Αλλαγές

Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας}}
Η '''Ελληνιστική Κοινή''' (κοινή εννοείται διάλεκτος) είναι η λαϊκή μορφή της [[Αρχαία ελληνική γλώσσα|αρχαίας ελληνικής γλώσσας]]<ref>Περιλαμβάνεται στον όρο της Αρχαιοελληνικής γλώσσας, ωστόσο οι μεταλλάξεις της ελληνικής γλώσσας κατά την ελληνιστική περίοδο δικαιολογούν μεθοδολογικά την διακριτή θεώρησή της με αυτήν.</ref> που εμφανίστηκε και επικράτησε στη μετακλασσική [[αρχαιότητα]] (περ.συμβατικά περίπου: 300 π.Χ. - 300 μ.Χ.) και αποτελεί την τέταρτη περίοδο στην ιστορία της μακραίωνης [[ελληνική γλώσσα|ελληνικής γλώσσας]]. Άλλες ονομασίες της είναι ''Αλεξανδρινή'', ''Ελληνιστική'', ''Κοινή'' ή ''Ελληνική της Καινής Διαθήκης''. Η Κοινή είναι ιδιαίτερα σημαντική όχι μόνο για τους [[Έλληνες]], καθώςπου αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της [[δημοτική γλώσσα|δημοτικής]], αλλά και για όλον τον [[Δυτικός πολιτισμός|Δυτικό πολιτισμό]], για τον οποίο αποτέλεσε την [[lingua franca]] στην περιοχή της [[Μεσόγειος|Μεσογείου]]. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα [[ευαγγέλιο|Ευαγγέλια]] καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του [[Χριστιανισμός|Χριστιανισμού]] στα πρώτα χρόνια μετά [[Ιησούς Χριστός|Χριστόν]]. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στησε ολόκληρη την [[Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία]] και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη [[Λαϊκή Λατινική γλώσσα]]), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη.
 
==Η Ονομασία==
Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του [[Μέγας Αλέξανδρος|Μεγάλου Αλεξάνδρου]]. Υπό την ηγεσία των [[Μακεδονικό βασίλειο|Μακεδόνων]] που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την [[Αρχαία Αίγυπτος|Αίγυπτο]] ώς τη λεκάνη της [[Ινδία]]ς. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη [[Κλασική εποχή]], στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτισμοί υπό την επιρροή της [[Ελληνιστική περίοδος|Ελληνιστικής περιόδου]] άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.
 
Για την προέλευση της Κοινής Ελληνικής οι μελετητές διαφωνούν. Οι μεν πιστεύουν ότι πράγματι προερχόταν από τον συγκερασμό των τεσσάρων βασικών διαλέκτων της [[αρχαία ελληνική γλώσσα|αρχαίας ελληνικής γλώσσας]] (ή εκ των τεσσάρων συνιστώσα), άλλοι ότι αποτελεί ουσιαστικά μια μετεξέλιξη της [[Ιωνική διάλεκτος|Ιωνικής]] ή της [[Αττική διάλεκτος|Αττικής διαλέκτου]]. Οι μεν<ref>π.χ. οι Ulrich Wilamowitz και Antoine Meilleto.</ref> υποστηρίζουν ότι στην Ελληνιστική ήταν πολύ έντονα τα ιωνικά στοιχεία, όπως το ''σσ'' αντί του ''ττ'' και το σύμπεγλμα ''ρσ'' αντί του ''ρρ'' (θάλασσα αντί θάλαττα και ἀρσενικός αντί ἀρρενικός) ενώ οι δε<ref>π.χ. o Paul Kretschmer στο βιβλιο του "Die Entstehung der Koine" (1901) και ο Γ.Ν. Χατζιδάκις.</ref> θεωρούν ότι παρά τα πολλά στοιχεία από την [[Ιωνία|ιωνική]] και άλλες διαλέκτους, ο βασικός πυρήνας της Ελληνιστικής ήταν η [[Αττική διάλεκτος]].
 
Η Ελληνιστική Κοινή είχε σε γενικές γραμμές περισσότερα ιωνικά στοιχεία στις περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από [[Ιωνία|Ίωνες]] ενώ αντίθετα στη Λακωνία και στην Κύπρο είχε περισσότερα λακωνικά και αρκαδικά-κυπριακά στοιχεία αντίστοιχα. Επιπλέον η λόγια γλώσσα της περιόδου εκείνης προσομοιάζει τόσο πολύ στην Αττική ώστε συχνά αναφέρεται ως ''Κοινή Αττική'' και οι περισσότεροι πλέον αποδέχονται την άποψη ότι η Ελληνιστική Κοινή είναι παιδί της Αττικής, με αρκετές βέβαια επιρροές από άλλες διαλέκτους ή και από τη μητρική γλώσσα άλλων λαών που την μιλούσαν και που σε μικρό βαθμό επίσης τη διαμόρφωναν.
 
Το πέρασμα στην επόμενη περίοδο, που είναι γνωστή και ως [[Μεσαιωνική ελληνική γλώσσα|Μεσαιωνική ελληνική]], χρονολογείται από την ίδρυση της [[Κωνσταντινούπολη|Πόλης]] από τον [[Μέγας Κωνσταντίνος|Κωνσταντίνο Α']] το 330. Η μετά-Κλασική περίοδος της Ελληνικής αναφέρεται έτσι στην δημιουργία και την εξέλιξη της Κοινής διαμέσου της όλης Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου της ιστορίας έως τις αρχές του Μεσαίωνα.
 
