Ιβάν Αλεξάνταρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιβάν Αλεξάνταρ
Иван Александър
Ivan Alexander.jpg
Πορτραίτο του τσάρου από τα Τετραεβαγγέλια του Ιβάν Αλεξάνταρ
Τσάρος της Βουλγαρίας
Περίοδος εξουσίας
1331–17 Φεβρουαρίου 1371
Προκάτοχος Ιβάν Στέφαν
Διάδοχος Ιβάν Σισμάν
Διάδοχος Ιβάν Σρατσιμίρ
Οίκος Σισμάν
Θάνατος 17 Φεβρουαρίου 1371
Πατέρας Σρατσιμίρ του Κραν
Μητέρα Πέτριτσα
Σύζυγος Θεοδώρα της Βλαχίας
Σάρα (Θεοδώρα)
Επίγονοι δείτε παρακάτω

Ο Ιβάν Αλεξάνταρ (βουλγάρικα: Иван Александър, αρχική γραφή: ІѠАНЪ АЛЄѮАНдРЪ[1]) γνωστός και ως Ιωάννης Αλέξανδρος[2] ήταν Αυτοκράτορας (Τσάρος) της Βουλγαρίας από το 1331 ως το 1371[3] κατά την διάρκεια της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Η ημερομηνία γέννησής του είναι άγνωστη. Πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου 1371. Η μακρά βασιλεία του Ιβάν Αλεξάντερ θεωρείται μεταβατική περίοδος στη μεσαιωνική Βουλγαρική ιστορία. Ο Ιβάν Αλεξάντερ ξεκίνησε τη βασιλεία του αντιμετωπίζοντας τα εσωτερικά προβλήματα και τις εξωτερικές απειλές από τους γείτονες της Βουλγαρίας, την Βυζαντινή Αυτοκρατορία και την Σερβία, καθώς και οδηγώντας την αυτοκρατορία του σε οικονομική ανάκαμψη και πολιτιστική και θρησκευτική αναγέννηση.[4]

Δεν κατάφερε όμως αργότερα να αντεπεξέλθει στις αυξανόμενες επιδρομές των Οθωμανών, στις επιδρομές των Ούγγρων από τα βορειοδυτικά και στην Μαύρη Πανώλη.[3] Σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα μοίρασε τη χώρα στους γιους του,[5][6] αναγκάζοντάς την έτσι να αντιμετωπίσει την επαπειλούμενη Οθωμανική κατάκτηση αδυνατισμένη και διαιρεμένη.[3][6]

Πρώτα χρόνια της βασιλείας του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιβάν Αλεξάνταρ ήταν γιος του δεσπότη Σρατσιμίρ του Κραν και της Πέτριτσα που ήταν αδερφή του Μιχαήλ Ασέν Γ΄.[7] Έτσι ο Ιβάν Αλεξάντερ ήταν ανιψιός του Μιχαήλ Ασέν Γ΄.[4][5] Από τη μεριά του πατέρα του, ο Ιβάν Αλεξάντερ κατάγονταν από την δυναστεία Ασέν.[4][5] Το 1330 ο Ιβάν Αλεξάντερ ήταν και ο ίδιος δεσπότης και κυβερνούσε την πόλη του Λόβετς. Μαζί με τον πατέρα του και τον πεθερό του Βασάραβα της Βλαχίας, πολέμησε στην Μάχη του Μπελμπάζντ εναντίον των Σέρβων στο σημερινό Κιουστεντίλ το 1330, στην οποία η Βουλγαρία ηττήθηκε. Η ήττα σε συνδυασμό με σχέσεις της Βουλγαρίας με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που χειροτέρευαν, επιτάχυνε την εσωτερική κρίση που είχε ήδη επιδεινωθεί από μία Βυζαντινή εισβολή. Ένα πραξικόπημα έδιωξε τον Ιβάν Στέφαν από την πρωτεύουσα, Τάρνοβο, το 1331, και οι συνωμότες τοποθέτησαν τον Ιβάν Αλεξάντερ στον θρόνο.[8]

Τοιχογραφία της εποχής με πορτραίτο του Ιβάν Αλεξάντερ στις Μονολιθικές εκκλησίες του Ιβάνοβο

