Βασίλειο της Βαυαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βασίλειο της Βαυαρίας
Θυρεός Σημαία
Wappen Deutsches Reich - Koenigreich Bayern (Grosses).png

Flag of Bavaria (striped).svg
Τοποθεσία στο Γερμανικό Ράιχ
Deutsches Reich (Karte) Bayern.svg
 
Πολίτευμα Συνταγματική Μοναρχία
Αρχηγός κράτους Βασιλιάς
Δυναστεία Οίκος του Βίττελσμπαχ
Διάρκεια 1806-1918
Έκταση 75.865
Πληθυσμός 6.524.372
Προέλευση Electoral Standard of Bavaria (1623-1806).svg Εκλεκτοράτο της Βαυαρίας
Flagge Großherzogtum Baden (1871-1891).svg Επισκοπή του Βύρτσμπουγκ
Διάδοχη μορφή Socialist red flag.svg Βαυαρική Σοβιετική Δημοκρατία
Flag of Bavaria (lozengy).svg Βαυαρία
Χάρτης
Kingdom of Bavaria 1815.svg

Το Βασίλειο της Βαυαρίας (γερμανικά:Königreich Bayern) ήταν ένα Γερμανικό κράτος που υπήρχε από το 1806 μέχρι το 1918. Ο Βαυαρός Εκλέκτορας Μαξιμιλιανός Δ' Ιωσήφ του Οίκου του Βίττελσμπαχ έγινε ο πρώτος Βασιλιάς της Βαυαρίας το 1806 ως Μαξιμιλιανός Α' Ιωσήφ. Η μοναρχία θα παρέμενε στα χέρια των Βίττελσμπαχ μέχρι τη διάλυση του βασιλείου το 1918. Το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων συνόρων της Βαυαρίας ορίσθηκαν μετά το 1814 με τη Συνθήκη των Παρισίων, με την οποία η Βαυαρία παρέδωσε το [Τιρόλο (ιστορική περιοχή)|Τιρόλ]] και το Φόραλμπεργκ στην Αυστριακή Αυτοκρατορία ενώ έλαβε το Ασάφενμπουργκ και μέρη της Έσσης-Ντάρμστατ. Ως κράτος μέσα στην Γερμανική Αυτοκρατορία, το βασίλειο ήταν δεύτερο σε μέγεθος μόνο μετά το Βασίλειο της Πρωσίας. Από την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871, η Βαυαρία έχει παραμείνει μέρος της Γερμανίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 30 Δεκεμβρίου 1777, η Βαυαρική γραμμή διαδοχής των Βίττελσμπαχ εξαλείφθηκε, και η διαδοχή του Εκλεκτοράτου της Βαυαρίας πέρασε στον Κάρολο Θεόδωρο, τον εκλέκτορα παλατίνο. Μετά από ένα διαχωρισμό τέσσερισήμισυ αιώνες, το Παλατινάτο, στο οποίο είχαν προστεθεί τα δουκάτα του Γύλιχ και του Μπεργκ, επανενώθηκε ούτως με τη Βαυαρία. Το 1792 Γαλλικοί επαναστατικοί στρατοί προσπέλασαν το Παλατινάτο· το 1795 οι Γάλλοι, υπό τις διαταγές του Μορώ, αφού κατέλαβαν την Βαυαρία, κατευθύνθηκαν προς το Μόναχο — όπου έγιναν δεκτοί με χαρά από τους επί καιρώ καταπιεζόμενους Φιλελεύθερους — και στη συνέχεια πολιόρκησαν το Ίνγκολστατ. Ο Κάρολος Θεόδωρος, ο οποίος δεν έκανε τίποτε απολύτως προκειμένου να αποφύγει την εμπλοκή στον πόλεμο ή την εισβολή των Γάλλων, διέφυγε στην Σαξωνία, αφήνοντας στην θέση του μία αντιβασιλεία, της οποίας τα μέλη υπέγραψαν ένα σύμφωνο με τον Μορώ, σύμφωνα με το οποίο υπογραφόταν ειρήνη μεταξύ των δύο πλευρών, με την Βαυραία όμως να καταβάλει βαρύ φόρο υποτέλειας στους Γάλλους (7 Σεπτεμβρίου 1796). Μεταξύ Γαλλίας και Αυστρίας, η Βαυαρία βρισκόταν πλέον σε εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση. Πριν από τον θάνατο του Κάρολου Θεόδωρου (16 Φεβρουαρίου 1799), οι Αυστριακοί είχαν επανακαταλάβει την περιοχή, προετοιμάζοντας, με αυτό τον τρόπο, το έδαφος για την επανέναρξη των συγκρούσεών τους με την Γαλλία.