==Πηγές==
Οι πρώτοι που μελέτησαν την Ελληνιστική Κοινή ήταν κλασσικιστές (δηλαδή λάτρεις της [[Αττική διάλεκτος|Αττικής διαλέκτου]]) και ήταν λογικό να μην αποδέχονται τις παρεκτροπές της Ελληνιστικής από το πρότυπό τους. Την απαξίωσαν ως "παρηκμασμένη μορφή" της λόγιας Αττικής γλώσσας και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία όσο ήταν ακόμα καιρός και διασώζονταν περισσότερα στοιχεία της. Η μεγάλη σημασία της αναγνωρίστηκε μόλις κατά τον 19ο αιώνα και οι πηγές ήταν όσα πρωτότυπα σε επιγραφές και πάπυροι είχαν διασωθεί. Πηγή της επίσης υπήρξε η «[[Μετάφραση των Εβδομήκοντα]]», δηλαδή η σχεδόν κατά λέξη μετάφραση στα Ελληνικά της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και η Καινή Διαθήκη που συντάχθηκε περίπου 4 αιώνες αργότερα. Αυτά τα κείμενα στόχευαν λογικά στο να γίνουν κατανοητά από το πλατύ κοινό και κατά συνέπεια πρέπει να είχαν συνταχθεί στην καθομιλουμένη της εποχής τους.
 
Πληροφορίες μπορούν να αντληθούν και από Αττικιστές λόγιους της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, οι οποίοι προκειμένου να πολεμήσουν ουσιαστικά την εδραίωση της Ελληνιστικής Κοινής, εξέδιδαν έργα στα οποία συνέκριναν την «ορθή Αττική» με την «λανθασμένη Κοινή». Παρέθεταν μάλιστα και παραδείγματα και νουθετούσαν τον κόσμο για την κατά την αντίληψή τους σωστή χρήση της γλώσσας. Ένας από αυτούς ήταν και ο [[Φρύνιχος Αρράβιος]] ο οποίος κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα έγραφε χαρακτηριστικά τα εξής:
:::*Διωρία ἑσχάτως ἀδόκιμον, ἀντ' αυτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς. (Η (λέξη) διωρία είναι αισχρά αδόκιμη και αντ' αυτής να χρησιμοποιείς την προθεσμία)
:::*"Πάντοτε" μὴ λέγε, ἀλλὰ "ἑκάστοτε" καὶ "διὰ παντός".
Άλλες πηγές αποτελούν οι ίδιοι οι Αττικιστές με τα γλωσσικά τους «σφάλματα» καθώς δεν μπορούσαν να είχαν τέλεια γνώση της [[Αττική διάλεκτος|Αττικής διαλέκτου]] έβαζαν στο λόγο τους κατά λάθος και στοιχεία της τότε καθομιλουμένης Ελληνιστικής Κοινής. Επίσης πηγή αποτελούν τα τυχαία ευρήματα σε επιγραφές αγγείων -που τις έγραφαν λαϊκοί καλλιτέχνες ή οι έμποροι μόνοι τους- καθώς και μερικά μεταφραστικά λεξικά ή γλωσσάρια Ελληνο-λατινικών της ρωμαϊκής περιόδου. Στα τελευταία αναφέρονται<ref>Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Augsburg: [http://www.hs-augsburg.de/~harsch/Chronologia/Lspost03/Dositheus/dos_col3.html Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Augsburg].</ref> ελληνικές φράσεις με τη μετάφρασή τους στα Λατινικά:
:::*Καλήμερον, ἦλθες; Bono die, venisti?
:::*Ποῦ; Ubi?
Οι έξι αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη [[φωνολογία]] - την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της Νεοελληνικής σε σύγκριση με τα Αρχαία Ελληνικά
 
Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις<ref>James Morwood, "Oxford Grammar of Classical Greek".</ref>. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά, αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρηματικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου
 
Στη σύνταξη το «ἴνα» αντικαθιστά μια σειρά από συνδέσμους και απαρέμφατα. Γίνεται ευρύτερη χρήση των υποκοριστικών χωρίς όμως αυτά να έχουν την αρχική υποκοριστική τους έννοια (π.χ. το παιδίον δεν είναι όπως στα Αρχαία Ελληνικά το μικρό παιδί, αλλά γενικά το παιδί). Επίσης, επηρεασμένη από την αραμαϊκή γλώσσα, η Ελληνιστική Κοινή χρησιμοποιεί συχνά το «τότε» και τη φράση-κλισέ «καί το δέ».
Στην Ελληνιστική (τουλάχιστον όπως μαρτυρούν τα εκκλησιαστικά κείμενα) επέδρασαν και οι σημιτικοί τύποι σύνταξης ή σχημάτων λόγου ή και λέξεις, όπως π.χ. η λέξη σατανάς. Η λέξη άγγελος αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα επίδρασης, αφού παύει να χρησιμοποιείται τόσο συχνά με την έννοια του αγγελιοφόρου όσο του άγγελου, που είναι μεν αγγελιοφόρος του Θεού, αλλά η λέξη πλέον εννοεί το συγκεκριμένο ον, τον άγγελο, ο δε «διάβολος» παύει να σημαίνει εκείνον που ενσπείρει διαβολές, αλλά τον διάβολο του [[Ιώβ]].
 
==Παραπομπές & Υποσημειώσεις==
==Πηγές==
<references />
 
2.024

επεξεργασίες

Μενού πλοήγησης