Ο νέος άρχοντας άρχισε να εδραιώνει τη θέση του κατακτώντας περιοχές που πρόσφατα είχαν καταληφθεί από τους Βυζαντινούς. Το 1331 ο Ιβάν Αλεξάντερ εκστράτευσε στην περιοχή της Αδριανούπολης και επανακατέκτησε τη νοτιοανατολική Θράκη.[4][5] Εν τω μεταξύ ο Στέφαν Ούρος Δ΄Δουσάν εκθρόνισε τον πατέρα του Στέφαν Ούρος Γ΄ Ντετσάνσκι και έγινε βασιλιάς της Σερβίας το 1331. Αυτό βοήθησε στην ομαλοποίηση των προηγουμένως τεταμένων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο Ιβάν Αλεξάντερ και ο Στέφαν Ούρος Δ΄ Δουσάν σύναψαν συμμαχία, η οποία παγιώθηκε με τον γάμο του Σέρβου βασιλιά και της Ελένης της Βουλγαρίας, αδελφής του Ιβάν Αλεξάνταρ το Πάσχα του 1332.[4][5][9]

Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Μπελαούρ, ένας αδελφός του Μιχαήλ Ασέν Γ΄, στασίασε στο στο Βιντίν, πιθανώς προς υποστήριξη της αξίωσης του εκθρονισμένου ανιψιού του, Ιβάν Στέφαν, στον θρόνο. Η προέλαση του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου εναντίον της Βουλγαρίας το καλοκαίρι του 1332, παρέτειναν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών. Οι Βυζαντινοί κατακυρίευσαν την ελεγχόμενη από τη Βουλγαρία νοτιοανατολική Θράκη, αλλά ο Ιβάν Αλεξάντερ έσπευσε νοτίως με ένα μικρό στρατό και πρόφτασε τον Ανδρόνικο στο Ρουσόκαστρο.[9]

« Κανένας από τους πρώτους μας τσάρους δεν μας φαίνεται τόσο μεγάλος όσο αυτός ο μέγας τσάρος Ιβάν Αλεξάνταρ, από τη στρατιωτική του δύναμη μας φαίνεται ως ένας δεύτερος αρχαίος Μέγας Αλέξανδρος, από την πίστη και την ευλάβεια του μας φαίνεται ως ένας δεύτερος Άγιος Κωνσταντίνος, κατέκτησε έτσι όλους τους εχθρούς του, τους καθυπόταξε και εγκαθίδρυσε πάγια ειρήνη στο σύμπαν[10]  »

Ύμνος στον Ιβάν Αλεξάνταρ[11] από έναν ανώνυμο σύγχρονο του τσάρου

Αφού έδωσε την εντύπωση ότι επιθυμούσε να διαπραγματευτεί, ο Ιβάν Αλεξάντερ, έχοντας ενισχύσεις Μογγολικού ιππικού, συνέτριψε τον μικρότερο αλλά καλύτερα οργανωμένο Βυζαντινό στρατό στην Μάχη του Ρουσόκαστρου.[5] Οι αμφισβητούμενες πόλεις παραδόθηκαν στον Ιβάν Αλεξάντερ, ενώσω ο Ανδρόνικος Γ΄ αναζητούσε καταφύγιο εντός των τειχών του Ρουσόκαστρου. Ο πόλεμος τελείωσε με τον Ιβάν Αλεξάντερ να συναντά τον Ανδρόνικο και να συμφωνούν για ειρήνη στη βάση του status quo. Για να σφραγίσει τη συμμαχία, αρραβώνιασε τον μεγαλύτερο γιο του, Μιχαήλ Ασέν Δ΄, με την κόρη του Ανδρόνικου Μαρία (Ειρήνη), ο γάμος τελικά έγινε το 1339.[5][12] Ο Βούλγαρος αυτοκράτορας ήταν τώρα ελεύθερος να στρέψει την προσοχή του στον Μπελαούρ, αλλά η εξέγερση στα νοτιοανατολικά τελικά καταπνίγηκε το 1336 ή το 1337.[13]

το 1332 περίπου ο Ιβάν Αλεξάνταρ έστεψε τον μεγαλύτερο γιο του, Μιχαήλ Ασέν Δ΄, συναυτοκράτορα, ίσως για να διασφαλίσει την κατοχή του θρόνου από την οικογένεια του. Συνέχισε αυτή την παράδοση με τη στέψη των νεότερων γιων του, Ιβάν Σρατσιμίρ και Ιβάν Ασέν Δ΄ το 1337. Ο Ιβάν Αλεξάνταρ με την δημιουργία των δύο νεότερων συναυτοκρατόρων μπορεί να αποσκοπούσε στην εδραίωση άμεσου ελέγχου σε σημαντικές πόλεις και περιοχές, καθώς ο Ιβάν Σρατσιμίρ τελικώς εγκαταστάθηκε στο Βίντιν και ο Ιβάν Ασέν Δ΄ πιθανώς στην Πρεσλάβα. Αυτό το γεγονός σημάδεψε την παρέκκλιση από τη Βυζαντινή πρακτική, κατά την οποία οι νεότεροι γιοι του μονάρχη γίνονταν δεσπότες, είτε τους ανατίθονταν η διοίκηση κάποιας περιοχής είτε όχι.[14]

