Προσάρτηση της Αυστρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με την ονομασία Anschluss (προφ. Άνσλους) είναι γνωστή η προσάρτηση της Αυστρίας, το 1938, στο Γερμανικό Ράιχ (Deutsches Reich), που δημιούργησε στη χώρα το καθεστώς των Εθνικοσοσιαλιστών του Χίτλερ.

Η κατάσταση πριν την προσάρτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1871, υπό τον Καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ (Otto von Bismarck) συστάθηκε το Δεύτερο Ράιχ, δηλαδή η ενοποιημένη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Αυστροουγγαρίας δεν επιθυμούσε την ένταξη στο Γερμανικό Ράιχ, επειδή πίστευε ότι έτσι θα γινόταν "Αυτοκράτορας δεύτερης τάξης", αφού ο Γερμανός αυτοκράτορας θα ήταν ο "πρώτος τη τάξει". Έτσι, η Αυστρία παρέμεινε εκτός του Δεύτερου Ράιχ.

Το 1918 η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία διαλύθηκε. Πολλοί Αυστριακοί πίστεψαν (και ίσως επιθυμούσαν) την προσχώρηση της Αυστρίας στην Γερμανία ή τον σχηματισμό μιας μορφής ομοσπονδίας. Όμως η Συνθήκη των Βερσαλλιών ρητά απαγόρευε κάτι τέτοιο και σύμφωνα με αυτήν, η Αυστρία όφειλε να παραμείνει ανεξάρτητη, καθώς τόσο η Γαλλία όσο και η Βρετανία είχαν πάντα τον φόβο μιας εκ νέου ισχυροποιημένης Γερμανίας. Ωστόσο, και παρά την θρησκευτική διαφορά των γερμανόφωνων πληθυσμών στις δύο χώρες (η Αυστρία είχε πλειοψηφία Καθολικών, ενώ η Γερμανία Διαμαρτυρόμενων), τόσο η νεοϊδρυθείσα Πρώτη Αυστριακή Δημοκρατία όσο και η Δημοκρατία της Βαϊμάρης[1] υποστήριζαν ένα είδος συνένωσης. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 η επιθυμία αυτή παρέμενε κυρίαρχη και η αυστριακή κυβέρνηση επιζητούσε την επίτευξη ενός είδους τελωνειακής ένωσης με την Γερμανία.

Ωστόσο, στις 21 Μαΐου 1935 ο Χίτλερ δήλωνε, σε λόγο του στο Ράιχσταγκ: "Η Γερμανία ούτε προτίθεται ούτε επιθυμεί να παρέμβει στις εσωτερικές υποθέσεις της Αυστρίας, να προσαρτήσει την Αυστρία ή να προκαλέσει την προσάρτησή της". Παρά τις δηλώσεις του, ναζιστικός δάκτυλος σε συνεργασία με το φασιστικό κόμμα της Αυστρίας, είχε δολοφονήσει τον Αυστριακό Καγκελάριο Ένγκελμπερτ Ντόλφους (Engelbert Dollfuss). Η ενέργεια αυτή αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της επανεγκατάστασης της δυναστείας των Αψβούργων, κάτι που φοβόταν το ναζιστικό καθεστώς, καθώς η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι ήταν προστάτιδα δύναμη της Αυστρίας. Ο Μουσολίνι δεν επιθυμούσε να δει την Αυστρία να προσαρτάται στη Γερμανία και αμέσως μετά την δολοφονία του Ντόλφους η Ιταλία έστειλε στα ιταλοαυστριακά σύνορα ισχυρά στρατεύματα, υπό τύπον προειδοποίησης. Αυτή η ενέργεια ματαίωσε τα σχέδια του Χίτλερ για πραξικοπηματική προσάρτηση της Αυστρίας.

Τον Ντόλφους διαδέχθηκε ο Κουρτ φον Σούσνιγκ (Kurt von Schuschnigg), ηγέτης του Κόμματος "Πατριωτικό Μέτωπο", χριστιανοφασιστικών αποχρώσεων. Και αυτός, όμως, επιθυμούσε την ανεξαρτησία της χώρας του. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει ο καγκελάριος ήταν η ισχύς που, με την υποστήριξη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος είχε αποκτήσει η αντίστοιχη αυστριακή παράταξη. Η Ιταλία, προφανώς πεπεισμένη από τον Χίτλερ και την μεταξύ τους σύσφιξη των σχέσεων, δεν υποστήριζε πλέον την αυστριακή ανεξαρτησία με την ίδια ζέση. Ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του είχαν καταστρώσει έξυπνα το σχέδιό τους και φρόντιζαν για την ενδυνάμωση του φυσικού τους συμμάχου, του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος[2].

