Φάσεις του Ολοκαυτώματος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Σύμφωνα με τον Ραούλ Χίλμπεργκ (Raul Hilberg), αναγνωρισμένο ιστορικό του Ολοκαυτώματος, μπορούν να προσδιοριστούν τέσσερις διαφορετικές Φάσεις του Ολοκαυτώματος.

Ταυτοποίηση και προσδιορισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης του 1935 υιοθέτησαν ένα ψευτοεπιστημονικό σύστημα για τον φυλετικό διαχωρισμό σε βάρος των ατόμων εβραϊκής καταγωγής. Άτομα με τέσσερις Γερμανούς παππούδες (άσπροι κύκλοι) ανήκαν στο "Γερμανικό αίμα", ενώ ταξινομούνταν ως Ιουδαίοι αν κατάγονταν από τρεις ή περισσότερους Εβραίους παππούδες (μαύροι κύκλοι στην πάνω γραμμή δεξιά). Αν ένα άτομο είχε έναν ή περισσότερους Εβραίους παππούδες τον καθιστούσε "ανάμεικτου αίματος". Αν απουσίαζαν τα ορατά εξωτερικά γνωρίσματα, οι Ναζιστές χρησιμοποιούσαν τις θρησκευτικές συνήθειες των παππούδων ενός ατόμου για να προσδιορίσουν τη "φυλή" του. (Χάρτης του 1935 από την Ναζιστική Γερμανία που χρησίμευε στη διευκρίνηση των Νόμων της Νυρεμβέργης)

Πριν γίνει δυνατή η θέσπιση νόμων από τους Ναζιστές με σκοπό τις διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων, θα έπρεπε ο νόμος να μπορεί να ταυτοποιήσει την ομάδα των ατόμων που επρόκειτο να αποτελέσουν το στόχο αυτών των μέτρων. Αυτό ήταν ιδιαίτερα δύσκολο καθώς η ναζιστική ιδεολογία αντιμετώπιζε τους Ιουδαίους ως φυλή και όχι ως θρησκευτική κοινότητα, σε σύγκρουση με τα επιστημονικά γεγονότα.

Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης του 1935 ταυτοποιούσαν κάποιον που είχε τρεις ή περισσότερους Εβραίους παππούδες ως 'πλήρως Εβραίο', εκείνον που είχε δύο Εβραίους παππούδες ως '1ου βαθμού υβρίδιο' και εκείνον με έναν Εβραίο παππού ως '2ου βαθμού υβρίδιο'. Οι πραγματικές θρησκευτικές πρακτικές ή συνήθειες κάποιου δεν έπαιζαν κάποιο ρόλο και κατά συνέπεια πολλοί προσήλυτοι Ιουδαίοι —ακόμη και Άριοι που είχαν μεταστραφεί στον Ιουδαϊσμό- ανακηρύσσονταν Εβραίοι από την πολιτεία, παρά την μη εβραϊκή φυλετική καταγωγή. Τα '2ου βαθμού υβρίδια' και Εβραίοι που είχαν παντρευτεί με Άριους εξαιρούνταν ορισμένες φορές από την εξόντωση.

Μετά τον προσδιορισμό του όρου «Εβραίος» σύμφωνα με τον νόμο, επιβάλλονταν διακρίσεις στους Εβραίους όπως, μεταξύ άλλων, η προσθήκη των ονομάτων "Ισραήλ" (για τους άντρες) και "Σάρρα" (για τις γυναίκες) στα ονοματεπώνυμά τους και η καταγραφή ενός μεγάλου χαρακτήρα "J" στα διαβατήριά τους.