Ο Μαξιμιλιανός Α' Ιωσήφ (του Τσβαϊμπρίκεν), ο νέος εκλέκτορας, πέτυχε στο έργο του στον βαυαρικό θρόνο, κι αυτό παρά την δύσκολη διαδοχή που είχε. Αν και ο ίδιος, όπως και ο, πολύ καλός στο έργο του, πρωθυπουργός του, Μαξιμίλιαν φον Μόντγκελας, ήταν περισσότερο φιλογαλλικών φρονημάτων παρά Αυστριακών, η κατάσταση της βαυαρικής οικονομίας, και το γεγονός πως ο βαυαρικός στρατός επί της ουσίας ήταν αποδιοργανωμένος και αδιοίκητος, τους οδήγησε να ζητούν την βοήθεια της Αυστρίας. Στις 2 Δεκεμβρίου 1800, οι βαυαρικές στραιτιωτικές δυνάμεις συμμετείχαν στην ήττα των Αυστριακών στο Χοχενλίντεν, με τον Μορώ να επανακαταλαμβάνει το Μόναχο. Με το Σύμφωνο της Λυνεβίλ (9 Φεβρουαρίου 1801) η Βαυαρία έχασε το Παλατινάτο και τα δουκάτα του Τσβαϊμπρίκεν και του Γιούλιχ. Καθώς είχε αντιληφθεί τις μοιχίες σκέψεις και της ίντριγκες της Αυστριακής αυλής αναφορικά με την τύχη της χώρας του, ο Μόντγκελας πλέον πίστευε πως τα συμφέροντα της Βαυαρίας βρίσκονταν πλέον σε μια συμμαχία με την Γαλλική Δημοκρατία. Πέτυχε, τελικώς, να πείσει τον Μαξιμιλιανό Ιωσήφ και, στις 24 Αυγούστου, δύο ξεχωριστά σύμφωνα ειρήνης και συμμαχίας υπεγράφησαν με την Γαλλία στο Παρίσι.

Το Σύμφωνο Ειρήνης του Πρέσμπουργκ του 1805, αναγνώριζε τις αξιώσεις επί του θρόνου του Μαξιμιλιανού Α' ως Βασιλιά της Βαυαρίας. Ο εκλέκτορας αυτοανακυρήχτηκε βασιλιάς την 1η Ιανουαρίου 1806, μετατρέποντας κι επίσημα, πλέον, αυτό που ήταν, μέχρι τότε, γνωστό ως Εκλεκτοράτο της Βαυαρίας στο Βασίλειο της Βαυαρίας. Ο Βασιλιάς, πάντως, χρησίμευε ακόμη ως Εκλέκτορας μέχρι την αποχώρηση της Βαυαρίας από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (1η Αυγούστου 1806). Το Δουκάτο του Μπεργκ παραχωρήθηκε στον Ναπολέοντα μόλις το 1806. Το νέο Βασίλειο αντιμετώπισε δυσκολίες από την ίδρυσή του κιόλας, καθώς πλέον έπρεπε να εξαρτιέται αποκλειστρικά στα στρατεύματα της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ενώ υποχρεούνταν να αλλάξει το σύνταγμα του κράτυς σύμφωνα με τις επιταγές των Γάλλων. Το Βασίλειο εισήλθε σε εμπόλεμη σύγκρουση με την Αυστρία το 1808 κι από το 1810 ως το 1814, έχασε αριθμό εδαφών του από την Βυρτεμβέργη, την Ιταλία, και, τέλος, την Αυστρία.

Παρόλα αυτά, με την ήττα της Γαλλικής Αυτοκρατορίας το 1814, η Βαυαρία αποζημιώθηκε για ορισμένες απώλειές της, ενώ έλαβε νέες κτήσεις όπως το Μεγάλο Δουκάτο του Βύρτσμπουργκ, την Αρχιεπισκοπή του Μάιντζ (Ασάφενμπουργκ), τμήματα του Μεγάλου Δουκάτου της Χέσσης, και το 1816, το Παλατινάτο του Ρήνου από την Γαλλία.

Μεταξύ του 1799 και του 1817, ο πρωθυπουργός Κόμης Μόντγκελας ακολούθησε μια σταθερή πολιτική εκσυγχρονισμού του κράτους, ενώ δημιούργησε διοικητικές υπηρεσίες, οι οποίες επέζησαν της μοναρχίας και που είναι (στο σύνολό τους) αμετάβλητες μέχρι και σήμερα. Την 1η Φεβρουαρίου 1817, ο Μόντγκελας απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά του, με την Βαυρία να εισέρχεται σε έναν κύκλο συνταγματικών αλλαγών.

Σύνταγμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 26 Μαΐου 1818, διακηρύχθηκε το σύνταγμα του Βασιλείου της Βαυαρίας. Το Landtag θα είχε δύο σώματα, μια άνω βουλή (Herrenhaus), η οποία θα περιελάμβανε την αριστοκρατία και τους ευγενείς, συμπεριλαμβανομένων των κληρονομικών γαιοκτημόνων της ανώτερης τάξης, κυβερνητικών αξιωματούχων και προτεινόμενων από το στέμμα. Το δεύτερο σώμα, μια κάτω βουλή (Abgeordnetenhaus), θα περιελάμβανε εκπροσώπους των μικρών γαιοκτημόνων, των πόλεων και των χωρικών. Τα δικαιώματα των Προτεσταντών διεσφαλήστηκαν μέσω του συντάγματος με την παρουσία άρθρων περί ισότητας μεταξύ των θρησκειών, κι αυτό παρά τις αντιδράσεις και τις διαμαρτυρίες των οπαδών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Το αρχικό σύνταγμα αποδείχτηκε σχεδόν καταστροφικό για την μοναρχία, με παρερμηνείες όπως το γεγονός πως ο στρατός όφειλε να δηλώνει πίστη στο Σύνταγμα, αντί για τον Βασιλιά. Η Μοναρχία απευθύνθηκε τότε στο Βασίλειο της Πρωσίας και την Αυστριακή Αυτοκρατορία για συμβουλές επί του ζητήματος, με τις δύο αυτές να απαντούν αρνητικά, καθώς δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν με τα πολιτικά ζητήματα της Βαυαρίας, αλλά οι αντιδράσεις επί του Συντάγματος, τελικώς, ελαττώθηκαν σταδιακά, ενώ το κράτος σταθεροποιήθηκε πλέον με την άνοδο στον θρόνο του Λουδοβίκου Α', μετά τον θάνατο του Μαξιμιλιανού το 1825.