Ο Σούσνιγκ αντελήφθη τον κίνδυνο. Τον Ιανουάριο του 1938 η αυστριακή αστυνομία εισέβαλε στα κεντρικά γραφεία του Κόμματος (με τις ευλογίες του Σούσνιγκ) και τα έκλεισε, θέτοντας ταυτόχρονα το κόμμα εκτός νόμου. Ο Σούσνιγκ υπολόγιζε στην υποστήριξη της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας, κάτι που, όμως, τελικά δεν έγινε. Στις 12 Φεβρουαρίου 1938 ο Χίτλερ κάλεσε τον Σούσνιγκ σε συνάντηση στο Μπερχτεσγκάντεν (Βαυαρία), όπου είχε ένα από τα αρχηγεία του, και απαίτησε από τον Αυστριακό Καγκελάριο να άρει την απαγόρευση του Αυστριακού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, να του αποδώσει τις πλήρεις πολιτικές του ελευθερίες και να απελευθερώσει όσα μέλη του είχαν φυλακισθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, η Γερμανία θα ήταν υποχρεωμένη σε στρατιωτική επέμβαση.

Ωστόσο, ο Χίτλερ, πριν προχωρήσει ανοικτά στην επέμβαση στην Αυστρία, έπρεπε να φροντίσει μερικά άλλα θέματα στη Γερμανία: Οι δύο αναμορφωτές του γερμανικού στρατού, ο Στρατάρχης Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ, Υπουργός Πολέμου και Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και ο Στρατηγός Βέρνερ φον Φριτς, Αρχηγός του Στρατού, εκδιώχθηκαν από τις θέσεις τους, καθώς ειδικά ο φον Φριτς είχε ανοιχτά αντιταχθεί στο σχέδιο του Χίτλερ για την προσάρτηση της Αυστρίας. Ο Χίτλερ εκμεταλλεύθηκε εμπλοκές τους σε σκάνδαλα, τους απέπεμψε και μαζί τους και ικανό αριθμό Στρατηγών, αναλαμβάνοντας παράλληλα ο ίδιος την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων [3]. Με τις ενέργειες αυτές κατάφερε να θέσει ολόκληρο το στράτευμα υπό τον έλεγχό του. Παράλληλα, αντικατέστησε τον Υπουργό Εξωτερικών Κόνσταντιν φον Νόιρατ με τον Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ και έπαυσε και τον Φραντς φον Πάπεν, ο οποίος τον είχε βοηθήσει να πάρει την εξουσία. Με τις εκκαθαρίσεις αυτές ο Χίτλερ έλυσε τα εσωτερικά του προβλήματα και μπόρεσε να προχωρήσει στο σχέδιο προσάρτησης της Αυστρίας, το οποίο αποτελούσε το πρώτο βήμα για την επεκτατική εξωτερική πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει.

Ο Σούσνινγκ, στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του, προκήρυξε, στις 9 Μαρτίου δημοψήφισμα, στο οποίο, μάλιστα, είχε θέσει κατώτερο όριο ηλικίας τα 24 χρόνια, για να αποφύγει τη συμμετοχή των νεότερων, για τους οποίους γνώριζε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ήταν οπαδοί του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Η διεξαγωγή του ορίστηκε για τις 13 Μαρτίου[4]. Ωστόσο, σχεδόν αμέσως έγινε προφανές ότι ο Χίτλερ δεν θα περιοριζόταν να παρατηρεί πώς η Αυστρία θα διατηρούσε, μέσω λαϊκής ψήφου, την ανεξαρτησία της. Ο Χίτλερ ανακοίνωσε ότι το δημοψήφισμα θα διεξαγόταν υπό καθεστώς εκφοβισμού και η Γερμανία δεν επρόκειτο να το δεχτεί. Επιπλέον, ο Υπουργός Προπαγάνδας του Ράιχ, Γιόζεφ Γκέμπελς, εξέδωσε δελτία τύπου, σύμφωνα με τα οποία είχαν ξεσπάσει ταραχές και διαδηλώσεις, και μεγάλο ποσοστό Αυστριακών ζητούσαν την επέμβαση γερμανικών στρατευμάτων, για την αποκατάσταση της τάξης. Ο Σούσνινγκ απάντησε αμέσως και δημόσια ότι τα περί ταραχών ήσαν ψεύδη.

Η προσάρτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ απέστειλε τελεσίγραφο στον Σούσνινγκ στις 11 Μαρτίου, με το οποίο του ζητούσε να παραδώσει την εξουσία στους Εθνικοσοσιαλιστές, διαφορετικά θα επακολουθούσε εισβολή στη χώρα. Το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 12 το μεσημέρι, ωστόσο παρατάθηκε επί δίωρο. Χωρίς, βέβαια, να περιμένει απάντηση σε αυτό, ο Χίτλερ υπέγραψε την εντολή αποστολής στρατευμάτων στην Αυστρία στις 13:00΄ και την επέδωσε λίγη ώρα αργότερα στον Χέρμαν Γκέρινγκ. Ο Σούσνινγκ διαβλέποντας ότι δεν μπορούσε να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της χώρας του, την απροθυμία παροχής οιασδήποτε βοήθειας από Βρετανία και Γαλλία και την απουσία της "δυνάμει" συμμάχου (λόγω συμφερόντων στο Τιρόλο) Ιταλίας, η οποία είχε λάβει ήδη σχετικές διαβεβαιώσεις και ανταλλάγματα από τη Γερμανία, υπέβαλε το ίδιο βράδυ την παραίτησή του.

Σε ραδιοφωνικό του διάγγελμα, μαζί με την ανακοίνωση της παραίτησής του, ανακοίνωσε ότι δεν αποδεχόταν την αλλαγή καθεστώτος ούτε επέτρεψε την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί για να αποφύγει τυχόν αιματοχυσία. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Αυστρίας Βίλχελμ Νίκλας (Wilhelm Miklas) αρνήθηκε να ονομάσει τον Άρτουρ Σέις - Ίνκβαρτ (Arthur Seyss-Inquart) Καγκελάριο της Αυστρίας και, αντίθετα, κάλεσε άλλους Αυστριακούς πολιτικούς, όπως τους Μίχαελ Σκουμπλ (Michael Skubl) και Ζίγκμουντ Σιλάβσκι (Sigismund Schilhawsky) να αναλάβουν την Καγκελαρία. Οι Ναζιστές, όμως, ήταν πολύ καλά οργανωμένοι: Μέσα σε λίγες ώρες κατάφεραν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους πολλές περιοχές της χώρας και της πρωτεύουσας, Βιέννης, καθώς και δημόσιες υπηρεσίες, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, στον έλεγχο του οποίου υπαγόταν η Αστυνομία. Ωστόσο, ο Πρόεδρος εξακολούθησε να αρνείται κι έτσι ο Σέις-Ίνκβαρτ στερούταν της νομιμοφάνειας να ζητήσει την παρέμβαση γερμανικών στρατευμάτων. Ο Χίτλερ με τον Γκέρινγκ, έχοντας απηυδήσει να περιμένουν την αποστολή νομιμοποιημένου μηνύματος, απέστειλαν κίβδηλο τηλεγράφημα, με το οποίο ζητείτο η γερμανική παρέμβαση στη χώρα. Οι Ναζιστές ανέλαβαν σχεδόν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας, συλλαμβάνοντας τους πολιτικούς όλων των κομμάτων και τα μέλη της κυβέρνησης. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη, ο Πρόεδρος ενέδωσε και όρισε τον Σέις-Ίνκβαρτ Καγκελάριο.

Στις 12 Μαρτίου η 8η Στρατιά της Βέρμαχτ πέρασε τα σύνορα της Αυστρίας, όπου την ανέμενε μια μεγάλη έκπληξη: Αντί να αντιμετωπίσει την αντίσταση του αυστριακού στρατού, έγινε δεκτή με ναζιστικές σημαίες, χιτλερικούς χαιρετισμούς και λουλούδια, επονομάζοντας, έτσι, την εκστρατεία σε Blumenkrieg ("Πόλεμο των λουλουδιών"). Για την Βέρμαχτ η εκστρατεία αυτή αποτελούσε μια γενική δοκιμή του νέου της υλικού, πράγμα που δεν έγινε, καθώς δεν υπήρξαν συμπλοκές. Εντοπίστηκαν, όμως, προβλήματα επικοινωνιών και συντονισμού, που αποδείχθηκαν πολύτιμα για την επόμενη εισβολή, που επρόκειτο να γίνει στην Τσεχοσλοβακία.

Το ίδιο απόγευμα ο Χίτλερ μπήκε με το αυτοκίνητό του στην Αυστρία, περνώντας από το Μπράουναου, τη γενέτειρά του, και κατέφθασε το βράδυ στο Λιντς, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Η περιοδεία του στη χώρα κατέληξε σε πορεία θριάμβου, ο οποίος κλιμακώθηκε με την άφιξή του στη Βιέννη στις 2 Απριλίου: Εκεί ο Χίτλερ, στην πλατεία Ηρώων (Heldenplatz) διακήρυξε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ράιχ μπροστά σε πλήθος 200.000 περίπου ενθουσιασμένων Αυστριακών. Ανάμεσα στα άλλα ανέφερε: "Μερικές ξένες εφημερίδες έκαναν λόγο για επίπτωσή μας στην Αυστρία με βάρβαρες μεθόδους. Μπορώ μόνο να πω ότι ακόμη και νεκροί θα ψεύδονται. Αγωνίστηκα για να κερδίσω την αγάπη του λαού μου, αλλά, όταν διέσχισα τα μέχρι προχτές σύνορα, συνάντησα ένα ρεύμα αγάπης που όμοιό του δεν είχα δοκιμάσει ποτέ. Δεν ήρθαμε ως τύραννοι, αλλά ως απελευθερωτές."[5].

Νομικά, η προσάρτηση έγινε άμεσα, ήδη από τις 13 Μαρτίου με πράξη νομοθετικού περιεχομένου, η οποία υπέκειτο σε επικύρωση με δημοψήφισμα. Η Αυστρία έγινε η επαρχία Όστμαρκ (Ostmark)[6] και ο Σέις-Ίνκβαρτ Κυβερνήτης της. Το δημοψήφισμα έγινε στις 10 Απριλίου και το ποσοστό υπέρ της προσάρτησης ανήλθε, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, σε 99,73%.

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την προσάρτηση, ο Ναζισμός επιβλήθηκε πλήρως και σε κάθε έκφανσή του στην Αυστρία. Ξεκίνησαν μαζικές συλλήψεις των αντιναζιστικών στοιχείων της χώρας, ενώ πολλοί Αυστριακοί προσπάθησαν να διαφύγουν από τη χώρα. Από την άλλη, πολλοί Αυστριακοί πολιτικοί συντάχθηκαν με το νέο καθεστώς και εξέφρασαν δημόσια την ικανοποίησή τους τόσο για την προσάρτηση όσο και για το ότι αυτή επιτεύχθηκε αναίμακτα. Αρκετοί καθολικοί επίσκοποι, με προεξάρχοντα τον καρδινάλιο Ίννιτζερ, εξέφρασαν, επίσης, την ικανοποίησή τους για το γεγονός, αλλά το Βατικανό άμεσα εξέφρασε δριμείες επικρίσεις για την προσάρτηση με ραδιοφωνικό διάγγελμα του "υπουργού εσωτερικών" του κράτους, καρδιναλίου Πατσέλι (Pacelli), ενώ ο καρδινάλιος Ίννιτζερ (Innitzer), ο πρώτος που χαιρέτισε την προσάρτηση, κλήθηκε να αναφερθεί στην Αγία Έδρα. Ως αποτέλεσμα επήλθε ανάκληση των δηλώσεων του Ίννιτζερ και η υπογραφή μιας διακήρυξης, στην οποία αναφερόταν ότι "... η ανακοίνωση των Αυστριακών επισκόπων δεν είχε ως στόχο την επιδοκιμασία μιας πράξεως, η οποία δεν ήταν και δεν είναι σύμφωνη με τον Νόμο του Θεού...". Αντίθετα, ο εκπρόσωπος της Προτεσταντικής Εκκλησίας της χώρας, Ρόμπερτ Κάουερ (Robert Kauer), στις 13 Μαρτίου, χαιρέτισε τον Χίτλερ ως "Σωτήρα των 350.000 Γερμανών Προτεσταντών της Αυστρίας και ελευθερωτή από μια πενταετή καταπίεση". Ο εξέχων σοσιαλδημοκράτης Καρλ Ρέννερ (Karl Renner) εξέφρασε την υποστήριξή του στην προσάρτηση και έκανε έκκληση στους Αυστριακούς να την υπερψηφίσουν στις 10 Απριλίου.

