Μακεδονικό ζήτημα
|
|
Αυτό το λήμμα ή η ενότητα δεν αναφέρει τις πηγές του ή δεν περιέχει επαρκείς παραπομπές. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια προσθέτοντας κατάλληλες πηγές και παραπομπές που να υποστηρίζουν το λήμμα. |
Μακεδονικό Ζήτημα είναι η ονομασία με την οποία έγινε διεθνώς γνωστό το εθνικοχωροταξικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε αμέσως μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου τον 19ο αιώνα, στη Βαλκανική, και ειδικότερα στη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας μεταξύ των κρατών της περιοχής, Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το Μακεδονικό Ζήτημα ήταν επιμέρους θέμα του γενικότερου Ανατολικού Ζητήματος που φάνηκε να είχε λήξει με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου πλην όμως επανεμφανίσθηκε στο προσκήνιο αμέσως με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ανάμεσα σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία στην αρχή, και Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας στη συνέχεια, ως το Ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ.
[Επεξεργασία] Ιστορία
Ό,τι και να σήμαινε το όνομα Μακεδονία στην αρχαιότητα, στα τέλη του 19ου αιώνα δήλωνε τη περιοχή που εκτεινόταν δυτικά από τις λίμνες Οχρίδα και Πρέσπα μέχρι τον ποταμό Νέστο ανατολικά, και από τα βουνά του Σαρ, της Ρίλας και της Ροδόπης από βορρά μέχρι την Πίνδο, τον Όλυμπο και το Αιγαίο προς νότο. Αυτός ο χώρος που αποτελεί μια πλούσια μορφολογία εδάφους με λίμνες, βουνά και ποταμούς διασχίζονταν από την αρχαιότητα από τρεις κύριες οδούς, τις κοιλάδες του Αξιού και του Στρυμόνα που συνέδεαν την κεντρική Ευρώπη με το Αιγαίο και τη ρωμαϊκή Εγνατία οδό που διερχόμενη από το Μοναστήρι και τη Θεσσαλονίκη έφθανε στη Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς ήταν επόμενο, στο διάβα της Ιστορίας, πολλοί λαοί, παλαιότερα Πέρσες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, και στα νεότερα χρόνια Βούλγαροι, Σέρβοι και Τούρκοι να προσπαθούσαν να κυριαρχούν του χώρου, σε βάρος πάντα των γηγενών κατοίκων.
Έτσι όταν περί το τέλος του 19ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να δείχνει σημεία παρακμής οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής άρχισαν να συνειδητοποιούν τα ίσως παραμελημένα συμφέροντά τους στο χώρο αυτό, όπου μάλιστα στην εποχή αυτή του σιδηροδρόμου αποκτούσε ιδιαίτερη σπουδαιότητα. Εξ αιτίας όμως των μεταξύ τους αντιζηλιών καμία εξ αυτών δεν είχε τη δύναμη της απ΄ ευθείας προσάρτησης του χώρου. Το μόνο συνεπώς που μπορούσαν να κάνουν ήταν ν΄ αυξήσουν την επιρροή τους στους πληθυσμούς της περιοχής, παράλληλα μ΄ εκείνη προς τον Σουλτάνο στη Κωνσταντινούπολη, για όσο χρόνο θα "παρέμενε" (ή θα του επέτρεπαν) τη συνέχεια της Αυτοκρατορίας του, προκειμένου να είναι έτοιμες να υποστηρίξουν ένα ή περισσότερους από τους διαδόχους του οθωμανικού καθεστώτος που θα μπορούσαν να ήταν οι Σέρβοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί, ακόμα και οι γηγενείς Μακεδόνες, που οι πιθανότητές να ιδρύσουν ανεξάρτητα έθνη δεν ήταν και εντελώς ανύπαρκτες. Εν γνώσει τους βεβαίως πως όλοι οι παραπάνω λαοί μπορούσαν να προβάλουν αξιώσεις βασισμένες σε ιστορικούς, η θρησκευτικούς, η πολιτιστικούς, η και πληθυσμιακούς λόγους, είτε για ολόκληρη τη Μακεδονία είτε κατά εκτεταμένα τμήματά της.
Έτσι αμέσως μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου και τη προσάρτηση της Θεσσαλίας και τμήματος της Ηπείρου από την Ελλάδα άρχισαν όλοι οι βαλκανικοί λαοί να ισχυρίζονται ότι οι Μακεδόνες ήταν αδέλφια τους που χάθηκαν στο διάβα των αιώνων. Βέβαια Σέρβοι και Βούλγαροι μπορεί να είχαν φυλετικούς και γλωσσικούς δεσμούς με τους Σλάβους της Μακεδονίας πλην όμως μεταξύ τους διαφωνούσαν στο βαθμό συγγενείας, μια αντιπαράθεση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Οι Έλληνες όμως, εκτός των αποδεδειγμένων ιστορικών αξιώσεων κατείχαν και πολυάριθμα χωριά ιδίως στα νότια που σχεδόν όλα ήταν ελληνόφωνα, και παρά την εξάπλωση της βουλγαρικής Εξαρχίας με επισκόπους -"βοηθούς"-, τους λεγόμενους protojereji (= κάτι σαν πρωτοσύγγελοι), η Ελληνική Εκκλησία συνέχισε να κυριαρχεί*
Έτσι στο χώρο της Μακεδονίας, άρχισε ένας έντονος αντάρτικος αγώνας μεταξύ των τριών εθνοτήτων που αποτελούσαν τον πληθυσμό της, των Ελλήνων, των Βούλγαρων και των Τούρκων. Δευτερευόντως δρούσαν στην περιοχή Σέρβοι, Αλβανοί και Ρουμάνοι. Υπήρχαν δε, και αρκετοί κάτοικοι με αδιευκρίνιστη, ρευστή ή αδιαμόρφωτη εθνική συνείδηση, οι οποίοι είτε δεν συμμετείχαν στους εθνικούς ανταγωνισμούς, είτε προσκολλούνταν σε κάποια από τις εθνικές "παρατάξεις", είτε έμεναν ουδέτεροι. Αυτή την κατάσταση που εξωθούσαν και οι λεγόμενες "Προστάτιδες Δυνάμεις", η Γαλλία, η Ρωσία, η Αγγλία και η τότε Αυστροουγγαρία, τη χρησιμοποίησαν προκειμένου ν΄ ανακόψουν την διείσδυση της Γερμανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το άνοιγμά της προς την Ανατολή, που απειλούσε πρώτιστα τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Μετά την έκρηξη των εθνικών κινημάτων στη Μακεδονία, οι Προστάτιδες Δυνάμεις, για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, απευθύνθηκαν στον Σουλτάνο και απαίτησαν αυτονόμηση της Μακεδονίας, με τη δικαιολογία ότι η περιοχή αποτελούσε πυριτιδαποθήκη. Έτσι συγκροτήθηκε ένα αυτόνομο κράτος, υποτελές στο Οθωμανικό κράτος, στη διακυβέρνηση του οποίου συμμετείχαν Έλληνες, Βούλγαροι, Τούρκοι, καθώς και Εβραίοι οι οποίοι είχαν δημιουργήσει μια σημαντική παροικία στη Θεσσαλονίκη.
Το 1908 όμως ξέσπασε το κίνημα των Νεότουρκων και η Μακεδονία ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ξανά. Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι το 1912 - 1913, που δημιούργησαν τα σημερινά κράτη της Βαλκανικής χερσονήσου. Το Μακεδονικό απασχόλησε και την Β' Διεθνή, η οποία υποστήριξε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους, κάτι το οποίο δεν έγινε αφού μετά του πολέμους και την ανταλλαγή πληθυσμού του 1923, το ελληνικό στοιχείο αποτελούσε πλέον τη συντριπτική πλειοψηφία του μακεδονικού πληθυσμού και έτσι το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας ενσωματώθηκε στην Ελλάδα, ένα μικρό μέρος στη Βουλγαρία και το υπόλοιπο στη Σερβία. Παρόλα αυτά το πρόβλημα συνέχισε να απασχολεί τη Β' Διεθνή και αργότερα και την Γ' Διεθνή, με σκοπό την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους, θέση η οποία το 1924 υιοθετήθηκε επίσημα και από το ΚΚΕ.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μακεδονικό Ζήτημα μπαίνει σε μία νέα φάση, με την επίσημη αναγνώριση πλέον "μακεδονικής εθνότητας" μέσα στη Γιουγκοσλαβία. Στα πλαίσια της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, τα κομμουνιστικά κόμματα της Βαλκανικής είχαν αποδεχθεί τη σύσταση ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης. Σε αυτή την κίνηση πρωτοστατούσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας, με τα αντίστοιχα της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας να ακολουθούν, έχοντας να αντιμετωπίσουν εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Εκείνη την περίοδο άρχισε να γίνεται αντικατάσταση της ιδέας της ενιαίας Μακεδονίας με αυτή της λύτρωσης των λεγόμενων Σλαβομακεδόνων.
Ήδη όμως κατά τη διάρκειας της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα, ορισμένοι Σλαβόφωνοι πληθυσμοί στην Ελληνική Μακεδονία προσχώρησαν στη βουλγαρική προπαγάνδα και σχημάτισαν ένοπλα σώματα, ενώ αργότερα προσχώρησαν ομαδικά στα αντάρτικα ένοπλα τμήματα της σλαβομακεδονικής οργάνωσης ΣΝΟΦ. Αυτοί ήρθαν σε σύγκρουση με τμήματα του ΕΛΑΣ τον Οκτώβριο του 1944, με αποτέλεσμα να εκδιωχθούν από την Ελλάδα. Το 1946 επέστρεψαν και αγωνίστηκαν στις τάξεις του ΔΣΕ, ιδρύοντας ταυτόχρονα τη σλαβομακεδονική κομματική οργάνωση ΝΟΦ, εκπατρίστηκαν όμως οριστικά το 1949.
Την περίοδο της Κατοχής, το τμήμα της Μακεδονίας που κατείχε η Γιουγκοσλαβία, είχε παραχωρηθεί στην Βουλγαρία, με αποτέλεσμα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας να κάνει απέλπιδες προσπάθειες να θέσει υπό τον έλεγχό του την τοπική κομματική οργάνωση, η οποία είχε προσχωρήσει στο αντίστοιχο της Βουλγαρίας. Τελικά όμως το 1942, ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο με διακήρυξή του, αποφάσισε πως η "Γιουγκοσλαβική Μακεδονία" θα αποτελούσε μία από τις έξι ομόσπονδες δημοκρατίες που θα αποτελούσαν την ενιαία Γιουγκοσλαβία, ενώ οι κάτοικοι της περιοχής θα αναγνωρίζονταν ως μια νέα σλαβική εθνότητα, τη μακεδονική.
Ακολούθησε μια μακρά περίοδος έντασης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας, με αμοιβαίες επιρρήψεις ευθυνών για προσπάθεια προσέγγισης της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, ενώ ταυτόχρονα οι αρχές του κράτους των Σκοπίων είχαν αρχίσει μια συντονισμένη εκστρατεία για τη διάδοση των θέσεών τους, που είχαν να κάνουν με την ταύτισή τους με τους Αρχαίους Μακεδόνες και την αλύτρωτη μακεδονική εθνότητα που ζει στην Ελληνική Μακεδονία. Έτσι όταν ήρθε η ώρα της αποσύνθεσης της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, το κράτος των Σκοπίων προέβαλε το αίτημα να αναγνωρισθεί διεθνώς με το όνομα Μακεδονία, προκαλώντας αλλεπάλληλα κύματα αντίδρασης από την πλευρά των Ελλήνων, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις χώρες της Ελληνικής Διασποράς.
[Επεξεργασία] Πηγές
- Εγκυκλοπαίδεια Υδρία Cambridge Ήλιος
[Επεξεργασία] Εξωτερικές συνδέσεις
- Δημήτρης Λιθοξόου: Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος, [1]
- Οι Φάκελοι του Αλέξη Παπαχελά Αθήνα-Σκόπια: δύο δεκαετίες διπλωματικό παρασκήνιο