Λουδοβίκος Α΄, Μαξιμιλιανός Β΄ και οι Επαναστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1825, ο Λουδοβίκος Α΄ ανέβηκε στο θρόνο της Βαυαρίας. Υπό την Λουδοβίκο, οι τέχνες άνθησαν στην Βαυαρία, ενώ ο ίδιος ο Λουδοβίκος διέταξε και συνεισέφερε οικονομικά την ανέγερση νεοκλασσικών κτηρίων και την εφαρμογή της συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής ανά την Βαυαρία. Ο Λουδοβίκος ώθησε, επίσης, σε σημαντικό βαθμό την Βαυαρία προς την εκβιομηχάνιση στη διάρκεια της βασιλείας του. Όσον αφορά τις εξωτερικές υποθέσεις στη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου, η Βαυαρία υποστήριξε τους Έλληνες στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης με τον δεύτερο γιο του, Όθωνα να ανακυρήσεται Βασιλιάς της Ελλάδας το 1832. Όσο για την εγχώρια πολιτική, οι πρώτες μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν από τον Λουδοβίκο ήταν τόσο φιλελεύθερου χαρακτήρα όσο και μεταρρυθμιστικού. Ωστόσο, μετά τις Επαναστάσεις του 1830, ο Λουδοβίκος στράφηκε προς πιο συντηρητική πολιτική. Η Βαυαρία εντάχθηκε στον Γερμανικό Τελωνειακό Όμιλο το 1834.

Το 1837, το πολιτικό κίνημα με την υποστήριξη του Ρωμαιοκαθολικού Κλήρου, υπό την ονομασία Ουλτραμοντανισμός, ανήλθε στην εξουσία εντός του Βαυαρικού Κοινοβουλίου και ξεκίνησε μια εκστρατεία μεταρρυθμίσεων στο υπάρχον σύνταγμα, οι οποίες αφαίρεσαν τα πολιτικά δικαιώματα που είχαν παλαιότερα παραχωρηθεί στους Προτεστάντες, καθώς και ενίσχυσαν την λογοκρισία και απαγόρεψαν την ελεύθερη συζήτηση επί της εσωτερικής πολιτικής του Βασιλείου. Αυτό το καθεστώς ήταν σύντομης διάρκειας λόγω της απαίτησης των Ουλτραμοντανιστών για την πολιτογράφηση της Ιρλανδής συζύγου του Λουδοβίκου Α΄, κάτι που αγανάκτησε τον Λουδοβίκο, με αποτέλεσμα την άμεση διάλυση των Ουλτραμοντανιστών ως κίνημα.

Μετά τις Επαναστάσεις του 1848 και τη χαμηλή δημοτικότητα του Λουδοβίκου, ο Λουδοβίκος Α΄ παραιτήθηκε από τον θρόνο ώστε να αποφύγει την εκδήλωση πραξικοπήματος, και επέτρεψε στον γιο του, Μαξιμιλιανό Β΄, να γίνει Βασιλιάς της Βαυαρίας. Ο Μαξιμιλιανός Β΄ ανταποκρίθηκε στη λαϊκή απαίτηση για έναν ενοποιημένο Γερμανικό Κράτος προσερχόμενος στη Συνέλευση της Φρανκφούρτης, η οποία στόχευε στη δημιουργία τέτοιου κράτους. Ο Μαξιμιλιανός Β΄ πήρε το μέρος της συμμάχου της Βαυαρίας, της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με την εχθρό της Αυστρίας, το Βασίλειο της Πρωσίας, το οποίο επιθυμούσε να λάβει το αυτοκρατορικό στέμμα της ενοποιημένης Γερμανίας. Αυτή η αντιπαράθεση προκάλεσε την αγανάκτηση αριθμού κατοίκων της Βαυαρίας, οι οποίοι επιθυμούσαν μια ενοποιημένη Γερμανία, όμως, τελικώς, η Πρωσία απέρριψε να λάβει το στέμμα και το σύνταγμα ενός Γερμανικού Κράτους το οποίο θεώρησαν υπερβολικά φιλελεύθερο και μακριά από τα συμφέροντα της Πρωσίας.