Οικονομικές διακρίσεις και αποκλεισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφού έγινε ο (φυλετικός) προσδιορισμός των Εβραίων, οι οικονομικές διακρίσεις και ο αποκλεισμός από την υπόλοιπη κοινωνία αποτέλεσαν το επόμενο βήμα του Ολοκαυτώματος. Εβραίοι γιατροί, δικηγόροι, ακόμη και υπηρέτριες δεν επιτρεπόταν να εργάζονται για Γερμανούς και δεν επιτρεπόταν πλέον στους Εβραίους να απασχολούν Γερμανούς εργαζόμενους. Επίσης, δεν τους επέτρεπαν να είναι στελέχη επιχειρήσεων ή να κατέχουν μετοχές σε επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις, σπίτια και περιουσιακά στοιχεία 'αρειοποιούνταν', με την πώλησή τους σε «Άρειους» Γερμανούς (συχνά σε εξευτελιστικές τιμές). Συνήθως περιλαμβάνονταν εκβιασμοί και το γερμανικό κράτος μαζί με τους Άρειους που συμμετείχαν συσσώρευαν τεράστια κέρδη μέσω αυτών των συναλλαγών, ενώ οι Εβραίοι επιχειρηματίες εξαναγκάζονταν να δεχτούν αυτές τις συναλλαγές. Στους ελεύθερους επαγγελματίες, επίσης, επιβλήθηκε μποϊκοτάζ, με αποκορύφωμα την Νύχτα των Κρυστάλλων, στην οποία το μποϊκοτάζ μετατράπηκε σε ανοικτή δίωξη.

Συγκέντρωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εξ ορισμού απομόνωση των Εβραίων από τους υπόλοιπους και τη διακοπή ή τον περιορισμό των οικονομικών δεσμών με την υπόλοιπη κοινωνία, οι Εβραίοι ξεχωρίζονταν από τους υπόλοιπους και σωματικά. Εξαναγκάζονταν να ζήσουν είτε σε ειδικά σπίτια είτε σε γκέτο, και χρησιμοποιούνταν ως εργατικό δυναμικό σε καταναγκαστικά έργα, όπως συνέβη σε πολλές μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, με προεξάρχουσα την IG Farben.

Με τη συγκέντρωση των Εβραίων σε γκέτο, στρατόπεδα συγκέντρωσης και σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, οι Εβραίοι απομονώνονταν από την υπόλοιπη κοινωνία και περιέρχονταν πλέον κάτω από τον πλήρη έλεγχο των Ναζιστών. Οι Ναζιστές έλεγχαν την ποσότητα της τροφής που εισερχόταν στα γκέτο και χρησιμοποιούσαν τον πληθυσμό τους για βοηθητικές εργασίες, όπως μικροεπισκευές στολών ή κατασκευή μικροεφοδίων για τον Στρατό.

Απομονωμένοι από την κοινωνία, χωρίς χρήματα και πόρους, και κάτω από τον έλεγχο των Ναζιστών, οι Εβραίοι ήταν πλέον ανυπεράσπιστοι.

Εξόντωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1942, μετά τη Διάσκεψη της Βάνζεε, οι Ναζιστές άρχισαν να δολοφονούν τους Εβραίους σε μεγάλους αριθμούς. Τα Τάγματα εξόντωσης ήδη διενεργούσαν μαζικές εκτελέσεις Εβραίων σε κατεχόμενες σοβιετικές περιοχές από το 1941 και οι Εβραίοι είτε απελαύνονταν στα άδεια τότε γκέτο, όπως σε εκείνο της Ρίγα, για να τους πυροβολήσουν αργότερα ή σε στρατόπεδα θανάτου της Επιχείρησης Ράινχαρντ στην Τρεμπλίνκα, στο Μπέλζεκ και στο Σομπιμπόρ. Οι Πολωνοεβραίοι που ζούσαν στις πρώην πολωνικές περιοχές, οι οποίες είχαν ενσωματωθεί τότε στη Γερμανία, θανατώθηκαν στο Κέλμνο (Κούλμχοφ) μέσα σε κινητούς θαλάμους αερίων. Αργότερα, στις αρχές του 1943, οι Εβραίοι απελαύνονταν στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, το πιο διαβόητο στρατόπεδο θανάτου.

Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια ύπαρξης του Ναζιστικού καθεστώτος βρήκαν τον θάνατο περίπου έξι εκατομμύρια Εβραίοι.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]