθηκαν τόσο οι εξαγωγές οσο και οι εισαγωγές, έκλεισαν βιοτεχνίες και άλλες παραγωγικές μονάδες ενώ αυξήθηκε η ανεργεία. Περισσότερος κόσμος επεσε θύματα τοκογλύφων.[38]

Οι συνθηκες διαβίωσης ήνταν υποβαθμισμένες. Η διατροφή ήταν λιτή, ενώ ασθένειες όπως ελονοσία και οφθαλμικές παθήσεις θέριζαν τον πληθυσμό. Εμφανίστηκαν επίσης τα πρώτα αφροδίσια νοσήματα απο βετερανους του Α ΠΠ. Αρκετοί κατανάλωναν αυθονο αλκοόλ, ενω η χαρτοπαιξία ηταν μια συνηθισμένη αιτία χρεοκωπίας.[39] Λίγοι μαθητές κατάφερναν να τελειώσουν το σχολείο (20% Ελληνοκύπριοι και 28% τουρκοκύπριοι) [40]

Ωστοσο μερικά αναπτυξιακά εργα πραγματοποιήθηκαν, κυρίως στις μεταφορές. Βελτιώθηκε το οδικο δίκτυο, τα λιμάνια, οι σιδηρογραμμές και προώθησε την κατασκευή Γεωπονικής Σχολής στη Μόρφου [41]

Εξελίξεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απο τις αρχές του 20ου αιώνα, ο εθνικισμός αναπτυσσόταν ανάμεσα στους τουρκοκύπριους, λόγω των διωγμών που υφίσταντο οι τούρκοι σε χώρες τις πρώην οθωμανικής αυτοκρατορίας- νομίζανε πως αυτή θα ηταν και η δική τους μοίρα αν ενώνοτανε η Κύπρος με την Ελλάδα. [42][43] Με την άνοδο του Κεμαλισμού στην Τουρκία και την αύξηση των τουρκοκυπρίων που επισκέφτονταν την Τουρκία, ο εθνικισμός αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ οι θρησκευτικές τους παραδόσεις υποχώρησαν.[44]

Οκτωβριανά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Οκτωβριανά

Τον Οκτώμβριο του 1931 ξέσπασαν στην Κύπρο σοβαρά επεισόδια τα οποία έμειναν στην ιστορία με το όνομα «Οκτωμβριανά». Με ηγετη αρχικά τον μητροπολίτη Κιτίου Μυλωνά, μια πορεία 5 χιλιάδων ελληνοκύπριων κατάληξε στο Κυβερνείο όπου το πυρπόλησαν. Η είδηση εκανε τον γύρο της Κύπρου και νεες ταραχές ξέσπασαν στις μεγάλες πόλεις[45][46] Το Κομμουνιστικό Κόμμα σύντομα συντάχθηκε με τους διαδηλωστες. Οι ταραχές συνεχίστηκαν μέχρι τις 29 Οκτωβρίου. [46] Μετά τα οκτωμβριανά, ακολούθησε η σκληρή περίοδος της παλμεροκρατίας, η οποία οδήγησε σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση των εθνικιστικών δυνάμεων.[47]

Από το 1931 εώς το 1949: Η Παλμεροκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τα Οκτωμβριανά οι Βρετανοί σκλήρυναν την στάση τους. Ο κυβερνήτης Στορρς απομακρύθυνηκε, τον αντεκατέστησε για ενα μικρό διάστημα ο Ρέτζιναλντ Εντουαρντ Σταμπς, ο οποίος παρέμεινε στην θέση του για ενα χρόνο μόνο. Ο Σταμπς πέρασε ορισμένα αντικομμουνιστικά νομοσχέδια και άλλαξε τους νόμους για την λογοκρισία του Τύπου. [48]

Ο επόμενος κυβερνήτης ηταν ο Χέρμπερτ Ρίτσμοντ Πάλμερ. Ο Πάλμερ φερότανε υποτιμητικά εως και ρατσιστικά προς τους Κύπριους και η περίοδος του χαρακτηρίστηκε απο στασιμότητα και ανελευθερία. Οι Ελληνοκύπριοι διαμαρτυρήθηκαν για την στάση του Πάλμερ αλλά χωρις αποτέλεσμα.[49]

Απο 1939 εως το 1949[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο επόμενος κυβερνήτης της Κύπρου Battershill σχεδίασε φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Οργάνωσε δημοτικές εκλογές, αφαίρεσε τον νόμο του 1931 για την απαγόρευση συναθροίσεων άνω των 5 ατόμων. Εν τω μεταξύ, οι κομμουνιστές κατάφερναν σημαντικές νίκες. Την άνοιξη του 1939, οργάνωσαν την πρώτη απεργία στον οικοδομικό τομέα, όπου κέρδισαν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Τον Αύγουστο το 1939, έγινε το πρώτο συνδικαλιστικό συνέδριο στην Αμμόχωστο. Οι συνθήκες εργασίας πάντως παρέμειναν εξαιρετικά δυσμενείς. Οι εργάτες δούλευαν 52-60 ώρες κάθε εβδομάδα. Οι κομμουνιστές προσπάθησαν να οργανώσουν και τους φτωχούς αγρότες στα χωριά, όμως οι πλούσιοι αγρότες, αντέδρασαν και σχημάτισαν την Παναγτοτική Ένωση Κύπρου (ΠΕΚ) η οποία αιματοδότησε αργότερα την ΕΟΚΑ. Το 1941, υπό τον Πλουτή Σέρβα το ΚΚΚ μετασχηματίστηκε σε ΑΚΕΛ στη Σκαρίνου. Το 1939 πάντως, όταν η Βρετανία κήρυξε πόλεμο στη ναζιστική Γερμανία, η Κύπρος δεν επηρεάστηκε σημαντικά. Περίπου 25 χιλιάδες κύπριοι και των δυο κοινοτήτων συμμετείχαν στις βρετανικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Battershill έφυγε το 1941, οι Κύπριοι είχαν ανασάνει οικονομικά και σε επίπεδο τοπικής διακυβέρνησης.[49]

Το 1945, οι εργατικοί κέρδισαν τις εκλογές στην Αγγλία, ωστόσο ακολούθησαν παρόμοια αποικιακή πολιτική με τους Τόρις. Οι Ελληνοκύπριοι φτιάξανε νέα αποστολή προς το Λονδίνο με επικεφαλής τον μητροπολίτη Λεόντιο για να προωθήσουν τον σκοπό της ένωσης. Η αποστολή έφυγε τον Δεκέμβρη του 1946. Εκείνη την εποχή, συνέβησαν πολύ σημαντικά γεγονότα: 14 Φεβρουαρίου 1947, η Αγγλία αναγγέλει πως θα μεταφέρει την ευθύνη του Παλαιστινιακού προβλήματος στον ΟΗΕ. Λίγες μέρες αργότερα ανακοίνωσε πως η Ινδία θα γινόταν ανεξάρτητη, και πως το ίδιο θα συνέβαινε και με την Αίγυπτο. Επίσης ανακοίνωσε πως θα σταματούσε την οικονομική βοήθεια προς Ελλάδα και Τουρκία. Ενώ οι Ελληνοκύπριοι χάρηκαν πως πλησίαζε και η σειρά της Κύπρου, η απώλεια της Αιγύπτου έκανε πιο σημαντική την Κύπρο για τη Βρετανία.[49]

Εν το μεταξύ επέστρεψε από την εξορία ο μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος. Ο Μακάριος, γνωστός για τις αντικομμουνιστικές του θέσεις, ήταν πλέον ενάντιον της Ένωσις, καθώς πίστευε πως οι κομμουνιστές θα κέρδιζαν τον εμφύλιο. Συγκρούστηκε τον Λεόντιο στις επερχόμενες αρχιεπισκοπικές εκλογές, και ο Λεόντιος υποστηριζόμενος από την αριστερά, αν και ο ίδιος δεν ήταν κομμουνιστης, κέρδισε. [50] Λίγο αργότερα όμως, μετά από ένα κύρηγμα του υπέρ της Ένωσις, ο Λεόντιος πέθανε αιφνιδίως σε ηλικία 51 ετών και σε νέες εκλογές, νικητής αναδείκτηκε ο δεξιός μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος, τότε 78 ετών. Σύνθημα του ήταν «ένωσις και μόνο ένωσις».[51]

Διασκεπτική συνέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 9 Ιουλίου 1947 , ο κυβερνήτης κάλεσε με διάγγελμα του, όλες τις κοινότητες να οργανώσουν τη Διασκεπτική συνέλευση. Η εκκλησία αρνήθηκε να συμμετάσχει, καταδικάζοντας τη διασκεπτική. Ο Φίφης Ιωάννου, παρότι ήτανε υπέρ της Ένωσις, είχε υποστηρίξει πως άμεσος στόχος πρέπει να είναι η αυτοδιοίκηση του νησιού, και αργότερα ο εκδημοκρατισμός και η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των εργαζομένων. Στις 18 Νοεμβρίου, ο Ιωάννης Κληρίδης, τότε δήμαρχος Λευκωσίας υπόβαλε υπόμνημα με βελτιώσεις στο νομοθετικό σώμα, παρόμοιο με τα συντάγματα της Μάλτας και της Κεϋλάνης. Οι προτάσεις απορρίφθηκαν από το Κυβερνείο, το οποίο επανήλθε με άλλες προτάσεις, όπου υποβάθμιζαν την αντιπροσώπευση και δημοκρατικότητα του προτεινόμενου συστήματος. Στις 21 Μαΐου 1948, οι Τουρκοκύπριοι και δύο εκπρόσωποι της ελληνοκυπριακής Δεξιάς αποδέχτηκαν τις προτάσεις, ενώ το ΑΚΕΛ αποχώρησε ζητώντας πραγματική αυτοδιοίκηση. Λίγες μέρες αργότερα, ο κυβερνήτης έκλεισε τη διασκεπτική.[52]

Από το 1949 εώς το 1960[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Ενωτικό δημοψήφισμα και ΕΟΚΑ

Το 1949 υπήρξε σημαντική χρονιά για την Κύπρο. Τελείωσε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, ενώ το ΑΚΕΛ άλλαξε Γενικό Γραμματέα: από τον κοσμοπολίτη διανοούμενο Πλουτή Σέρβα στον Εζεκία Παπαϊωάννου. Το ΑΚΕΛ επίσης αποφάσισε να αλλάξει γραμμή στο Κυπριακό και να επιδιώξει την Ένωση. Ωστόσο, ο εμφύλιος στην Ελλάδα είχε λήξει με ήττα των κομμουνιστών, άρα σε περίπτωση ένωσης, το ΑΚΕΛ θα ετίθετο εκτός νόμου. Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις, που ίσως να συνέβαλαν όλες ώστε να ληφθεί μια τέτοια γραμμή. Το ΑΚΕΛ γνωρίζοντας πως οι Βρετανοί δεν θα επέτρεπαν την Ένωση, μπορούσε το ΑΚΕΛ να τη ζητάει χωρίς κίνδυνο να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Άλλη εξήγηση είναι ότι ήθελε να αφαιρέσει την Ένωση ως προνομιακό θέμα της Εκκλησίας και της Δεξιάς. Τέλος, με το να απαιτεί Ένωση, θα εξέθετε τόσο την Αγγλική κυβέρνηση όσο και την Ελληνική, στα μάτια του λαού. [53]

Η αντίδραση του Εθναρχικού συμβουλίου, το οποίο αποτελείτο από υψηλόβαθμους κληρικούς και μερικούς συντηρητικούς πολιτικούς, ήταν να αυξήσει τις διεκδικήσεις του για την Ένωση, ώστε να μην χάσει την πρωτοκαθεδρία στο ζήτημα από το ΑΚΕΛ. Έτσι, οργάνωσε δημοψήφισμα, γνωστό ως Ενωτικό Δημοψήφισμα. Η αντίδραση των Τουρκοκυπρίων ήταν έντονη: Ζήτησαν από τον κυβερνήτη να ακυρωθεί το δημοψήφισμα ενώ στις 12 Δεκεμβρίου πραγματοποίησαν μια μεγάλη συγκέντρωση η οποία έφερε κοντά αντίπαλα πολιτικά κόμματα των Τουρκοκυπρίων. Το σύνθημα των Τουρκοκυπρίων ήταν πως «η Κύπρος είναι τουρκική» κάτι που αρνήθηκε ρητώς ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών Fuat Koprullu το 1950. Το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 15 και 22 Ιανουαρίου 1950 και έδειξε την ισχυρή θέληση των Ελληνοκυπρίων για ένωση με την Ελλάδα. Ωστόσο η Βρετανία επέμενε πως το Κυπριακό ζήτημα ήταν κλειστό. Δημιουργήθηκαν δύο αποστολές Ελληνοκυπρίων για να κάνουν γνωστό τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, μια αποστολή από την εθναρχία σε χώρες της Δύσης και άλλη από το ΑΚΕΛ προς χώρες του ανατολικού μπλοκ, εξίσου αποτυχημένες και οι δύο. [54]

Εν τω μεταξύ, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Β' πέθανε στις 28 Ιουνίου 1950. Ο χωροεπίσκοπος Σαλαμίνος, φρόντισε με εγκύκλιο του να διαγραφούν όλοι οι κομμουνιστές που είχαν δικαίωμα να λάβουν μέρος στις αρχιεπισκοπικές εκλογές, έτσι η υποψηφιότητα του Κυπριανού ο οποίος υποστηρίζονταν, σύμφωνα με τις φήμες, από το ΑΚΕΛ, δέχτηκε πλήγμα με αποτέλεσμα να αναδειχτεί αρχιεπίσκοπος και εθνάρχης ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ. [55]

To 1952 ιδρύθηκε η ΠΕΟΝ (Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νεολαίας) η οποία έμελλε να δώσει αρκετά μέλη στην ΕΟΚΑ. Οι αρχηγοί της ΠΕΟΝ επένδυαν στον ρομαντισμό και ιδεαλισμό της νεολαίας. Υπήρχαν τελετές μύησης στην οργάνωση, με όρκους και άλλες τελετουργίες. Οι δάσκαλοι στα σχολεία ενθάρρυναν αυτές τις οργανώσεις, γιατί και αυτοί ήταν ένθερμοι οπαδοί της Ένωσης, άλλωστε είχαν σπουδάσει στην Ελλάδα. Οι διπλωματικές απόπειρες του Μακαρίου, στον ΟΗΕ δεν είχαν αποτέλεσμα. Οι σχέσεις Ελλάδας Τουρκίας εκείνη την εποχή ήταν ένθερμες, κάτι που δεν άρεσε ούτε στους Ελληνοκύπριους ούτε στους Τουρκοκύπριους.[56]

Tο 1954 έφερε γεγονότα που αύξησαν την αξία της Κύπρου για τη Βρετανία. Είχε προηγηθεί η απώλεια πετρελαϊκών πηγών στο Ιράν, αφού η Anglo-Iranian Oil Company εθνικοποιήθηκε, ενώ ο Νάσσερ κέρδισε την εξουσία στην Αίγυπτο και ζήτησε από τους Βρετανούς να εγκαταλείψουν το Σουέζ. Επιπλέον, η Γιουγκοσλαβία, Ελλάδα και Τουρκία είχαν υπογράψει το Balkan Pact, το οποίο με την είσοδο του Ιράκ, Ιορδανίας και Πακιστάν έγινε το CENTO Pact, πράγμα που για τους Άγγλους σήμαινε την ανάγκη για ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο.[57]

Στις 20 Αυγούστου 1954, η Ελλάδα προσέφυγε στον ΟΗΕ με αξίωση να εφαρμοστεί η αρχή της αυτοδιάθεσης όπως εδικαιούτο ο κυπριακός λαός. Με διπλωματικές μανούβρες οι Βρετανοί κατόρθωσαν να αναβάλουν τη συζήτηση ώστε να εξασφαλίσουν την απαραίτητη πλειοψηφία, ενώ όταν έγινε η συζήτηση η Τουρκία είχε φέρει το επιχείρημα πως η αυτοδιάθεση σήμαινε Ένωση Ελλάδας και Κύπρου, κάτι που παραβίαζε τη Συνθήκη της Λωζάνης, άρα η Τουρκία είχε λόγο. Η ελληνική πλευρά ήταν απογοητευμένη από το αποτέλεσμα.[58]

Εν τω μεταξύ, ήδη οι προετοιμασίες για αντάρτικο πόλεμο είχαν ξεκινήσει. Ο Αβέρωφ προειδοποίησε τον Μακάριο πως αν αναλάμβανε τέτοιο αγώνα, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θα πλήρωναν το τίμημα, αλλά ο Μακάριος του απάντησε πως αυτοί ήταν καταδικασμένοι έτσι και αλλιώς. Ο Μακάριος επέλεξε τον Γρίβα για επικεφαλής του ένοπλου αγώνα και ο Γρίβας από το 1953 ετοίμαζε τα σχέδια. Πριν να ξεκινήσει ο αγώνας, ο Μακάριος ενημέρωσε τον Παπάγο. Στις 13 Ιανουαρίου 1955, οι Βρετανοί συνέλαβαν το καΐκι Άγιος Γεώργιος με το πλήρωμα και τα έγγραφα της οργάνωσης. Ο κυβερνήτης της Κύπρου Armitage προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Μακάριο, αλλά το υπουργείο Αποικιών δεν του άφηνε περιθώριο για κινήσεις. Έτσι η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ ήταν αναπόφευκτη. [59]

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ ξεκίνησε την 1η Απριλίου 1955, με εκρήξεις σε διάφορα σημεία της Κύπρου. Τον Μάιο, ο Γρίβας αποφάσισε την αναβάθμιση του αγώνα, στοχεύοντας και προσωπικό πέρα από άψυχες εγκαταστάσεις. Έτσι επιτέθηκαν στο αρχηγείο της αστυνομίας, μιας και ο Γρίβας θεωρούσε τους αστυνομικούς ως προδότες που έπρεπε να εκτελεστούν. Το ΑΚΕΛ επέλεξε τον δρόμο της ουδετερότητας, κάτι που οδήγησε να ακούγονται φωνές περί προδοσίας στον εθνικό σκοπό, ακόμη μέχρι και σήμερα. Το 1956 χαρακτηρίστηκε από αύξηση της βίας, το 1958 εμφανίστηκε η διακοινοτική βία ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους και το 1959, με τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου συμφωνήθηκε η ίδρυση ενός ανεξάρτητου δικοινοτικού κράτους και το τέλος της αγγλοκρατίας (αν και παρέμειναν οι βρετανικές βάσεις)[60]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ρίχτερ 2007, σελ. 23.
  2. Ρίχτερ 2007, σελ. 39.
  3. Ρίχτερ 2007, σελ. 39 & 43.
  4. Ρίχτερ 2007, σελ. 45.
  5. Ρίχτερ 2007, σελ. 46.
  6. Richter 2010, σελ. 16-18.
  7. 7,0 7,1 Γιωργαλλής 2015, σελ. 56.
  8. Ρίχτερ 2007, σελ. 103-05.
  9. Ρίχτερ 2007, σελ. 61-64.
  10. Ρίχτερ 2007, σελ. 71.
  11. Ρίχτερ 2007, σελ. 73-74.
  12. Ριχτερ 2007, σελ. 87.
  13. Ρίχτερ 2007, σελ. 88-90.
  14. Ρίχτερ 2007, σελ. 91.
  15. Ρίχτερ 2007, σελ. 95.
  16. Ρίχτερ 2007, σελ. 96-7.
  17. Ρίχτερ 2007, σελ. 97-8.
  18. Ρίχτερ 2007, σελ. 106-108.
  19. Ρίχτερ 2007, σελ. 110-113.
  20. Ρίχτερ 2007, σελ. 144.
  21. Ρίχτερ 2007, σελ. 145.
  22. Ρίχτερ 2007, σελ. 114-18: O Ρίχτερ αναφέρει πως στις 27 Μαΐου 1912, μετά το τέλος του Ιταλο-Τουρκικού πολέμου, υπήρξαν ταραχες μεταξυ των δυο κοινοτήτων, πράγμα που ανάγκασε την αστυνομία να ανοίξει πυρ και να χάσουν την ζωή τους πέντε άτομα, ενώ υπήρξαν 134 τραυματίες.
  23. Ρίχτερ 2007, σελ. 165-166.
  24. Ρίχτερ 2007, σελ. 194.
  25. Ρίχτερ 2007, σελ. 260.
  26. 26,0 26,1 Ρίχτερ 2007, σελ. 263.
  27. Ρίχτερ 2007, σελ. 295.
  28. Ρίχτερ 2007, σελ. 300: To ΚΚΚ υποστήριζε χρεοστάσιο για 3 χρόνια, ίδρυση εργατικών ενώσεων και το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Για το ΚΚΚ το θέμα της Ένωσις ήταν αδιάφορο
  29. Ρίχτερ 2007, σελ. 264.
  30. Ρίχτερ 2007, σελ. 268.
  31. Ρίχτερ 2007, σελ. 270-75.
  32. Ρίχτερ 2007, σελ. 314.
  33. Ρίχτερ 2007, σελ. 315.
  34. Ρίχτερ 2007, σελ. 325.
  35. Ρίχτερ 2007, σελ. 341.
  36. Richter 2010, σελ. 25.
  37. Ρίχτερ 2010, σελ. 368=374.
  38. Ρίχτερ 2007, σελ. 398.
  39. Ρίχτερ 2007, σελ. 400-403.
  40. Ρίχτερ 2007, σελ. 403.
  41. Ρίχτερ 2007, σελ. 409-10.
  42. Κτωρής 2013, σελ. 80.
  43. Kizilyürek 2011, σελ. 198 - 199.
  44. Ρίχτερ 2007, σελ. 437-441.
  45. Rappas 2014, σελ. 1-2.
  46. 46,0 46,1 Rappas 2014, σελ. 2.
  47. Rappas 2014, σελ. 8.
  48. Ρίχτερ 2007, σελ. 551-56.
  49. 49,0 49,1 49,2 Richter 2010, σελ. 34.
  50. Richter 2010, σελ. 37.
  51. Richter 2010, σελ. 36.
  52. Richter 2010, σελ. 38.
  53. Richter 2010, σελ. 40.
  54. Richter 2010, σελ. 40-43.
  55. Richter 2010, σελ. 43.
  56. Richter 2010, σελ. 47.
  57. Richter 2010, σελ. 49.
  58. Richter 2010, σελ. 50.
  59. Richter 2010, σελ. 51.
  60. Richter 2010, σελ. 52-88.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνόφωνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλόφωνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Richter, Heinz A. (2010). A Concise History of Modern Cyprus. Γερμανία: Harrassowitz Verlag. ISBN 978-3447062121. 
  • Rappas, Alexis (2014). Cyprus in the 1930s: British Colonial Rule and the Roots of the Cyprus Conflict. I.B.Tauris. ISBN 1780764383. 
  • Kizilyurek, Niyazi (1990). Ολική Κύπρος. Λευκωσία: Κασουλίδη.