Την επομένη της αποτυχίας της Συνέλευσης της Φρανκφούρτης, η Πρωσία και η Αυστρία συνέχισαν την αντιπαράθεση για το ποια από τις δύο αυτές μοναρχίες είχε το δικαίωμα βασιλείας επί της ενοποιημένης Γερμανίας. Μια αντιπαράθεση μεταξύ της Αυστρίας και του Πρίγκιπα Εκλέκτορα της Χέσσης-Κάσσελ χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή από την Αυστρία και τους συμμάχους της (συμπεριλαμβανομένης της Βαυαρίας) για την προώθηση της απομόνωσης της Πρωσίας όσον αφορά τις γερμανικές πολιτικές εξελίξεις. Η διπλωματική αυτή προσβολή σχεδόν οδήγησε σε πόλεμο καθώς η Αυστρία, η Βαυαρία και άλλοι σύμμαχοι μετακίνησαν στρατεύματα μέσω της Βαυαρίας εναντίον της Χέσσης-Κάσσελ το 1850. Ωστόσο, τα πρωσικά στρατεύματα υποχώρησαν στην Αυστρία, όπου και ενέδωσαν στην αποδοχή της πρωτοκαθεδρίας των Αυστριακών εντός του ενοποιημένου Γερμανικού Κράτους. Το γεγονός αυτό έγινε γνωστό με την ονομασία Σύνοδος του Όλμιτς αλλά είναι επίσης γνωστό και ως "Ταπείνωση του Όλμιτς" από την Πρωσία. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την συμμαχία του Βασιλείου της Βαυαρίας με την Αυστρία απέναντι στην Πρωσία. Όταν το σχέδιο ενοποίησης των μεσαίας δυναμικότητας γερμανικών κρατιδίων υπό την ηγεσία της Βαυαρίας απέναντι στην Πρωσία και την Αυστρία (η αποκαλούμενη Trias) απέτυχε, ο Υπουργός-Πρόεδρος Φον ντερ Πφόρντεν παραιτήθηκε το 1859. Οι απόπειρες της Πρωσίας για αναδιοργάνωση της παρακμάζουσας Γερμανικής Συνομοσπονδίας βρήκαν απέναντί τους την Βαυαρία και την Αυστρία, με την Βαυαρία να λαμβάνει μέρος σε δικές της διαπραγματεύσεις με την Αυστρία και άλλους συμμάχους το 1863, στην Φρανκφούρτη, χωρίς την παρουσία της Πρωσίας και των συμμάχων της.

Αυστρο-Πρωσικός Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1864, ο Μαξιμιλιανός Β΄ πέθανε σε μικρή ηλικία, και ο 18χρονος γιος του, ο Λουδοβίκος Β΄, αδιαμφισβήτητα ο πλέον γνωστό των Βαυαρών βασιλέων, έγινε Βασιλιάς της Βαυαρίας ενόσω οι ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας σταδιακά χειροτέρευαν. Ο Υπουργός-Πρόεδρος της Πρωσίας, Ότο φον Μπίσμαρκ, αναγνωρίζοντας τις αυξημένες πιθανότητες ξεσπάσματος ένοπλης σύγκρουσης, επεχείρησε να στρέψει την Βαυαρία προς μια ουδέτερη στάση σε αυτή την αντιπαράθεση. Ο Λουδοβίκος Β΄ απέρριψε τις προτάσεις του Μπίσμαρκ και συνέχισε την συμμαχία της Βαυαρίας με την Αυστρία. Το 1866, βίαιες συγκρούσεις ξεκίνησαν μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας και ο Αυστρο-Πρωσικός Πόλεμος ξεκίνησε. Η Βαυαρία καθώς και τα περισσότερα κρατίδια της Νότιας Γερμανίας, με εξαίρεση την Αυστρία και την Σαξονία, παρέμειναν σχετικά ανενεργά στην ένοπλη σύγκρουση με την Πρωσία. Η Αυστρία σύντομα κατέρρευσε μετά την ήττα της στην Μάχη του Κόνιγκρατς και υπέστη ολική ήττα λίγο καιρό αργότερα. Ο βαυαρικός στρατός υπό τον Πρίγκιπα Κάρολο Θεόδωρο της Βαυαρίας ηττήθηκε λίγο αργότερα, με την σειρά της, στην Κάτω Φραγκονία. Η Αυστρία ταπεινώθηκε από αυτή την ήττα και υποχρεώθηκε να παραδώσει τον έλεγχο, καθώς και την σφαίρα επιρροής της, επί των κρατιδίων της Νότιας Γερμανίας. Η Βαυαρία είδε να τις επιβάλλονται σκληροί όροι στις διαδικασίες για την υπογραφή ειρήνης μεταξύ των δύο πλευρών, ωστόσο από εκείνο το σημείο κι έπειτα αυτή και τα υπόλοιπα κρατίδια της Νότιας Γερμανίας πέρασαν σταδιακά υπό την σφαίρα επιρροής της Πρωσίας.

Λουδοβίκος Β΄ και η Γερμανική Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ήττα της Αυστρίας στον Αυστρο-Πρωσικό Πόλεμο, τα κρατίδια της Νότιας Γερμανίας σύντομα ενώθηκαν υπό την Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία, με τον Βασιλιά της Πρωσίας να ηγείται του κράτους. Οι προηγούμενες επιφυλάξεις της Βαυαρίας απέναντι στην Πρωσία άλλαξαν, μαζί με αυτές πολλών κρατιδίων της Νότιας Γερμανίας, αφότου ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄ ξεκίνησε να κάνει λόγο για ανάγκη της Γαλλίας για "αποζημίωση" για τις εδαφικές της απώλειες το 1814 και συμπεριέλαβε το υπό βαυαρική κατοχή Παλατινάτο ως μέρος των εδαφικών της αξιώσεων. Ο Λουδοβίκος Β΄ προχώρησε σε συμμαχία με την Πρωσία, το 1870, ενάντια στην Γαλλία, η οποία θεωρείτο από τους Γερμανούς ως η μεγαλύτερη εχθρός μιας ενωμένης Γερμανίας. Τον ίδιο καιρό, η Βαυαρία αύξησε τους πολιτικούς, νομικούς, και εμπορικούς δεσμούς με την Βόρεια Γερμανική Ομοσπονδία. Το 1870, Γαλλία και Πρωσία ήρθαν αντιμέτωπες στον Γαλλο-Πρωσικός Πόλεμος. Ο Βαυαρικός Στρατός απεστάλη υπό την διοίκηση του Πρώσου Πρίγκιπα-Διαδόχου να πολεμήσει ενάντια στον γαλλικό στρατό.

Με την ήττα και ταπείνωση της Γαλλίας απέναντι στις ενωμένες γερμανικές δυνάμεις, ήταν ο Λουδοβίκος Β΄ αυτός που πρότεινε ο Πρώσος βασιλιάς Γουλιέλμος Α΄ για να στεφθεί Γερμανός Αυτοκράτορας ή "Kaiser" της Γερμανικής Αυτοκρατορίας ("Deutsches Reich"), κάτι που έλαβε χώρα το 1871 στο υπό γερμανική κατοχή Βερσάιγ (ελληνιστί Βερσαλίες). Τα εδάφη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας επισημοποιήθηκαν, περιλαμβάνοντας τα κρατίδια της Βορειογερμανικής Συνομοσπονδίας καθώς και το σύνολο των κρατιδίων της Νότιας Γερμανίας, αν και με σημαντική εξαίρεση την Αυστρία. Η Αυτοκρατορία προσάρτησε, επίσης, το πρώην γαλλικό έδαφος της Αλσατίας-Λωρραίνης, κυρίως λόγω της επιθυμίας του Λουδοβίκου τα γαλλικά σύνορα να μετακινηθούν μακριά από το Παλατινάτο.

Η είσοδος της Βαυαρίας στην Γερμανική Αυτοκρατορία άλλαξε, από τους αρχικούς πανηγυρισμούς για την ήττα της Γαλλίας, κατέληξε σε δυσπιστία λίγο καιρό αργότερα, αναφορικά με την διοίκηση της Γερμανία υπό τον νέο Γερμανό Καγκελάριο και Πρώσο Πρωθυπουργό, Ότο φον Μπίσμαρκ. Η Βαυαρική αντιπροσωπεία υπό τον Κόμη Ότο φον Μπράι-Στάινμπουργκ είχε εξασφαλίσει ένα προνομιακό καταστατικό για το Βασίλειο της Βαυαρίας εντός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Reservatrechte). Εντός της Αυτοκρατορίας, το Βασίλειο της Βαυαρίας είχε, μάλιστα, την δυνατότητα να διατηρεί δικό του διπλωματικό σώμα και δικό του στρατό, ο οποίος θα επίμεμπτε υπό Πρωσική διοίκηση μονάχα εν καιρό πολέμου.

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν την ενοποίηση της Γερμανίας, ο Μπίσμαρκ ξεκίνησε έναν διωγμό της Καθολικής Εκκλησίας με το αποκαλούμενο Kulturkampf. Αν και αυτός ο διωγμός περιοριζόταν στην Πρωσία και δεν είχε ποτέ επεκταθεί στην Βαυαρία ή κάποιο από τα υπόλοιπα Καθολικά κρατίδια του Νότου, προκάλεσε σημαντικό πλήγμα στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Βαυαρίας και Πρωσίας. Λόγω, εν μέρει, της συμμαχίας μεταξύ του Βαυαρικού Πατριωτικού Κόμματος και του Γερμανικού Κεντρώου Κόμματος εντός του Reichstag, ο Μπίσμαρκ τελικώς υποχρεώθηκε να μετριάσει την αντικαθολική του πολιτική.

Ένα φωτόχρωμα του 1890 από το Κάστρο Νόισχβανσταϊν. Το κάστρο αυτό σχεδιάστηκε και ανεγέρθηκε στη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου Β΄ και παραμένει, έως σήμερα, σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο της Βαυαρίας.

Μετά την ενοποίηση της Βαυαρίας με την Γερμανία, ο Λουδοβίκος Β΄ απομακρύνθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις της Βαυαρίας σπαταλώντας μεγάλα χρηματικά ποσά σε προσωπικά σχέδια, όπως την κατασκευή αριθμού κάστρων και παλατιών παραμυθένιας αρχιτεκτονικής, με το πλέον γνωστό εξ αυτών να είναι το, Βαγκνεριανού ρυθμού, Κάστρο Νόισχβανσταϊν. Αν και ο Λουδοβίκος χρησιμοποίησε την προσωπική του περιουσία για την χρηματοδότηση των σχεδίων αυτών αντί για χρήματα που προέρχονταν από τα Κρατικά ταμεία, τα κατασκευαστικά σχέδια τον οδήγησαν σε μεγάλη οικονομική δυσχέρεια. Τα χρέη αυτά προκάλεσαν περαιτέρω ανησυχία εντός της πολιτικής ελίτ της Βαυαρίας, η οποία ζήτησε από τον Λουδοβίκο την αναστολή των κατασκευών. Εκείνος αρνήθηκε και οι σχέσεις μεταξύ των υπουργών της κυβέρνησης και του Στέμματος χειροτέρεψαν σημαντικά.

Τελικά, το 1886, η κρίση αυτή έφτασε στο αποκορύφωμά της: οι Βαυαροί υπουργοί καθαίρεσαν τον βασιλιά, οργανώνοντας μια ιατρική επιτροπή με στόχο την ανακήρυξή του ως σχιζοφρενούς, και, συνεπώς, ανίκανου να ασκεί τα κυβερνητικά του καθήκοντα. Μία ημέρα μετά την καθαίρεσή του, ο βασιλιάς πέθανε μυστηριωδώς αφού πρώτα είχε ζητήσει από τον επικεφαλής ψυχίατρο της παραπάνω ιατρικής επιτροπής να τον συνοδεύσει για έναν περίπατο κατά μήκος της Λίμνης Στάρνμπεργκ (η οποία ήταν τότε γνωστό ως Λίμνη Βουρμ). Ο Λουδοβίκος και ο ψυχίατρος βρέθηκαν νεκροί, με τα πτώματά τους να επιπλέουν στα νερά της λίμνης. Μια αυτοψία που πραγματοποιήθηκε στην πορεία κατέδειξε ως αιτία θανάτου την αυτοκτονία μέσω πνιγμού, ωστόσο ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι δεν βρέθηκε νερό στους πνεύμονες του Λουδοβίκου. Ενώ αυτό το επιχείρημα μπορούσε να εξηγηθεί μέσω της εικασίας του πνιγμού από ασφυξία, υπήρξαν, επίσης, ορισμένα στοιχεία που άφηναν ξεκάθαρες υπόνοιες για πολιτική δολοφονία του καθαιρεμένου βασιλιά.

Αντιβασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πρίγκιπας-Αντιβασιλάς Λεοπόλδος, άγαλμα στο Justizpalast (Μόναχο).

Το στέμμα μεταβιβάστηκε στον αδερφό του, Όθωνα Α΄, ωστόσο, καθώς ο Όθων είχε διαγνωστεί πάσχων από ψυχική αστάθεια, τα καθήκοντα του θρόνου παραχωρήθηκαν στον θείο του αδερφού, Πρίγκιπα Λεοπόλδο, ο οποίος υπηρέτησε ως αντιβασιλέας.

Στη διάρκεια της περιόδου της αντιβασιλείας υπό τον Πρίγκιπα-Αντιβασιλέα Λεοπόλδο, από το 1886 ως το 1912, οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Βαυαρών και Πρώσων παρέμεναν ψυχρές, με τους Βαυαρούς να θυμούνται ακόμη την αντικαθολική ατζέντα που περιλαμβανόταν στο Kulturkampf του Μπίσμαρκ, καθώς και την στρατιωτική επιβολή της Πρωσίας επί της Αυτοκρατορίας. Η Βαυαρία αμφισβήτησε την κυριαρχία της Πρωσίας επί του συνόλου της Γερμανίας και αδιαφόρησε για τον, γεννημένο στην Πρωσία Γερμανό Αυτοκράτορα, Γουλιέλμο Β΄, το 1900, απαγορεύοντας την ύψωση οποιασδήποτε άλλης σημαίας πλην της Βαυαρικής στα δημόσια κτήρια με αφορμή τα Γενέθλια του Αυτοκράτορα, ωστόσο αυτό το μέτρο τροποποιήθηκε ελαφρώς λίγο αργότερα, καθώς επετράπη στην Γερμανική Αυτοκρατορική Σημαία να κυματίζει μαζί με αυτή της Βαυαρίας. Με τον ορισμό του Κεντρώου πολιτικού Γκέοργκ φον Χέρτλινγκ ως επικεφαλής της κυβέρνησης, ο Πρίγκιπας-Αντιβασιλέας όριζε για πρώτη φορά σε αυτό το αξίωμα έναν εκπρόσωπο της πλειοψηφίας του Landtag.

Το 1912, ο Λεοπόλδος απεβίωσε, με τον γιο του, Πρίγκιπα-Αντιβασιλέα Λουδοβίκο, να αναλαμβάνει το αξίωμα του αντιβασιλέα. Έναν χρόνο αργότερα, η αντιβασιλεία τελείωσε όταν ο Λουδοβίκος ανακήρυξε τον εαυτό του Βασιλιά της Βαυαρίας και από εκείνη την στιγμή και μετά έγινε γνωστός ως Λουδοβίκος Γ΄.

Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και το τέλος του Βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1914, υπήρξε σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών συμμαχιών εξαιτίας της εισβολής της Αυστροουγγαρίας στην Σερβία έπειτα από την δολοφονία του Αυστριακού Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου από έναν Σερβοβόσνιο εθνικιστή. Η Γερμανία τάχθηκε με την πλευρά της πρώην εχθρού της και νυν συμμάχου της, Αυστροουγγαρίας, ενώ η Γαλλία, η Ρωσία, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο κήρυξαν πόλεμο στην Γερμανία και την Αυστρουγγαρία. Αρχικά, στην Βαυαρία και σε όλη την Γερμανία, οι νεοσύλλεκτοι επιθυμούσαν με χαρά να στρατολογηθούν στον γερμανικό στρατό. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄ απέστειλε απέστειλε επίσημη διπλωματική αποστολή στο Βερολίνο για να εκφράσει την υποστήριξη της Βαυαρίας. Αργότερα, ο Λουδοβίκος έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να απαιτεί την παραχώρηση εδαφών στην Βαυαρία (την Αλσατία και την πόλη της Αμβέρσας στο Βέλγιο, ώστε να υπάρχει πρόσβαση στην θάλασσα για το κράτος του). Στην κρυφή του ατζέντα περιλαμβανόταν η διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ της Βαυαρίας και της Πρωσίας εντός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας μετά από ενδεχόμενη νίκη αυτής στον πόλεμο. Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς διεξαγόταν ένας διαρκής και αιματηρός πόλεμος στο δυτικό μέτωπο, οι Βαυαροί, όπως και πολλοί άλλοι Γερμανοί, άρχισαν να αγανακτούν με αυτόν τον δίχως διαφαινόμενο τέλος πόλεμο.

Το 1917, όταν η κατάσταση της Γερμανίας είχε αισθητά χειροτερέψει λόγω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βαυαρός Πρωθυπουργός Γκέοργκ φον Χέρτλινγκ ανέλαβε τα αξιώματα του Γερμανού Καγκελαρίου και του Πρωθυπουργού της Πρωσίας, ενώ ο Ότο Ρίτερ φον Νταντλ έγινε ο νέος Πρωθυπουργός της Βαυαρίας. Κατηγορούμενος για το γεγονός ότι έδειχνε τυφλή εμπιστοσύνη στην Πρωσία, ο Λουδοβίκος Γ΄ έγινε εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην διάρκεια του πολέμου. Το 1918, το Βασίλειο επιχείρησε να διαπραγματευτεί μια ιδιωτική της συνθήκη ειρήνης με τους Συμμάχους, ωστόσο απέτυχε. Έως το 1918, κοινωνικές αναταραχές είχαν εξαπλωθεί στην Βαυαρία και την υπόλοιπη Γερμανία, καθώς η Βαυαρία αψηφούσε την πρωσική ηγεμονία επί των γερμανικών εδαφών. Το Νοέμβριο του 1918, ο Γουλιέλμος Β΄ παραιτήθηκε από τον αυτοκρατορικό θρόνο της Γερμανίας, με τον Λουδοβίκο Γ΄ να ακολουθεί το παράδειγμά του, μαζί με τους υπόλοιπος Γερμανούς μονάρχες, εκδίδοντας την διακήρυξη του Άνιφ, με, αμέσως μετά, την παραίτησή του από τον βαυαρικό θρόνο. Με αυτό, η Δυναστεία των Βίτελσμπαχ έλαβε τέλος, ενώ το πρώην Βασίλειο της Βαυαρίας έγινε το Ελεύθερο Κράτος της Βαυαρίας, ονομασία που διατηρεί έως και σήμερα.

Η κηδεία του Λουδοβίκου Γ΄ το 1921 προκάλεσε φόβο ή ελπίδα για παλινόρθωση της μοναρχίας. Παρά την κατάργηση της μοναρχίας, το σώμα του πρώην Βασιλιά τοποθετήθηκε σε λαϊκό προσκύνημα εμπρός στην βασιλική οικογένεια, την Βαυαρική κυβέρνηση, στρατιωτικό προσωπικό, και εκτιμώμενο κοινό της τάξεως των 100.000 θεατών, σύμφωνα με το εθιμοτυπικό των βασιλικών τελετών κηδειών. Ο Πρίγκιπας Ρούπρεχτ δεν επιθυμούσε να εκμεταλλευτεί τον θάνατο του πατέρα του για να καταλάβει μετά βίας την εξουσία, προτιμώντας να κάνει κάτι τέτοιο μέσω νόμιμων μέσων. Ο Μίχαελ φον Φαουλχάμπερ, Αρχιεπίσκοπος του Μονάχου, κατά τον επιθανάτιο λόγο του, δήλωσε ξεκάθαρα υπέρ του μοναρχικού πολιτεύματος, ενώ ο Ρούπρεχτ ανακοίνωσε μονάχα ότι θα έκανε χρήση των δικαιωμάτων που είχε, εκ γενετής, επί του θρόνου.[1]

Γεωγραφία, διοικητικές περιοχές και πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Βαυαρίας το 1808, το οποίο περιελάμβανε το Τυρόλο
Το Εκλεκτοράτο (1778) και το Βασίλειο της Βαυαρίας (1816)

Όταν ο Ναπολέων κατάργησε την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και η Βαυαρία έγινε βασίλειο το 1806, η έκτασή της επαναδιπλασιάσθηκε. Το Τυρόλ (1805–1814), καθώς και το Ζάλτσμπουργκ (1810–1815) για σύντομο χρονικό διάστημα επανενώθηκαν με την Βαυαρία προτού παραχωρηθούν στην Αυστρία. Ως αντάλλαγμα το Παλατινάτο του Ρήνου και η Φραγκονία προσαρτήθηκαν από την Βαυαρία το 1815.

Το Βασίλειο της Βαυαρίας διαιρέθηκε από το 1837 σε 8 διοικητικές περιοχές καλούμενες Regierungsbezirke (ενικός Regierungsbezirk). Οι περιοχές ("Kreis") αυτές μέχρι εκείνη την εποχή όφειλαν τα ονόματά τους στους ποταμούς της ευρύτερης περιοχής, αλλά ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Α' αναδιοργάνωσε τις διοικητικές περιοχές της Βαυαρίας το 1837, επανεισάγοντας, μεταξύ άλλων, τα παλαιά ονόματά τους: Άνω Βαυαρία, Κάτω Βαυαρία, Φραγκονία, Σουαβία, Άνω Παλατινάτο και Παλατινάτο. Επίσης άλλαξε τον βασιλικό του τίτλο σε: Λουδοβίκος, Βασιλιάς της Βαυαρίας, Δούκας της Φραγκονίας, Δούκας στη Σβαμπία και Κόμης του Παλατινάτου του Ρήνου. Οι διάδοχοι του διατήρησαν αυτούς τους τίτλους. Τα σχέδια του Λουδοβίκου για επανένωση με την Βαυαρία και του Ανατολικού τμήματος του Παλατινάτου τελικώς δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν. Το Εκλεκτοράτο του Παλατινάτου, μια πρώην κτήση των Βίττελσμπαχ, είχε διασπαστεί το 1815, ενώ η ανατολική όχθη του Ρήνου, συμπεριλαμβανομένου του Μάνχαϊμ και της Χαϊδελβέργης είχαν δοθεί στην Βάδη, με μονάχα την δυτική όχθη του να παραχωρείται στην Βαυαρία. Εκεί, ο Λουδοβίκος ίδρυσε την πόλη του Λουντβιγκσχάφεν ως βαυαρικό αντίπαλο του Μάνχαϊμ.

Μετά την ήττα στον Αυστροπρωσικό Πόλεμο (1866), το Βασίλειο της Βαυαρίας υποχρεώθηκε να παραχωρήσει αρκετές περιφέρειες της Κάτω Φραγκονίας στην Πρωσία. Το δουκάτο του Κόμπουργκ ουδέποτε ήταν μέρος του Βασιλείου της Βαυαρίας, μέχρι την ένωσή του με αυτή, μονάχα, το 1920. Επίσης, το Όστχαϊμ προστέθηκε στη Βαυαρία (1945) μετά το τέλος του μοναρχικού πολιτεύματος.

Στατιστική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Βασίλειο της Βαυαρίας εντός της Συνομοσπονδίας του Ρήνου το 1806, συμπεριλαμβανομένου και του Τυρόλ
Το Βασίλειο της Βαυαρίας εντός της Συνομοσπονδίας του Ρήνου το 1812, συμπεριλαμβανομένου και του Σάλτσμπουργκ
Το Βασίλειο της Βαυαρίας εντός της Γερμανικής Συνομοσπονδίας το 1816, συμπεριλαμβανομένου και του Ρενανικού Παλατινάτου
  • Έκταση : 75.865 km² (1900)
  • Πληθυσμός : 3.707.966 (1818) / 4.370.977 (1840) / 6.176.057 (1900) / 6.524.372 (1910)
  • Περιοχές (1806–1837):
  1. Άλτμιλκραϊς (1806-1810 / διαλύθηκε)
  2. Άιζακραϊς (1806-1810 / παραχωρήθηκε στην Ιταλία)
  3. Έτσχκραϊς (1806-1810 / παραχωρήθηκε στην Ιταλία)
  4. Ίλερκραϊς (1806-1817 / διαλύθηκε)
  5. Ίνκραϊς (1806-1814 / παραχωρήθηκε στην Αυστρία)
  6. Ίσαρκραϊς (1806–1837 / έγινε η Άνω Βαυαρία)
  7. Λέχκραϊς (1806-1810 / διαλύθηκε)
  8. Μάινκραϊς (1806–1837 / έγινε η Άνω Φραγκονία)
  9. Νάαμπκραϊς (1806-1810 / διαλύθηκε)
  10. Ομπερντόναουκραϊς (1806–1837 / έγινε η Κάτω Βαυαρία)
  11. Πέγκνιτσκραϊς (1806-1810 / διαλύθηκε)
  12. Ρέγκενκραϊς (1806–1837 / έγινε το Άνω Παλατινάτο)
  13. Ρέζατκραϊς (1806–1837 / έγινε η Κεντρική Φραγκονία)
  14. Ράινκραϊς (1815-1837 / έγινε το Παλατινάτο)
  15. Σάλζαχκραϊς (1810–1815 / παραχωρήθηκε στην Αυστρία)
  16. Ουντερντόναουκραϊς (1806–1837 / έγινε η Σβαμπία)
  17. Ουντερμάινκραϊς (1817-1837 / έγινε η Κάτω Φραγκονία)
  • Περιοχές (1837–1918):
  1. Άνω Φραγκονία (Oberfranken) (Πρωτεύουσα:Μπάιροϊτ)
  2. Κεντρική Φραγκονία (Mittelfranken) (Πρωτεύουσα:Άνσμπαχ)
  3. Κάτω Φραγκονία (Unterfranken) (Πρωτεύουσα:Βύρτσμπουργκ)
  4. Σουαβία (Schwaben) (Πρωτεύουσα:Άουγκσμπουργκ)
  5. Παλατινάτο (Pfalz) (Πρωτεύουσα:Σπάιερ)
  6. Άνω Παλατινάτο (Oberpfalz) (Πρωτεύουσα:Ρέγκενσμπουργκ)
  7. Άνω Βαυαρία (Oberbayern) (Πρωτεύουσα:Μόναχο)
  8. Κάτω Βαυαρία (Niederbayern) (Πρωτεύουσα:Λάντσχουτ)

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Beisetzung Ludwigs III., München, 5. November 1921 (German) Historisches Lexikon Bayerns – Funeral of Ludwig III, accessed: 1 July 2011

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα