Λίχτενσταϊν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Λιχτενστάιν)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 47°08′42″N 9°33′14″E / 47.145°N 9.5539°E / 47.145; 9.5539

Πριγκιπάτο του Λίχτενσταϊν
Fürstentum Liechtenstein

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικό σύνθημα: Für Gott, Fürst und Vaterland
Για το Θεό, για τον Πρίγκιπα και για την Πατρίδα
Εθνικός ύμνος: Oben am jungen Rhein
«Πάνω στον νέο Ρήνο»
Η θέση του Λίχτενσταϊν (πράσινο)
στην Ευρωπαϊκή ήπειρο (σκούρο γκρι)
Βαντούζ
47°08′00″N 9°31′00″E / 47.1333°N 9.5167°E / 47.1333; 9.5167 (Βαντούζ)
Μεγαλύτερη πόλη
Σάαν (Schaan)
Γερμανική
Συνταγματική Μοναρχία
Χανς Άνταμ Β΄
Άλοϊς
Άντριαν Χάσλερ
Νομοθετικό σώμα
Λάνταγκ
Ανεξαρτησία
Ίδρυση
Από Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Από Γερμανική Ομοσπονδία
Ισχύον Σύνταγμα

23 Ιανουαρίου 1719
12 Ιουλίου 1806

1866

5 Οκτωβρίου 1921, αναθεωρήθηκε 15 Σεπτεμβρίου 2003
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα

160,4 km2 (214η)
αμελητέο
76 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2013 
 • Πυκνότητα 

37.129[1] (219η) 
232 κατ./km2 (57η) 
Α.Ε.Π. (PPP)
 • Ολικό  (2007)
 • Κατά κεφαλή 

4,16 δισ. $[2]  
122.100 $[2]  
Α.Ε.Π. (Ονομαστικό)
 • Ολικό  (2007)
 • Κατά κεφαλή 

4,929 δισ.[2][3]  
139.068$[3][4]  
ΔΑΑ (2014) Red Arrow Down.svg 0,889 (18η) – πολύ υψηλή
Νόμισμα Φράγκο Λίχτενσταϊν, Ελβετικό φράγκο (CHF)
 • Θερινή ώρα CET (UTC +1)
(UTC +2)
Internet TLD .li
Κωδικός κλήσης +423

Το Πριγκιπάτο του Λίχτενσταϊν (γερμανικά: Fürstentum Liechtenstein), γνωστό και ως Λιχτενστάιν, είναι ένα μικρό ορεινό κράτος ανάμεσα στην Ελβετία και την Αυστρία. Η έκτασή του δεν ξεπερνά τα 160 τ.χλμ. και ο πληθυσμός του τους 37.000 κατοίκους σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2013. Η πρωτεύουσα ονομάζεται Βαντούζ, ενώ μεγαλύτερη πόλη είναι το Σάαν. Είναι γνωστό ως θέρετρο χειμερινού αθλητισμού και σαν φορολογικός παράδεισος.

Το Λίχτενσταϊν είναι η μικρότερη γερμανόφωνη χώρα στον κόσμο και το μόνο κράτος που εκτείνεται αποκλειστικά μέσα στις Άλπεις. Επίσης, είναι η μόνη γερμανόφωνη χώρα που δεν συνορεύει με τη Γερμανία. Το πριγκιπάτο είναι συνταγματική μοναρχία και διαιρείται διοικητικά σε 11 δήμους. Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής του είναι ορεινό, ενώ αρκετές καλλιεργήσιμες εκτάσεις εκτείνονται παράλληλα με τα δυτικά σύνορά του. Το Λίχτενσταϊν είναι μέλος της EFTA, αλλά όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απομονωμένη θέση του Πριγκιπάτου του Λίχτενσταϊν στα υψίπεδα των Άλπεων, καθώς και η μικρή του έκταση ανάμεσα στις μεγαλύτερες Αυστρία και Ελβετία, είχε ως συνέπεια την έλλειψη ιδιαίτερου ενδιαφέροντος σε γεωπολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο από τις στρατηγικά μεγάλες δυνάμεις κάθε εποχής. Έτσι, η ιστορία του πριγκιπάτου είναι σχετικά σταθερή διαχρονικά, ενώ συνδέεται με τις ευρύτερες εξελίξεις των γειτονικών του χωρών.

Η περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το Λίχτενσταϊν αποτέλεσε ιστορικά τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Ραιτίας, ενώ στη συνέχεια μέρος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πριν από τη σημερινή ηγεμονία του πριγκιπάτου, οι εκτάσεις του άνηκαν στην κυριότητα του Οίκου των Χόενεμς.

Η Δυναστεία των Λίχτενσταϊν, από την οποία προέρχεται και η σημερινή ονομασία του πριγκιπάτου, κατάγεται από το ομώνυμο κάστρο στην περιοχή της Κάτω Αυστρίας. Η οικογένεια κατείχε το κάστρο και τη γύρω περιοχή από τουλάχιστον το 1140 μέχρι και τον 13ο αιώνα, καθώς και από το 1807 και μετέπειτα. Ο Οίκος των Λίχτενσταϊν στην πορεία των αιώνων απέκτησε την κυριότητα μεγάλων εκτάσεων γης και περιοχών, κυρίως στη Μοραβία, την Κάτω Αυστρία, τη Σιλεσία και τη Στυρία, αν και η πλήρης κυριότητα ή επικαρπία αυτών των περιοχών άνηκε σε ευγενείς μεγαλύτερης τάξης, και συγκεκριμένα στο ευρύτερο οικογενειακό δέντρο των Αψβούργων. Οι πρίγκιπες των Λίχτενσταϊν διατηρούσαν όλο αυτό το διάστημα στενούς δεσμούς με τους Αψβούργους ως σύμβουλοί τους. Η πραγματική κατοχή εκτάσεων γης, στο πλαίσιο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν προϋπόθεση για την απόκτηση μιας έδρας στην αυτοκρατορική δίαιτα, ή αντίστοιχη βουλή, κάτι που ο Οίκος των Λίχτενσταϊν δεν κατάφερε παρά πολύ αργότερα. Η οικογένεια μετά από αιώνες προσπαθειών αγόρασε τα πλήρη δικαιώματα κυριότητας της περιοχής Σέλενμπεργκ και της κομητείας Βαντούζ, το 1699 και το 1712 αντίστοιχα, από τον Οίκο των Χόενεμς. Και οι δύο αυτές περιοχές είχαν ακριβώς την προϋπόθεση για την απόκτηση μίας έδρας στην αυτοκρατορική δίαιτα: δεν είχαν άλλη φεουδαρχική εξουσία από τον κόμη και τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων.

Το κάστρο του Γκούτενμπεργκ στο Μπάλζερς

Το 1719, μετά την αγορά των εκτάσεων από τον οίκο των Λίχτενσταϊν, ο Κάρολος ΣΤ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξέδωσε διάταγμα ένωσης του Σέλενμπεργκ και της κομητείας Βαντούζ, αναβαθμίζοντας τη νέα περιοχή στο καθεστώς του Πριγκιπάτου με το όνομα Λίχτενσταϊν, για να τιμήσει τον πιστό οίκο. Τότε μόνο το πριγκιπάτο έγινε μέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ στην πραγματικότητα οι πρίγκιπες του οίκου δεν βρέθηκαν στο νέο τους κράτος παρά μόνο μετά από 120 χρόνια.

Το Κάστρο της Βαντούζ, επιβλέποντας την πρωτεύουσα, αποτελεί ακόμα κατοικία του Πρίγκιπα του Λίχτενσταϊν

Το 1806, η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία παραχωρήθηκε στην εξουσία του αυτοκράτορα της Γαλλίας, Ναπολέοντα Α΄, μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Ο νέος αυτοκράτορας διέλυσε το παλαιό καθεστώς και όλοι οι μηχανισμοί διοίκησης κατέρρευσαν. Τα νέα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση δεν είχαν υποχρεώσεις πέρα από τα σύνορά τους και αυτό είχε ως συνέπεια η επικράτεια του Λίχτενσταϊν να γίνει πλήρως αυτόνομη και ανεξάρτητη, με κυρίαρχη εξουσία τον ομώνυμο οίκο. Αν και το Λίχτενσταϊν αποτέλεσε μέλος της Συνομοσπονδίας του Ρήνου, με κύριο προστάτη τον ίδιο τον Ναπολέοντα Α΄, η ζωή του σχήματος αυτού ήταν μικρή, μέχρι το 1813. Στη συνέχεια, το πριγκιπάτο συμμετείχε στη Γερμανική Συνομοσπονδία από το 1815 μέχρι το 1866, κάτω από την εποπτεία του αυτοκράτορα της Αυστρίας. Το 1818, ο Γιόχαν Α΄, Πρίγκηπας του Λίχτενσταϊν, παραχώρησε στην περιοχή ένα περιορισμένο καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας. Τότε η περιοχή δέχθηκε και την πρώτη φυσική επίσκεψη ενός μέλους του οίκου, του πρίγκηπα Αλουά, αν και η πρώτη επίσκεψη ενός πρίγκηπα με πλήρη εξουσία δεν έγινε παρά μόνο μέχρι το 1842.

Μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου το πριγκιπάτο παρέμεινε στενά συνδεδεμένο με την Αυστριακή Αυτοκρατορία και στη συνέχεια με την Αυστροουγγαρία. Οι κυβερνώντες πρίγκιπες συνέχισαν να κατέχουν εκτάσεις στις περιοχές του Οίκου των Αψβούργων, από όπου είχαν και τα εισοδήματά τους, περνώντας τον περισσότερο χρόνο τους στα δύο παλάτια τους στη Βιέννη. Η οικονομική κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο, ανάγκασε το πριγκιπάτο να προβεί σε τελωνειακή και νομισματική ένωση με την άλλη γείτονα χώρα, την Ελβετία. Ο στρατός του Λίχτενσταϊν είχε διαλυθεί από το 1868 για οικονομικούς λόγους. Έτσι, μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, συμφωνήθηκε ότι το πριγκιπάτο, ως παλαιά κτήση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δεν δεσμευόταν με το νέο ανεξάρτητο κράτος της Αυστρίας, αφού αυτό δεν αυτοπροσδιοριζόταν ως διάδοχο σχήμα της αυτοκρατορίας.

Την άνοιξη του 1938, ακριβώς μετά την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, ο 84-χρονος πρίγκηπας Φραντς Α΄ του Λίχτενσταϊν παραιτήθηκε από τα δικαιώματά του υπέρ του 31-χρονου τρίτου βαθμού ανιψιού του, πρίγκηπα Φραντς Γιόζεφ, ως διαδόχου του. Αν και ως επίσημος λόγος παραίτησης αναφέρθηκε η μεγάλη ηλικία του πρίγκηπα, εικάζεται ότι ο Φραντς Α΄ δεν επιθυμούσε να είναι στο θρόνο αν η Γερμανία εισέβαλε στο πριγκιπάτο. Η από το 1929 σύζυγός του ήταν Εβραία βιεννέζικης καταγωγής, και θεωρούταν ήδη από τους Ναζί ως στόχος. Αν και στο Λιχτενστάιν δεν υπήρχε επίσημα κάποιο ναζιστικό κίνημα, στο κόμμα Εθνικής Ενότητας υπήρχε ένα ισχυρό ρεύμα με συμπάθεια στους Ναζί.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το Λίχτενσταϊν παρέμεινε επίσημα ουδέτερο, αναζητώντας υποστήριξη και βοήθεια από τη γειτονική Ελβετία. Παράλληλα, η οικογενειακή περιουσία και θησαυροί του Οίκου των Λίχτενσταϊν σε εμπόλεμες ζώνες της ηπειρωτικής Ευρώπης, μεταφέρθηκαν στο πριγκιπάτο και στο Λονδίνο, για την ασφάλειά τους. Με το τέλος του πολέμου, η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία, στη διαδικασία ανάκτησης των γερμανικών κτήσεων, κατάσχεσαν όλες τις κληρονομικές εκτάσεις και περιουσίες του Οίκου των Λιχτενστάιν στη Βοημία, τη Μοραβία και τη Σιλεσία, καθώς οι πρίγκιπες του Λίχτενσταϊν διέμεναν μέχρι την προσάρτηση της Αυστρίας το 1938 στη Βιέννη. Οι κατασχέσεις αυτές, για τις οποίες διεξάγεται σήμερα δικαστική διαμάχη στο διεθνές δικαστήριο, περιελάμβαναν περισσότερα από 1.600 τετρ. χλμ. αγροτικών και δασικών εκτάσεων, καθώς και πολλά οικογενειακά κάστρα και παλάτια. Στους πολίτες του Λιχτενστάιν απαγορεύτηκε επίσης η είσοδος στην Τσεχοσλοβακία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Πρόσφατη απόρροια αυτής της διαμάχης είναι η απουσία διπλωματικών σχέσεων μεταξύ του πριγκιπάτου και της Τσεχίας και της Σλοβακίας, οι οποίες δεν αποκαταστάθηκαν παρά μόλις το 2009.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης του Λίχτενσταϊν.