Στο εξωτερικό, παρά το γεγονός ότι η προσάρτηση ήταν απαγορευμένη από την Συνθήκη των Βερσαλλιών, η προσάρτηση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη: Η Ιταλία δεν αντέδρασε καθόλου, όπως αναμενόταν, η Βρετανία επίσης αντέδρασε χαλαρά - χαρακτηριστικό δημοσίευμα των Times ανέφερε ότι πριν 200 χρόνια η Αγγλία προσάρτησε με τον ίδιο τρόπο την Σκωτία και τα δύο γεγονότα δεν εμφανίζουν σημαντικές διαφορές.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων, στις 14 Μαρτίου, ότι "η Κυβέρνηση παρακολουθεί στενά το θέμα" [7].

Μία από τις πρώτες προτεραιότητες του καθεστώτος ήταν η εφαρμογή της αντιεβραϊκής πολιτικής του και στην προσαρτημένη Αυστρία. Στη χώρα δεν είχε αναπτυχθεί ισχυρός αντισημιτισμός και οι Εβραίοι μπορούσαν να ζουν όπως όλοι οι πολίτες. Η Βιέννη από μόνη της διέθετε εβραϊκή κοινότητα 200.000 ατόμων, ενώ πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της Αυστρίας ήταν Εβραίοι ή εβραϊκής καταγωγής. Ωστόσο, η ναζιστική προπαγάνδα ανέπτυξε αντισημιτικά αισθήματα στη χώρα, τα οποία όμως δεν είχαν ισχυρά ερείσματα. Η κατάσταση άλλαξε αμέσως μετά την προσάρτηση: Διώξεις και μαζικές συλλήψεις Εβραίων προηγήθηκαν της ίδρυσης του Στρατοπέδου συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν (καλοκαίρι 1938) σε μια παρόχθια περιοχή του Δούναβη κοντά στο Λιντς[8].

Το 1943, στη Διακήρυξη της Μόσχας[9], γινόταν μνεία της προσαρτημένης Αυστρίας: Η χώρα δεν θα παρέμενε προσαρτημένη στη Γερμανία και θα της αποδιδόταν η ανεξαρτησία της. Η Αυστρία παρέμεινε τμήμα του Γ΄ Ράιχ μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν έγινε εμφανές ότι η Γερμανία είχε πλέον καταρρεύσει, στην Αυστρία ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία, στις 27 Απριλίου 1945 κήρυξε την προσάρτηση άκυρη και άνευ ισχύος (null und nicthig). Η Αυστρία περιήλθε υπό συμμαχική κατοχή, η οποία αναγνώρισε τη χώρα ως ανεξάρτητη (σε σχέση με τη Γερμανία) και παρέμεινε ως κατεχόμενη μέχρι το 1955, οπότε και τέθηκαν σε ισχύ η Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους και η Διακήρυξη της Ουδετερότητας.

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ονομαζόταν έτσι το καθεστώς της Γερμανίας μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο
  2. Radio Days, από το έργο του Ουίλιαμ Σίρερ 20th Century Journey: A Memoir of a Life and the Times, Volume II, The Nightmare Years. Little, Brown & Company, New York. 1984.
  3. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  4. Encarta Encyclopedia
  5. Spartacus History School Net
  6. Δεν πρέπει να συγχέεται με το Reichskommissariat Ostland, που αναφερόταν στην Γερμανική διοίκηση των Βαλτικών χωρών και της Λευκορωσίας
  7. Joseph V. O'Brien, Department of History, John Jay College of Criminal Justice, πλήρες κείμενο της δήλωσης
  8. Μουσείο Ολοκαυτώματος ΗΠΑ
  9. iBilbio.Org

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Schuschnigg, Kurt, The brutal takeover: The Austrian ex-Chancellor's account of the Anschluss of Austria by Hitler, Weidenfeld and Nicolson, 1971, ISBN 0-297-00321-6.
  • Gordon Brook-Shepherd, Anschluss: The rape of Austria, Greenwood Press, 1976, ISBN 978-0-8371-8754-9

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]