Σχέσεις με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Βουλγαρικά εδάφη κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιβάν Αλεξάντερ[15]

Στις αρχές του 1340 οι σχέσεις με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία επιδεινώθηκαν σταδιακά. Ο Ιβάν Αλεξάντερ απαίτησε την έκδοση του εξάδελφού του Σισμάν, έναν από τους γιους του Μιχαήλ Ασέν Γ΄, απειλώντας το Βυζάντιο με πόλεμο. Η επίδειξη ισχύος του Ιβάν Αλεξάντερ δεν απέδωσε καθώς οι Βυζαντινοί κατάλαβαν τις προθέσεις του και έστειλαν εναντίον του ένα στόλο του συμμάχου τους, του Τούρκου εμίρη της Σμύρνης Ουμούρ Μπεγκ. Οι Τούρκοι του Ουμούρ Μπεγκ αποβιβάστηκαν στο δέλτα του Δούναβη λεηλατώντας την ύπαιθρο και επιτιθέμενοι σε διπλανές Βουλγάρικες πόλεις. Ο Ιβάν Αλεξάντερ, αναγκασμένος να περιορίσει τις απαιτήσεις του, εισέβαλε ξανά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στο τέλος του 1341, ισχυριζόμενος ότι κλήθηκε από τον λαό της Αδριανούπολης.[16] Τα στρατεύματα όμως του Ιβάν Αλεξάνταρ ηττήθηκαν δύο φορές δίπλα στην πόλη από Τούρκους συμμάχους των Βυζαντινών.city.[17]

Μεταξύ 1341-1347 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν βυθισμένη σε ένα παρατεταμένο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της Άννας της Σαβοΐας, αντιβασίλισσας του Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου, και του προοριζόμενου κηδεμόνα του, Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Οι γείτονες των Βυζαντινών εκμεταλλεύτηκαν τον εμφύλιο, και ενώ ο Στέφαν Ούρος Δ΄ Δουσάν της Σερβίας πήρε το μέρος του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, ο Ιβάν Αλεξάντερ στήριξε τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο και την αντιβασίλισσά του.[5] Παρόλο που οι δύο Βαλκάνιοι βασιλιάδες διάλεξαν αντιμαχόμενες πλευρές στον Βυζαντινό εμφύλιο, διατήρησαν τη μεταξύ τους συμμαχία. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη, η αντιβασίλισσα παραχώρησε στον Ιβάν Αλεξάντερ τη Φιλιππούπολη (σημερινό Πλόβντιβ) και εννέα σημαντικά οχυρά στα βουνά της Ροδόπης το 1344.[3][18] Αυτή η ειρηνική αλλαγή ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία στην εξωτερική πολιτική του Ιβάν Αλεξάντερ.

Η άνοδος της Σερβίας και η Οθωμανική απειλή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασημένιο νόμισμα του Ιβάν Αλεξάντερ, Βουλγαρία, 1331-1371.

Την ίδια περίοδο ο βασιλιάς της Σερβίας εκμεταλλεύτηκε τον Βυζαντινό εμφύλιο για να κατακτήσει την περιοχή της Μακεδονίας, το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας και τη βόρεια Ελλάδα. Το 1345 άρχισε να αποκαλεί τον αυτό του «Αυτοκράτορα των Σέρβων και των Ελλήνων», και το 1346 στέφθηκε ως τέτοιος από τον Πατριάρχη Σερβίας (τίτλος που μόλις είχε θεσπιστεί).[5] Αυτές οι πράξεις, που προκάλεσαν αγανάκτηση στους Βυζαντινούς, φαίνεται πως υποστηρίχθηκαν από τη Βουλγαρία, καθώς ο Πατριάρχης της Βουλγαρίας Συμεών είχε συμμετάσχει και στην δημιουργία του Σερβικού Πατριαρχείου και στην αυτοκρατορική στέψη του Στέφαν Ούρος Δ΄ Δουσάν[19]

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1340, πολύ λίγα πράγματα θύμιζαν τις αρχικές επιτυχίες του Ιβάν Αλεξάντερ. Οι Τούρκοι σύμμαχοι του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού λεηλάτησαν τμήματα της Βουλγαρικής Θράκης το 1346, το 1347, το 1349, το 1352 και το 1354, στα οποία πρέπει να προστεθεί και η ερήμωση από τη Μαύρη Πανώλη.[20] Οι απόπειρες των Βουλγάρων να αποκρούσουν τους εισβολείς απέτυχαν κατ' εξακολούθηση, ενώ ο τρίτος γιος του Ιβάν Αλεξάντερ και συναυτοκράτορας, Ιβάν Ασέν Δ΄, σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Τούρκων το 1349, όπως και ο αδελφός του, Μιχαήλ Ασέν Δ΄ το 1355 ή λίγο νωρίτερα.[21]

Το 1351 ο Βυζαντινός εμφύλιος είχε τελειώσει, και ο Ιωάννης Δ΄Καντακουζηνός είχε συνειδητοποιήσει την Οθωμανική απειλή στην Βαλκανική χερσόνησο. Έκανε έκκληση στους βασιλιάδες της Σερβίας και της Βουλγαρίας να ενώσουν τις προσπάθειές τους εναντίον των Τούρκων και ζήτησε από τον Ιβάν Αλεξάντερ χρήματα για να κατασκευάσει πολεμικά πλοία,[5][22] όμως οι εκκλήσεις του δεν απέδωσαν καθώς οι γείτονές του δεν είχαν εμπιστοσύνη στις προθέσεις του.[23] Ακολούθησε μια νέα απόπειρα για συνεργασία μεταξύ Βουλγαρίας και Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1355,[24] όταν ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο, και έγινε αυτοκράτορας ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος. Για να παγιωθεί η συνθήκη, η κόρη του Ιβάν Αλεξάντερ Κέρατσα Μαρίγια [25] παντρεύτηκε τον μέλλοντα Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανρδρόνικο Δ΄ Παλαιολόγο,[3] η συνθήκη όμως τελικά δεν απέδωσε απτά αποτελέσματα.[26]

Περαιτέρω προβλήματα σταθερότητας και εξωτερικές συγκρούσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα που απεικονίζει τον Ιβάν Αλεξάντερ με έναν από τους γιους του, τον συναυτοκράτορα Μιχαήλ Ασέν Δ΄ (στα δεξιά)

Ο Ιβάν Αλεξάντερ χώρισε την πρώτη του γυναίκα, Θεοδώρα της Βλαχίας (το 1349 περίπου) και παντρεύτηκε μια προσήλυτη Εβραία, επίσης με το όνομα Θεοδώρα.[5] Από τον νέο γάμο απέκτησε νέους γιους, τους οποίους έστεψε και αυτούς συναυτοκράτορες, τον Ιβάν Σισμάν περί το 1256 και τον Ιβάν Ασέν Ε΄ το 1359. Ο Τελευταίος επιζών γιος του Ιβάν Αλεξάντερ από τον πρώτο του γάμο, ο συναυτοκράτορας Ιβάν Σρατσιμίρ, ανεξαρτητοποιήθηκε το 1356,[5] ενώ μόλις μετά βίας έλεγχε πλέον τους άλλους ισχυρούς υποτελείς του, όπως οι ηγεμόνες της Βλαχίας και της Δοβρουτσάς, οι οποίοι πλέον ασκούσαν την δικιά τους εξωτερική πολιτική.[27]

Από τα μέσα του 14ου αιώνα, η Βουλγαρία έπεσε θύμα των φιλοδοξιών του Ανδεγαυού βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Ουγγαρίας, ο οποίος προσάρτησε την Μολδαβία το 1352, εγκαθιστώντας υποτελές πριγκιπάτο στην περιοχή, πριν κατακτήσει το Βιντίν το 1365,[5][22] και πάρει αιχμάλωτο τον Ιβάν Σρατσιμίρ και την οικογένειά του.[5][27]

Στο μεταξύ οι Βούλγαροι και οι Βυζαντινοί συγκρούστηκαν ξανά το 1364. το 1366, όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος επέστρεφε από ταξίδι του στην δύση, οι Βούλγαροι του αρνήθηκαν να περάσει μέσα από τη Βουλγαρία. Αυτή η στάση των Βουλγάρων είχε ως αποτέλεσμα ο σύμμαχος των Βυζαντινών και εξάδελφος του Ιωάννη Ε', Κόμης Αμεδέος ΣΤ΄ της Σαβοΐας, να καταλάβει αρκετές Βουλγαρικές παραθαλάσσιες πόλεις ως αντίποινα, όπως η Αγχίαλος (Πομόριε) και η Μεσημβρία (Νέσεμπαρ), παρόλο που απέτυχε να καταλάβει την Βάρνα. Υπερφαλαγγισμένος ο Ιβάν Αλεξάντερ, αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη.[28]

Οι κατειλημμένες πόλεις παραδόθηκαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ενώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος πλήρωσε 180,000 φλορίνια στον Ιβάν Αλεξάντερ.[5] Ο Βούλγαρος αυτοκράτορας χρησιμοποίησε το ποσό αυτό όπως και τις εδαφικές παραχωρήσεις που έκανε, για να πείσει τους τουλάχιστον de jure υποτελείς του, Τομπροτίτζα της Δοβρουτσάς[29] και Βλάντισλαβ Α΄ της Βλαχίας[30][31] να επανακατακτήσουν το Βίντιν από τους Ούγγρους.[32] Ο πόλεμος ήταν επιτυχής, και ο Ιβάν Σρατσιμίρ επανεγκαταστήθηκε στο Βίντιν το 1369, παρόλο που ο βασιλιάς της Ουγγαρίας τον ανάγκασε να του αναγνωρίσει την δεσποτεία.[33]

Η σχετικά επιτυχής επίλυση της κρίσης στα νοτιοδυτικά δεν βοήθησε να ανακτηθούν οι απώλειες στα νοτιοανατολικά. Προς χειροτέρευση των πραγμάτων, το 1363 οι Οθωμανοί Τούρκοι υπό τον Μουράτ Α΄ κατέλαβαν την Αδριανούπολη και την έκαναν πρωτεύουσα του επεκτεινόμενου κράτους τους. Την ίδια εποχή κατέλαβαν τις Βουλγαρικές πόλεις, Φιλιππούπολη και Στάρα Ζαγόρα.[34] Καθώς η Βουλγαρία και οι Σέρβοι πρόγκηπες της Μακεδονίας ετοιμάζονταν να ενώσουν τις δυνάμεις τους εναντίον των Τούρκων, ο Ιβάν Αλεξάντερ πέθανε στις 17 Φεβρουαρίου 1371.[35] Τον διαδέχτηκαν, ο Ιβάν Σρατσιμίρ στο Βιντίν[22] και ο Ιβάν Σισμάν στο Τάρνοβο,[22] ενώ οι ηγεμόνες της Δοβρουτσάς και της Βλαχίας απέκτησαν παραπάνω ανεξαρτησία.

Πολιτισμός και θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φρέσκο της εποχής που απεικονίζει τον Ιβάν Αλεξάντερ στο οστεοφυλάκιο του Μοναστηριού Μπάχκοβο

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιβάν Αλεξάντερ, η Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία εισήλθε σε μια περίοδο πολιτιστικής αναγέννησης, η οποία συχνά αναφέρεται και ως η «Δεύτερη Χρυσή Εποχή του Βουλγαρικού πολιτισμού»,[36][37] η πρώτη ήταν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Συμεών του Μέγα.[38] Κατασκευάστηκαν ή ανακαινίστηκαν ένας μεγάλος αριθμός μοναστηριών και εκκλησιών κατά παραγγελία του Ιβάν Αλεξάντερ.[3][39] Τοιχογραφίες του ως δωρητής βρίσκονται στο οστεοφυλάκιο του Μοναστηριού Μπάχκοβο και στις Μονολιθικές εκκλησίες του Ιβάνοβο.[40] Οι πράξεις δωρεάς του Ιβάν Αλεξάντερ αποδεικνύουν ότι τα μοναστήρια της Αγίας του Θεού Μητέρας Ελεούσας και του Αγίου Νικολάου στο Νέσεμπαρ επισκευάστηκαν εκείνη την περίοδο,[5][40] όπως και το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στο Πέρνικ σύμφωνα με έγγραφο της Μονής Χιλανδαρίου.[40][41] επιπροσθέτως ο τσάρος ξεκίνησε την κατασκευή των μοναστηριών στο Ντραγκαλέβτσι και στο Κιλιφάρεβο.[5]

Κατά τη βασιλεία του Ιβάν Αλεξάντερ άνθησε και η λογοτεχνική δραστηριότητα. Πολλά σημαντικά γραπτά παράχθηκαν αυτή την περίοδο, όπως η μετάφραση του Χρονικού του Μανασσή (1344–1345) στην Μέση Βουλγάρικη γλώσσα , το οποίο φυλάσσεται σήμερα στα Μυστικά Αρχεία του Βατικανού στην Ρώμη,[5][42] τα πλούσια εικονογραφημένα Τερταευαγγέλια του Ιβάν Αλεξάντερ (1355–1356), που εκτίθενται σήμερα στην Βρετανική Βιβλιοθήκη,[43] το Ψαλτήριο Τόμιτς (1360) που βρίσκεται σήμερα στην Μόσχα,[5] και το Ψαλτήριο της Σόφιας (1337).[44]

Η βασιλεία του Ιβάν Αλεξάντερ σημαδεύτηκε ακόμα από προσπάθειες να ισχυροποιηθεί η Βουλγάρικη Ορθόδοξη Εκκλησία με την δίωξη αιρετικών και Εβραίων.[45] Συγκάλεσε δύο αντιαιρετικές εκκλησιαστικές συνόδους, το 1350 και το 1359-1360,[46] οι οποίες καταδίκασαν διάφορες σέκτες[5][45] όπως οι Βογομίλοι, οι Αδαμίτες και οι Ιουδαϊστές.[5][47]

Η παράδοση του ησυχασμού επηρέασε βαθειά συγκεκριμένες περιοχές του Ορθόδοξου κόσμου τον 14ο αιώνα. Ένας σημαντικός Βούλγαρος εκπρόσωπος του κινήματος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιβάν Αλεξάντερ ήταν ο Θεοδόσιος του Τάρνοβο.[48]

Αυτή την περίοδο, η Βουλγαρική Αυτοκρατορία είχε εμπορικές σχέσεις με τις μεσογειακές θαλάσσιες δυνάμεις της Βενετίας, της Γένοβας και της Ραγκούσας.[49] Το 1353, ο Ιβάν Αλεξάντερ εξέδωσε ένα διάταγμα που επέτρεπε στους Βενετούς έμπορους να πουλάν και να αγοράζουν προϊόντα σε όλη τη Βουλγαρική επικράτεια, αφού ο Δόγης Ανδρέας Δανδόλος τον διαβεβαίωσε ότι θα τηρήσουν τις προηγούμενες συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών.[50]

Στα σύγχρονα χρόνια, η ηγεμονία του Ιβάν Αλεξάντερ ενέπνευσε τον εθνικό συγγραφέα της Βουλγαρίας, Ιβάν Βάζοφ να γράψει το διήγημα Ivan-Aleksandǎr[51] και το δράμα Kǎm propast (Προς την άβυσσο),[51] στα οποία κύριος χαρακτήρας είναι ο τσάρος.

Τη δεκαετία του 1970 βρέθηκε σε ένα τάφο ευγενούς δίπλα στο Πιρότ ένα κομμάτι ύφασμα υπογεγραμμένο από τον Ιβάν Αλεξάντερ και συνυφασμένο με χρυσό, το οποίο φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Μουσείο της Σερβίας στο Βελιγράδι. Είναι το πρώτο εύρημα του είδους του, δείχνοντας μια μεσαιωνική παράδοση που πιστοποιείται από γραπτές μαρτυρίες, σύμφωνα με την οποία οι Ορθόδοξοι ηγεμόνες προσέφεραν στους πιο επιφανείς αξιωματούχους τους ένα κομμάτι ενδύματος το οποίο είχαν φορέσει οι ίδιοι.[52]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πρώτη του γυναίκα, Θεοδώρα της Βλαχίας, κόρη του Βασάραβα της Βλαχίας, ο Ιβάν Αλεξάντερ έκανε αρκετά παιδιά, μεταξύ τον οποίων είναι ο Ιβάν Σρατσιμίρ, ο ποίος βασίλευσε ως αυτοκράτορας της Βουλγαρίας στο Βιντίν (1356-1397), οι συναυτοκράτορες Μιχαήλ Ασέν Δ΄(συμβασίλεψε 1332-1354/5) και Ιβάν Ασέν Δ΄ (συμβασίλεψε 1337-1349) καθώς και μία κόρη ονόματι Θαμάρ (Κέρα Ταμάρα) η οποία παντρεύτηκε πρώτα τον δεσπότη Κονσταντίν και μετά τον Σουλτάνο Μουράτ Α΄[53] of the Ottoman Empire.[7]

Από τη δεύτερη γυναίκα του, Σάρα Θεοδώρα, ο Ιβάν Αλεξάντερ απέκτησε την Μαρία Κυράτζα που παντρεύτηκε τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Δ΄ Παλαιολόγο, τον Ιβάν Σισμάν ο οποίος τον διαδέχτηκε ως αυτοκράτορας της Βουλγαρίας στο Τάρνοβο (1371-1396), το Ιβάν Ασέν Ε΄ συναυτοκράτορας της Βουλγαρίας από το 1359 εώς ίσως το 1399, καθώς και δύο κόρες ονόματι Ντεσισλάβα και Βασίλισα.[7]

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Όπως γράφονταν στα Μεσαιωνικά Βουλγαρικά βασιλικά έγγραφα. Daskalova, Angelina; Marija Rajkova (2005) (στα Βουλγάρικα). Gramoti na bǎlgarskite care. Σόφια: Βουλγαρική Ακαδημία των επιστημών. σελ. 58–59. ISBN 954-322-034-4. 
  2. Για παράδειγμα στο «Ιωάννης Αλέξανδρος». Ελληνική Ιστορία στο Διαδίκτυο, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. http://www.fhw.gr/chronos/10/gr/lexiko/lexi.html. Ανακτήθηκε στις 28-02-2009. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Lalkov, Rulers of Bulgaria, pp. 42–43.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 Bǎlgarite i Bǎlgarija, 2.1
  5. 5,00 5,01 5,02 5,03 5,04 5,05 5,06 5,07 5,08 5,09 5,10 5,11 5,12 5,13 5,14 5,15 5,16 5,17 5,18 5,19 5,20 Delev, Istorija i civilizacija za 11. klas
  6. 6,0 6,1 Castellan, Georges (1999) (στα Γαλλικά). Histoire des Balkans, XIVe-XXe siècle. Paris: Fayard. σελ. 42. ISBN 2213605262. 
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Božilov, Familijata na Asenevci, pp. 192–235.
  8. Fine, Late Medieval Balkans, p. 273.
  9. 9,0 9,1 Fine, Late Medieval Balkans, p. 274.
  10. Originally from the Sofia Psalter, folios 311a-312b. Adapted by Canev, Bǎlgarski hroniki, pp. 459–460.
  11. Ολόκληρο το πρωτότυπο κείμενο σε Μέση Βουλγάρικη διαθέσιμο στο Arhangelskij, A. S. (1897). "Bolgarskij "pěsnivec" 1337 goda. "Pohvala" i otryvok psaltyrnago teksta." (στα Ρώσικα). Izvestija ORJAS IAN. http://feb-web.ru/feb/izvest/1897/03/973-786.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-02-11. 
  12. Božilov, Familijata na Asenevci, pp. 192–197.
  13. Andreev, Bǎlgarija prez vtorata četvǎrt na XIV v., pp. 33–41.
  14. Andreev, Bǎlgarija prez vtorata četvǎrt na XIV v., pp. 23–52.
  15. Βασισμένο στο έργο του Lalkov, Rulers of Bulgaria
  16. Bakalov, Istorija na Bǎlgarija, "Esenta, 1341 g."
  17. Fine, Late Medieval Balkans, pp. 292–293.
  18. Fine, Late Medieval Balkans, p. 304.
  19. Fine, Late Medieval Balkans, pp. 309–310.
  20. Fine, Late Medieval Balkans, pp. 322, 325, 328.
  21. Andreev, Bǎlgarija prez vtorata četvǎrt na XIV v., pp. 67–75.
  22. 22,0 22,1 22,2 22,3 Bǎlgarite i Bǎlgarija, 2.2
  23. Fine, Late Medieval Balkans, p. 325.
  24. Bakalov, Istorija na Bǎlgarija, "1355 g."
  25. 25,0 25,1 Božilov, Ivan; Vasil Gjuzelev (2006) (στα Βουλγάρικα). Istorija na srednovekovna Bǎlgarija VII-XIV vek (tom 1). Anubis. ISBN 9544262040. 
  26. Božilov, Familijata na Asenevci, pp. 218–224.
  27. 27,0 27,1 Fine, Late Medieval Balkans, p. 366.
  28. Fine, Late Medieval Balkans, p. 367.
  29. Bakalov, Istorija na Bǎlgarija, "Dobrotica (neizv.–okolo 1385)"
  30. Koledarov, Petǎr (1989) (στα Βουλγάρικα). Političeska geografija na srednovekovnata bǎlgarska dǎržava 2 (1186–1396). Βουλγάρικη Ακαδημία Επιστημών. σελ. 13–25, 102. 
  31. Miletič, Ljubomir (1896). "Dako-romǎnite i tjahnata slavjanska pismenost. Novi vlaho-bǎlgarski gramoti ot Brašov" (στα Βουλγάρικα). Sbornik za narodni umotvorenija, nauka i knižnina (Sofia) 2 (13): p. 47. http://www.promacedonia.org/lm/index.html. Ανακτήθηκε στις 2007-02-11. 
  32. Bakalov, Istorija na Bǎlgarija, "Esenta, 1369 g."
  33. Fine, Late Medieval Balkans, pp. 367–368.
  34. Tjutjundžiev and Pavlov, Bǎlgarskata dǎržava i osmanskata ekspanzija
  35. Fine, Late Medieval Balkans, p. 368.
  36. Čavrǎkov, Georgi (1974) (στα Βουλγάρικα). Bǎlgarski manastiri. Sofia: Nauka i izkustvo. http://www.pravoslavieto.com/manastiri/bulgarskite_manastiri.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  37. Kǎnev, Petǎr (2002). "Religion in Bulgaria after 1989". South-East Europe Review (1): p. 81. http://www.ceeol.com/aspx/getdocument.aspx?logid=5&id=B7ABEB3F-8650-4798-8CC2-649B6E6C24F2. 
  38. «1.2.3 "Zlaten vek" na bǎlgarskata kultura» (στα Βουλγάρικα). Bǎlgarite i Bǎlgarija. Ministry of Foreign Affairs of Bulgaria, Trud, Sirma. 2005. http://www.mfa.government.bg/history_of_Bulgaria/66.html. 
  39. Sinodik na Car Boril, additions from the 13th and 14th century, cited in Canev, Bǎlgarski hroniki, p. 456.
  40. 40,0 40,1 40,2 «Izobraženijata na Ivan Aleksandǎr ot XIV vek.» (στα Βουλγάρικα). http://ald-bg.narod.ru/zarIoAl.html. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  41. «Manastiri» (στα Βουλγάρικα). Infotel.bg. http://www.infotel.bg/rubrics/manastir/p1.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  42. Gjuzelev, Vasil (1963). «Njakoi pametnici na starobǎlgarskata knižnina» (στα Βουλγάρικα). Kosmos. http://web.archive.org/web/20070224183314/kosmos.pass.as/static/kosmos/1963/07/pg_0042.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  43. «Gospels of Tsar Ivan Alexander». British Library. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2007-10-15. http://web.archive.org/web/20071015195524/http://www.bl.uk/onlinegallery/themes/euromanuscripts/bulggosp.html. Ανακτήθηκε στις 2006-03-25. 
  44. Miltenova, Anisava (June 2005) (στα Βουλγάρικα) ([νεκρός σύνδεσμος]Scholar search). Informacionen bjuletin na BAN. Sofia: Βουλγάρικη Ακαδημία Επιστημών. σελ. p. 24. ISSN 1312-5311. http://www.bas.bg/basnews/bulletin/Bul89.pdf. Ανακτήθηκε στις 2007-02-11. 
  45. 45,0 45,1 «The Virtual Jewish History Tour Bulgaria». Jewish Virtual Library. http://www.jewishvirtuallibrary.org/jsource/vjw/bulgaria.html. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  46. Karamihaleva, Aleksandra. «Bǎlgarskite patriarsi prez Srednovekovieto» (στα Βουλγάρικα). Cǎrkoven vestnik. http://synpress-classic.dveri.bg/09-2003/patriarsi.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  47. Canev, Bǎlgarski hroniki, p. 457.
  48. «Sv. prepodobni Teodosij Tǎrnovski» (στα Βουλγάρικα). Pravoslavieto.com. http://www.pravoslavieto.com/life/11.27_sv_Teofosij_Turnovski.htm. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  49. «Ivan Aleksandǎr Asen (?–1371)» (στα Βουλγάρικα). Bǎlgarska enciklopedija A-JA – treto osǎvremeneno izdanie. Sofia: Trud, Sirma. 2005. ISBN 9545285192. 
  50. Bakalov, Istorija na Bǎlgarija, "Venecianska gramota"
  51. 51,0 51,1 «Biografični beležki – Ivan Vazov» (στα Βουλγάρικα). Slovoto. http://www.slovo.bg/showbio.php3?ID=14. Ανακτήθηκε στις 2007-01-19. 
  52. Beniševa, Daniela (2002-11-18). «Otkrita e unikalna zlatotkana dreha na Car Ivan Aleksandǎr» (στα Βουλγάρικα). Bǎlgarska armija. http://bgarmy.eamci.bg/Scripts/isapiVWB.dll/doc?THEMEID=14930. Ανακτήθηκε στις 2007-02-03. 
  53. Sugar, Pete (1983). Southeastern Europe Under Ottoman Rule, 1354–1804. University of Washington Press. σελ. 16. ISBN 0295960337. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Ivan Alexander of Bulgaria της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).