Ιστορία των ομοφυλόφιλων στη Ναζιστική Γερμανία και το Ολοκαύτωμα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το κίνημα του Διαφωτισμού στη Δυτική Ευρώπη αρχίζει να πνέει ένας, πολύ ασθενικός στην αρχή, άνεμος περισσότερης ελευθερίας. Ως συνέπεια αυτού του κινήματος κοινωνικού φιλελευθερισμού καταργείται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η ποινή του θανάτου και αποποινικοποιούνται οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις, όπως στη Γαλλία του 19ου αιώνα και στην Βαυαρία. Αντίθετα, στην Πρωσσία και στη Γερμανική Αυτοκρατορία (Δεύτερο Γερμανικό Ράιχ) που δημιουργήθηκε υπό την ηγεσία της, ο Ποινικός Νόμος του 1871 απαγόρευε ρητά "τις μη σύμφωνες με τη φύση σεξουαλικές πράξεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που διαπράττονται μεταξύ ατόμων άρρενος φύλου και μεταξύ ανθρώπου και ζώων". Οι πράξεις αυτές "τιμωρούνται με φυλάκιση και απώλεια πολιτικών δικαιωμάτων". Το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα του Ράιχ προέβλεπε συγκεκριμένα:

"1. Άρρην ο οποίος ενδίδει εις ποινικώς κολάσιμον συμπεριφορά με άλλον άρρενα ή επιτρέπει εις τον εαυτόν του να λάβει μέρος εις τοιαύτην δραστηριότητα, τιμωρείται με φυλάκισιν.

2. Εάν εις των συμμετεχόντων είναι κάτω της ηλικίας των είκοσι ενός ετών και το αδίκημα δεν υπήρξε ιδιαζόντως βαρύ, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από την ποινήν της φυλακίσεως."

Ο "πρύτανις" των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων υπήρξε ο (ομοφυλόφιλος) Γερμανός δικηγόρος Καρλ Χάινριχ Ούλριχς (Karl Heinrich Ulrichs), ο οποίος είχε σεξουαλικά παρενοχληθεί από τον εκπαιδευτή του στην ιππασία όταν ήταν μόλις 14 ετών. Ο Ούλριχς δεν απέδωσε την ομοφυλοφιλία του στη σεξουαλική παρενόχληση της εφηβικής του ηλικίας, αλλά διατύπωσε την θεωρία του "τρίτου φύλου": Οι άρρενες ομοφυλόφιλοι είναι, στην πραγματικότητα, ψυχές γυναικών παγιδευμένες σε ανδρικό σώμα, ενώ το αντίστροφο εξηγεί γιατί υφίστανται και γυναίκες ομοφυλόφιλες. Εφόσον, κατά συνέπεια, η ομοφυλοφιλία είναι μια έμφυτη συμπεριφορά, το Κράτος οφείλει να την αποποινικοποιήσει. Το κίνημα του Ούλριχς συν τω χρόνω απέκτησε υποστηρικτές, όχι αποκλειστικά ομοφυλόφιλους. Όταν ο Ούλριχς πέθανε το 1895, το κίνημά του διασπάσθηκε: Μια ομάδα ακολούθησε τον διάδοχό του Μάγκνους Χίρσφελντ (Magnus Hirschfeld), ο οποίος ίδρυσε αρχικά την "Επιστημονική Ανθρωπιστική Επιτροπή" το 1897 και αργότερα το "Ινστιτούτο Σεξουαλικών Μελετών" στο Βερολίνο. Η άλλη ομάδα ακολούθησε τον Άντολφ Μπραντ (Adolf Brand), εκδότη του πρώτου περιοδικού για ομοφυλόφιλους "Der Eigene" (O Ιδιαίτερος). Το 1902 ο Μπραντ, μαζί με τους Μπένεντικτ Φρίντλαντερ (Benedict Friedlander) και Βίλχελμ Γιάντσεν (Wilhelm Janzen) δημιούργησαν την "Κοινότητα των Ιδιαίτερων" (Gemeinschaft der Eigenen). Η διαίρεση του κινήματος οφειλόταν σε αυτή καθαυτή τη θεωρία του Ούλριχς, την οποία απεδέχονταν οι υποστηρικτές του Χίρσφελντ, ενώ για τους υποστηρικτές του Μπραντ αποτελούσε προσβολή. Κοινός τόπος, όμως, και των δύο κινημάτων ήταν η ενημέρωση του ευρέως κοινού και η κατάργηση του άρθρου 175.

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης δημιουργήθηκε ένα πιο φιλελεύθερο κλίμα στη χώρα και το καθεστώς, αν και δεν κατάργησε το άρθρο 175, ούτε το εφάρμοσε, ούτε φρόντισε να το ενισχύσει, όπως έκανε το Αυτοκρατορικό καθεστώς. Ως συνέπεια, αυξήθηκαν τα μπαρ και οι τόποι συνάντησης ομοφυλόφιλων, η κυκλοφορία βιβλίων, κινηματογραφικών ταινιών και περιοδικών σχετικών με τους ομοφυλόφιλους, ενώ η ομοφυλοφιλία εκδηλωνόταν περισσότερο ανοιχτά και αποτελούσε όλο και περισσότερο ελεύθερο θέμα συζήτησης.

Ομοφυλοφιλία και Ναζιστικό καθεστώς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1920 η Κυβέρνηση προσπάθησε να αντιδράσει στις εξελίξεις και να ενισχύσει την ισχύουσα νομοθεσία. Ύστερα από δύο ετών διαμάχες και συζητήσεις, η νομοθετική πράξη ενίσχυσης του άρθρου 175 καταψηφίσθηκε (αν και με μικρή διαφορά) στο Ράιχσταγκ (1929). Οι ομοφυλόφιλοι θέωρησαν το γεγονός αυτό ως μεγάλη νίκη τους - αγνόησαν, όμως, την ξεκάθαρη φωνή που ύψωσαν οι βουλευτές του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος ( NSDAP), οι οποίοι διακήρυξαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι πίσω από το όλο ομοφυλοφιλικό κίνημα κρύβονταν οι Εβραίοι, οι οποίοι με αυτή την προσπάθεια ήθελαν να υποσκάψουν την ηθική του γερμανικού έθνους. Η ρατσιστική τους πολιτική έγινε, επίσης, εμφανής όταν προέβαλαν το επιχείρημα ότι η ομοφυλοφιλία αποτελούσε καίριο κτύπημα για την αύξηση του Άρειας καταγωγής πληθυσμού και της άρειας οικογένειας - και συνεπώς ολόκληρης της Γερμανικής ισχύος. Άρα, η ομοφυλοφιλία είναι ασύμβατη με την φυλετική καθαρότητα. Αυτό ακριβώς επρόκειτο να αποτελέσει ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα του Χάινριχ Χίμλερ εναντίον της ομοφυλοφιλίας. Η φωνή του επρόκειτο να ακουστεί δυνατά και καθαρά, όταν το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα ανέλαβε την εξουσία το 1933.

Η υπόθεση Ρεμ και η δίωξη των ομοφυλοφίλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναμνηστική πλάκα στο Βερολίνο με το ροζ τρίγωνο στην κορυφή, εις μνήμην των ομοφυλόφιλων που βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν στα Ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης

Η ηγεσία του Ναζιστικού Κόμματος περιλάμβανε έναν τουλάχιστον παραδεδεγμένα ομοφυλόφιλο, τον Ερνστ Ρεμ. Ο Ρεμ ήταν μέλος της οργάνωσης του Χίρσφελντ και σύχναζε ανοικτά σε σημεία συνάντησης ομοφυλοφίλων. Ο Ρεμ διατηρούσε μόνιμα κλεισμένο τραπέζι σε μια ταβέρνα του Μονάχου, σχεδόν αποκλειστικά για ομοφυλόφιλους, η οποία λεγόταν "Bratwurstglockl ". Εκεί συναντούσε συνεργάτες του, όπως οι Ρορμπάιν (Rohrbein), Πέτερσντορφ (Petersdorf) και Ερνστ Χέλντορφ (Ernst Helldorf) και κατέστρωναν τα σχέδιά τους. Όλοι τους ήταν ομοφυλόφιλοι [1]. Ο Ρεμ ήταν, το 1933, ο ηγέτης της SA (Sturmabteilung) και, παράλληλα, ανταγωνιστής του Χίτλερ στην ηγεσία του Κόμματος. Με την άνοδο του Κόμματος στην εξουσία, η - αριστερή κυρίως - αντιπολίτευση επιτέθηκε στο Κόμμα με επιχείρημα και την ύπαρξη ομοφυλόφιλων στην ηγεσία του. Ο Ρεμ ήταν ένας από τους κύριους στόχους. Προς γενική κατάπληξη, βασικός υποστηρικτής του Ρεμ ήταν ο Χάινριχ Χίμλερ, ο οποίος υποστήριξε την άποψη ότι πίσω από αυτή τη δυσφημιστική εκστρατεία κρυπτόταν ο εβραϊκός δάκτυλος. Ο Χίτλερ, ο οποίος είχε προσωπική φιλία με τον Ρεμ, δεν εκδηλώθηκε ανοικτά, ωστόσο, όταν θεώρησε ως απειλή τις ηγετικές τάσεις του Ρεμ απέναντι στη δική του εξουσία (η SA είχε ήδη στρατολογημένα δύο εκατομμύρια μέλη), αποφάσισε να λάβει δραστικά μέτρα. Οργανώθηκε έτσι μια σφαγή της ηγεσίας των SA, η οποία έγινε γνωστή ως Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών. Ο Ρεμ, μαζί με όλα τα ηγετικά στελέχη της SA συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν. Για να καθησυχάσει την κατακραυγή που, ως λογική συνέπεια, εκδηλώθηκε, ο Χίτλερ δικαιολόγησε την πράξη αυτή με κύριο επιχείρημα την ομοφυλοφιλία του Ρεμ. Την θέση της SA κατέλαβαν τα SS, έχοντας ως ηγέτη τους τον υπερασπιστή του Ρεμ, Χίμλερ. Ο Χίτλερ έδωσε διαταγή να καταγραφούν οι ομοφυλόφιλοι και το καθήκον αυτό ανατέθηκε στην Γκεστάπο, η οποία συνέταξε φακέλους για όλους τους ομοφυλόφιλους καθώς και άλλους "μη κοινωνικοποιημένους" πολίτες του Τρίτου Ράιχ.

Το 1935 το Ράιχσταγκ κατάργησε το μέχρι τότε ισχύον άρθρο 175 αντικαθιστώντας το με νέο άρθρο, με τον ίδιο αριθμό, επιχειρώντας να "σφραγίσει τα ανοίγματα" που άφηνε το παλαιό άρθρο. Ο νέος Κώδικας περιελάμβανε τα εξής:

  • 'Αρθρο 175: Άρρην, ο οποίος συνάπτει σεξουαλική σχέση με άλλον άρρενα ή επιτρέπει σε άλλον άρρενα να τον χρησιμοποιήσει ως σεξουαλικό αντικείμενο, τιμωρείται με φυλάκιση. Εάν ο κατηγορούμενος είναι κάτω των 21 ετών, το δικαστήριο μπορεί, σε όχι ιδιαίτερα σοβαρές περιπτώσεις, να μην επιβάλει φυλάκιση.
  • Άρθρο 175α: Κάθειρξη διαρκείας μέχρι δέκα ετών ή, όπου υφίστανται ελαφρυντικά, φυλάκιση όχι μικροτέρα των τριών μηνών, θα επιβάλλεται εις (1) άρρενα ο οποίος με βία ή απειλή σωματικής ή ψυχολογικής βίας ή απειλή αφαίρεσης ζωής, εξαναγκάζει άλλον άρρενα εις σεξουαλική πράξη ή επιτρέπει εις τον εαυτό του να συμμετάσχει εις αυτήν (2) άρρενα ο οποίος, εκμεταλλευόμενος σχέση βασιζόμενη σε υπηρεσία, εργοδοσία ή εξάρτηση, εξαναγκάζει άλλον άρρενα εις σεξουαλική πράξη ή επιτρέπει εις τον εαυτό του να συμμετάσχει εις αυτήν (3) άρρενα, άνω των 21 ετών, ο οποίος αποπλανώντας άρρενα κάτω των 21 ετών εξαναγκάζει άλλον άρρενα εις σεξουαλική πράξη ή επιτρέπει εις τον εαυτό του να συμμετάσχει εις αυτήν (4) άρρενα ο οποίος δημόσια προβαίνει εις σεξουαλική πράξη ή πρόκληση με άρρενες ή επιτρέπει εις τον εαυτό του να συμμετάσχει εις αυτήν.
  • Άρθρο 175β: Μη φυσιολογική σεξουαλική πράξη διαπραττομένη μεταξύ ανθρώπου και ζώων τιμωρείται με φυλάκιση. Είναι, επίσης, δυνατή η επιβολή απώλειας των πολιτικών δικαιωμάτων.
Τέλεξ της Γκεστάπο για την προληπτική κράτηση ομοφυλόφιλου

Η παράγραφος 174 του Ποινικού Κώδικα απαγόρευε την αιμομιξία, ενώ η παράγραφος 176 έθετε εκτός νόμου την παιδοφιλία. Οι ναζιστές ενεργοποίησαν και άλλες νομοθετικές διατάξεις, στοχεύοντας στις σεξουαλικές "παραβάσεις". Στις 26 Ιουνίου 1935 ψηφίσθηκε ο "Νόμος Προστασίας των Επιγόνων με Κληρονομικές παθήσεις". Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, δικαστήρια διέταξαν τον ευνουχισμό ορισμένων παραβατών σε περιπτώσεις βιασμών, "ανίερων σεξουαλικών πράξεων" και σεξουαλικών πράξεων με συμμετοχή αγοριών κάτω των 14 ετών. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο όριζε τους ομοφυλόφιλους ως "μη κοινωνικοποιημένα άτομα", τα οποία απειλούσαν το Ράιχ και την ηθική αγνότητα της Γερμανίας. Η ποινή των "χρονίως ομοφυλοφίλων" ήταν ο εγκλεισμός τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Με τον τρόπο αυτό, η έννοια του ήθους του λαού έγινε ζήτημα με το οποίο ασχολείτο πλέον η αστυνομία. Έτσι, το 1934 συνελήφθησαν μόνον 766 άτομα ως ομοφυλόφιλοι. Το 1936 οι συλληφθέντες έφθασαν τους 4.000 ενώ το 1938 ξεπέρασαν τους 8.000. Το 1936, ύστερα από εντολή του Χίμλερ, δημιουργήθηκε το Κεντρικό Γραφείο του Ράιχ για την καταπολέμηση της ομοφυλοφιλίας και ο ίδιος τοποθέτησε επικεφαλής τον Γιόζεφ Μάιζινγκερ (Joseph Meisinger). Το Γραφείο ενεθάρρυνε τους καταδότες και πληροφοριοδότες δημιουργώντας ολόκληρο δίκτυο: Μαθητές κατέδιδαν καθηγητές τους, τους οποίους υποπτεύονταν, εργοδότες τους υπαλλήλους τους (και το αντίστροφο). Οι συλλαμβανόμενοι ομοφυλόφιλοι ανακρίνονταν ώστε να καταδώσουν και άλλους ομοφυλόφιλους και η Γκεστάπο κατέστρωνε λίστες με τον προφανή στόχο τον εντοπισμό και σύλληψη όλων των ομοφυλόφιλων της Γερμανίας και τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης: Οι συλλαμβανόμενοι εξέτιαν την ποινή φυλάκισης, που τους επιβαλλόταν, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί υποχρεώνονταν να φέρουν στην στολή τους το σύμβολο της ομοφυλοφιλίας, το ροζ τρίγωνο.

Ο Χίμλερ παραδεχόταν ότι με τον τρόπο αυτό δεν ήταν δυνατό να εξαλειφθεί ολοσχερώς η ομοφυλοφιλία από την Γερμανία. Σκοπός του ήταν, όπως ο ίδιος τον εξέφρασε, να "εντοπίσει τους ομοφυλόφιλους και να τους εξαλείψει από την κοινωνία". Επιζητούσε, όμως, και ένα λογικό επιχείρημα για την εξόντωσή τους. Κατέφυγε, συνεπώς, στην ιατρική "επιστήμη" αναζητώντας το. Βέβαια, υπήρξε και μια -όχι αμελητέα - ομάδα Ναζιστών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι οι Γερμανοί είναι ανώτερη φυλή και, κατά συνέπεια, θα ήταν σφάλμα η εξόντωση ανδρών της ανώτερης φυλής. Υποστήριξαν, μάλιστα, ότι η ομοφυλοφιλία είναι "θεραπεύσιμη" και έπρεπε να επιδιωχθεί η θεραπεία των "πασχόντων".[2]

Η περίπτωση Βερνέτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γκεστάπο, έχοντας υπόψη όλες τις τάσεις στο εσωτερικό του Κόμματος, ερεύνησε πολλές προτεινόμενες λύσεις. Μία από τις πλέον δελεαστικές διατυπώθηκε από τον Δανό ταγματάρχη των SS και ερευνητή ιατρό Δρα. Καρλ Βερνέτ (Carl Værnet), ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι έχει αναπτύξει ένα ορμονικό εμφύτευμα, το οποίο ήταν ικανό να θεραπεύει την ομοφυλοφιλία. Τη σύστασή του στα ανώτερα κλιμάκια των SS την όφειλε στον Ερνστ - Ρόμπερτ Γκράβιτς (Ernst-Robert Grawitz), ιατρό και διοικητικά επικεφαλής του ιατρικού τμήματος των SS. Η χρηματοδότηση του Βερνέτ από τους SS έκανε σαφή την αντίληψη που είχαν περί ομοφυλοφιλίας: Εθεωρείτο ορμονική είτε γενετική είτε ψυχική ανωμαλία - αρκετά στελέχη των SS - του Χίμλερ συμπεριλαμβανομένου - πίστευαν ότι η ομοφυλοφιλία ήταν μεταδοτική και κατά συνέπεια όφειλαν να προστατεύσουν τον γερμανικό λαό από την μετάδοσή της. Στον Βερνέτ δόθηκαν τα αναγκαία μέσα, όπως εργαστηριακός εξοπλισμός, χρηματοδότηση και το αναγκαίο πειραματικό υλικό: Του επιτράπηκε να χρησιμοποιήσει ομορφυλόφιλους κρατούμενους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ ως υποκείμενα των πειραμάτων του. Έτσι, κρατούμενοι υποβλήθηκαν σε εγχειρίσεις για την τοποθέτηση εμφυτευμάτων τεστοστερόνης και, μολονότι κανείς δεν πέθανε από αυτά καθεαυτά τα εμφυτεύματα, σε τουλάχιστον δύο εμφανίσθηκαν μετεγχειρητικές επιπλοκές, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατό τους. Η πρόοδος των "ασθενών" καταγραφόταν σε ημερήσια βάση. Κάποιοι από αυτούς παρουσίασαν "βελτιώσεις", όπως έδειξαν οι αναφορές, ωστόσο η πλειοψηφία δεν παρουσίασε αξιόλογες αλλαγές. Δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο αν ο Βερνέτ προχώρησε και σε ευνουχισμούς κρατουμένων. Το συμπέρασμα, ωστόσο, του Δρα Βερνέτ, για την αποτυχία της μεθόδου του ήταν ότι επρόκειτο για περιπτώσεις χρονίων ή μη θεραπεύσιμων μορφών ομοφυλοφιλίας. Σαν συνέπεια της αποτυχίας του εγχειρήματος, ως συνόλου, η χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού διακόπηκε από τα ανώτερα κλιμάκια των SS και τα "πειραματόζωα" επέστρεψαν στη ζωή του "κανονικού" κρατούμενου[3].

Εξόντωση των ομοφυλόφιλων στα στρατόπεδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα μνημόνιο, το οποίο απέστειλε ο Χϊμλερ στις 20 Μαΐου 1939 προς τους διοικητές των στρατοπέδων, επέτρεπε τον ανοικτό εκβιασμό των ομοφυλόφιλων με ευνουχισμό. Ο ακριβής αριθμός των εγκλεισμένων ομοφυλόφιλων δεν έχει γίνει γνωστός, οι υπολογισμοί όμως κάνουν λόγο για 10 έως 15 χιλιάδες άτομα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία άνδρες - οι γυναίκες σπάνια εγκλείονταν σε στρατόπεδα, αν και υφίσταντο άλλες μορφές δίωξης. Αυτό δείχνει ότι οι προθέσεις των Ναζί ήταν να "αναμορφώσουν" και να "εκπαιδεύσουν" τον ομοφυλόφιλο πληθυσμό, επαναφέροντάς τον στον, κατά την άποψή τους, σεξουαλικά ορθό δρόμο. Οι Ναζί, πράγματι, δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τους περιστασιακά ομοφυλόφιλους, αλλά προσπάθησαν να εγκλωβίσουν τους "αθεράπευτα" ομοφυλόφιλους. Η απειλή του Χίμλερ, αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εκφοβισμού. Έγινε, όμως, πραγματικότητα για αρκετούς κρατούμενους, οι οποίοι ευνουχίσθηκαν. Δεν είναι, επίσης, καθόλου περίεργο, ότι διώξεις ομοφυλόφιλων δεν πραγματοποιήθηκαν σε καμία από τις κατεχόμενες χώρες, αλλά περιορίσθηκαν στην Γερμανία, εφόσον αυτό που απασχολούσε τους Ναζί ήταν η φυλετική ανωτερότητα και καθαρότητα των Γερμανών και μόνον.

Οι έγκλειστοι ομοφυλόφιλοι είχαν ιδιαίτερα σκληρή μεταχείριση από το προσωπικό των στρατοπέδων. Η συμπεριφορά προς αυτούς με το ροζ τρίγωνο ήταν κτηνώδης, ενώ οι φύλακες ενθάρρυναν τέτοια συμπεριφορά προς τους "ροζ" και από άλλες κατηγορίες κρατουμένων, ιδιαίτερα από αυτούς με το κόκκινο (ποινικοί) και το πράσινο τρίγωνο (πολιτικοί κρατούμενοι). Δεν τους επιτρεπόταν να αναλάβουν καμία θέση με την παραμικρή, έστω, ευθύνη[4]. Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε πρόσθετο ψυχολογικό βάρος στους ομοφυλόφιλους κρατούμενους, καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα ενίσχυσης του ηθικού τους, δεχόμενοι κάποια συμπαράσταση από άλλες κοινωνικές ομάδες κρατουμένων. Έτσι, οι θάνατοι ομοφυλοφίλων ήσαν τριπλάσιοι, συγκρινόμενοι με αυτούς των άλλων κοινωνικών ομάδων (των Εβραίων και των Αθιγγάνων, ασφαλώς, εξαιρουμένων).

Η αναγνώριση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ωστόσο, προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι η εξόντωση αυτής ειδικά της κοινωνικής ομάδας δεν έλαβε την οφειλόμενη αναγνώριση στη Δίκη της Νυρεμβέργης, κυρίως επειδή ο (τότε) γερμανικός νόμος εξακολουθούσε να θεωρεί την ομοφυλοφιλία ως αδίκημα (το άρθρο 175 του Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε οριστικά μόλις το 1969). Μόλις τη δεκαετία του '70 οι ιστορικοί άρχισαν να συμπεριλαμβάνουν επίσημα τους ομοφυλόφιλους στα θύματα του Ολοκαυτώματος. Μαρτυρίες κρατουμένων, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα όπως το Bent και ιστορικές πηγές τεκμηρίωσαν την ομοφοβική υστερία και τη λαίλαπα διώξεων στη ναζιστική Γερμανία.

Η γερμανική κυβέρνηση μόλις το 2002 αναγνώρισε τους ομοφυλόφιλους ως θύματα της ναζιστικής θηριωδίας καθώς και δικαιούχους αποζημιώσεων για όσους ζούσαν ακόμα, ενώ στις 27 Ιανουαρίου του 2005, στην επέτειο των 60 χρόνων από την απελευθέρωση του Άουσβιτς, ήρθε και η επίσημη αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. [5]

Σήμερα υπάρχουν μνημεία στο Βερολίνο [6], το Άμστερνταμ και το Σίδνεϊ, για να υπενθυμίζουν μια όχι και τόσο γνωστή πτυχή ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας, και να ενδυναμώνουν τη διεκδίκηση των ΛΟΑΤ δικαιωμάτων παγκοσμίως ως ένδειξη σεβασμού προς τα θύματα και αποδοχής του δικαιώματος στη διαφορετικότητα.

Aναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Burleigh, Michael and Wolfgang Wipperman The Racial State: Germany, 1933-1945, New York: Cambridge, 1991.
  • Ford and Beach, Patterns of Sexual Behavior, New York: Harper and Row, 1952.
  • Heger, Heinz, The Men With the Pink Triangle, Boston: Alyson Publishing Co., 1980.
  • Laska, Vera, Women in the Resistance and in the Holocaust: The Voices of Eyewitnesses, Westport: Greenwood Press, 1983.
  • Lautmann, Reudiger, Gay Prisoners in Concentration Camps Compared with Jehovah's Witnesses and Political Criminals, στο Licata and Peterson, eds., Historical Perspectives on Homosexuality, New York: 1981
  • Florence Tamagne, A History Of Homosexuality In Europe: Berlin, London, Paris, 1919-1939, Τόμοι I & II, Algora Publishing, 2006 ISBN 0-87586-356-6