Το Λίχτενσταϊν βρίσκεται στην κοιλάδα του Άνω Ρήνου στις Άλπεις και συνορεύει ανατολικά με την Αυστρία και δυτικά με την Ελβετία. Τα δυτικά σύνορα του πριγκιπάτου ορίζονται από τον ποταμό Ρήνο. Ανατολικά, η επικράτεια ακολουθεί την ορογραφία και τα υψόμετρα είναι μεγαλύτερα, με ψηλότερο σημείο την κορυφή Γκράουσπιτς στα 2.599 μέτρα.

Αν και λόγω της θέσης και του υψομέτρου, το αναμενόμενο κλίμα θα ήταν αλπικό, οι επικρατούντες νότιοι άνεμοι χαρακτηρίζουν το κλίμα του πριγκιπάτου σχετικά ήπιο. Το κλίμα χαρακτηρίζεται ηπειρωτικό, με ψυχρούς νεφοσκεπείς χειμώνες με συχνή χιονόπτωση ή βροχή. Τα καλοκαίρια είναι σχετικά θερμά, με νεφώσεις και υγρασία.

Η έκταση του Λιχτενστάιν είναι 160 τετρ. χλμ. με συνολικό μήκος συνόρων 77,9 χλμ., από τα οποία τα 36 χλμ. είναι με την Αυστρία και τα υπόλοιπα 41,9 χλμ. με την Ελβετία. Η χώρα είναι η έκτη μικρότερη στον κόσμο ως προς την έκτασή της.

Διοικητική διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητικά, το πριγκιπάτο διαιρείται σε 11 κοινότητες, γνωστές με την ονομασία Γκεμάιντε, οι οποίες κατά βάση αποτελούνται από ένα χωριό ή έναν οικισμό. Δύο περιφέρειες, άτυπες διοικητικά, ορίζονται γεωγραφικά ως η κάτω και η άνω περιφέρεια, με τις ονομασίες Ούντερλαντ και Όμπερλαντ. Στην Ούντερλαντ περιλαμβάνονται πέντε κοινότητες, οι Έσεν, Γκάμπριν, Μάουρεν, Ρούγκελ και Σέλενμπεργκ, ενώ στην Όμπερλαντ ανήκουν οι υπόλοιπες έξι, δηλαδή οι Μπάλτσερς, Πλάνκεν, Σάαν, Τρίσεν και η πρωτεύουσα Βαντούζ.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λίχτενσταϊν υιοθέτησε το σύγχρονο σύνταγμά του το 2003, αντικαθιστώντας το πρότερο σύνταγμα του 1921. Σύμφωνα με εκείνο, το πριγκιπάτο ήταν συνταγματική μοναρχία με πρίγκηπα κυβερνήτη από τον πριγκιπικό οίκο των Λίχτενσταϊν. Σήμερα, ισχύει ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, ενώ ο πρίγκηπας έχει σημαντικό πολιτικό ρόλο.

Ο κυβερνών πρίγκηπας είναι ο αρχηγός του κράτους και αντιπροσωπεύει τη χώρα στις διεθνείς σχέσεις της, αν και οι περισσότερες διπλωματικές αποστολές αντιπροσωπεύονται από την Ελβετία. Ο πρίγκηπας έχει δικαίωμα αρνησικυρίας σε νόμους που υιοθετεί η βουλή, ενώ μπορεί να διακηρύξει δημοψηφίσματα, να καθιερώσει νομολογία, και να διαλύσει τη βουλή μετά από δημοψήφισμα.

Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση που αποτελείται από τον αρχηγό της κυβέρνησης (πρωθυπουργός) και τέσσερις κυβερνητικούς συμβούλους (υπουργοί). Η κυβέρνηση διορίζεται από τον πρίγκηπα μετά από πρόταση και συμφωνία της βουλής, συνεπώς αντιστοιχεί στην ισχυρότερη παράταξη της βουλής. Το σύνταγμα καθορίζει ότι τουλάχιστον δύο μέλη της κυβέρνησης πρέπει να προέρχονται από τις δύο περιφέρειες. Η κυβέρνηση είναι υπόλογη τόσο στην βουλή όσο και στον πρίγκηπα.

Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη βουλή, γνωστή ως Λάντταγκ, η οποία αποτελείται από 25 μέλη που εκλέγονται για τετραετή θητεία σύμφωνα με μία αναλογική αντιπροσώπευση. 15 μέλη εκλέγονται από την περιφέρεια Όμπερλαντ και δέκα από την Ούντερλαντ. Τα πολιτικά κόμματα πρέπει να έχουν ποσοστό πάνω από 8% της εθνικής ψήφου για να έχουν έδρες στη βουλή.

Η δικαστική εξουσία ασκείται από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Βαντούζ, το Πριγκιπικό Ανώτατο Εφετείο της Βαντούζ, το Πριγκιπικό Ανώτατο Δικαστήριο, το Διοικητικό Δικαστήριο, και το Συμβούλιο του Κράτους. Το τελευταίο είναι και το συνταγματικό δικαστήριο του πριγκιπάτου.

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Η χώρα δεν διαθέτει κανένα αεροδρόμιο και εξυπηρετείται είτε από το αεροδρόμιο της Ζυρίχης (130 χλμ) ή το αρκετά μικρότερο αεροδρόμιο του Σανκτ Γκάλεν (50 χλμ). Περί τα 9,5 χλμ σιδηροδρόμων περιέρχονται από τέσσερις κύριες πόλεις, ωστόσο τόσο η σιδηροδρομική εγκατάσταση όσο και η λειτουργία ανήκει στους Αυστριακούς Σιδηροδρόμους.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρ' όλη τη μικρή του έκταση και τους λιγοστούς φυσικούς πόρους του, το Λίχτενσταϊν έχει μία ευημερούσα οικονομία, και το επίπεδο διαβίωσης των κατοίκων είναι αντίστοιχο με αυτό στις μεγάλες γειτονικές χώρες. Το Λιχτενστάιν βρίσκεται σε τελωνειακή ένωση με την Ελβετία και χρησιμοποιεί το ελβετικό Φράγκο ως νόμισμά του, ενώ, όπως και η Ελβετία, δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, χρησιμοποιείται ως νόμισμα και το φράγκο του Λίχτενσταϊν.

Η φορολογία των επιχειρήσεων στη χώρα είναι σχετικά μικρή, γεγονός που έχει προσελκύσει αρκετές επιχειρήσεις στο να τη δηλώσουν σαν έδρα τους. Το εισόδημα από τη φορολογία των επιχειρήσεων αυτών αποφέρει το 30% του συνολικού εισοδήματος του Λίχτενσταϊν.

Δημογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Λιχτενστάιν είναι η τέταρτη μικρότερη σε πληθυσμό χώρα της Ευρώπης, μετά το Βατικανό, το Μονακό και τον Άγιο Μαρίνο. Ο πληθυσμός αποτελείται κατά βάση από γερμανόφωνους, αν και οι κάτοικοι της χώρας έχουν κατά το ένα τρίτο γεννηθεί αλλού. Οι χώρες προέλευσης είναι στην πλειοψηφία τους γερμανόφωνες, δηλαδή η Γερμανία, η Αυστρία και η Ελβετία, ενώ υπάρχουν επίσης κάτοικοι προερχόμενοι από τη γαλλόφωνη ή ιταλόφωνη Ελβετία, την Ιταλία και την Τουρκία. Οι γεννημένοι στο εξωτερικό κάτοικοι αποτελούν σχεδόν τα δύο τρίτα του ενεργού πληθυσμού του πριγκηπάτου.

Επίσημη γλώσσα του Λίχτενσταϊν είναι τα Γερμανικά, αν και οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν την αλεμανική διάλεκτο της γερμανικής γλώσσας. Τα Αλεμανικά διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από τα επίσημα Γερμανικά, αλλά είναι συγγενή με τις διαλέκτους γειτονικών περιοχών, όπως του Φόραλμπεργκ της Αυστρίας. Στην περιοχή του Τρίστενμπεργκ ομιλείται μία τοπική διάλεκτος που προωθείται και από τις τοπικές δημοτικές αρχές.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2000, σχεδόν το 88% του πληθυσμού ασπάζεται τον Χριστιανισμό, από τους οποίους το 76% ανήκουν στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα, το υπόλοιπο 7% είναι προτεστάντες. Καταγράφονται επίσης Μουσουλμάνοι (4,8%), και άθεοι (4,1%), 92 Μάρτυρες του Ιεχωβά[5] καθώς και μία ολιγάριθμη κοινότητα Εβραίων.

Ο πληθυσμός του πριγκιπάτου ανέρχεται σε 35.002 κατοίκους, με βάση στοιχεία του 2010, ενώ τα στατιστικά στοιχεία του πληθυσμού έχουν ως εξής:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Επίσημη εκτίμηση πληθυσμού
  2. 2,0 2,1 2,2 Liechtenstein CIA World Factbook
  3. 3,0 3,1 Key Figures for Liechtenstein, Landesverwaltung Liechtenstein.
  4. Στατιστικά πληθυσμού, Landesverwaltung Liechtenstein.
  5. Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2014, Watch Tower Bible And Tract Society of Pennsylvania, σελ. 180

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα