Το κόκκινο πανδοχείο (Μπαλζάκ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το κόκκινο πανδοχείο
L'auberge-rouge-balzac.png
Εξώφυλλο έκδοσης του 2015, με λεπτομέρεια από τον πίνακα του Πίτερ Μπρίγκελ Χωριάτικος γάμος
ΣυγγραφέαςΟνορέ ντε Μπαλζάκ
ΤίτλοςL'Auberge rouge
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1831
Είδοςνουβέλα
ΣειράΗ Ανθρώπινη κωμωδία

Το κόκκινο πανδοχείο (γαλλικός τίτλος: L'Auberge rouge) είναι νουβέλα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, που δημοσιεύτηκε το 1831. Περιλαμβάνεται στις Φιλοσοφικές μελέτες της Ανθρώπινης κωμωδίας.[1]

Η υπόθεση αναφέρεται σε ένα έγκλημα που διαπράχθηκε το 1799 αλλά επικεντρώνεται στους ηθικούς ενδοιασμούς του αφηγητή για το αν μπορεί να παντρευτεί την κληρονόμο μιας περιουσίας που αποκτήθηκε με εγκληματικά μέσα.[2]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα γεγονότα αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ένας αφηγητής που δεν κατονομάζεται.

Ο Γερμανός τραπεζίτης Χέρμαν, περαστικός από το Παρίσι, παρευρίσκεται σε δείπνο παρέα με πρόσωπα της υψηλής γαλλικής κοινωνίας, μεταξύ των οποίων και ο αφηγητής. Στο τέλος του γεύματος, του ζητάνε να διηγηθεί μια τρομακτική ιστορία της πατρίδας του και αυτός αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίσθηκε αρκετά χρόνια πριν.

Η ιστορία του Χέρμαν εκτυλίσσεται το 1799 στο Άντερναχ στη Γερμανία που τότε, την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων, βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή. Δύο νεαροί Γάλλοι στρατιωτικοί γιατροί από το Μπωβαί φθάνουν στην πόλη για να υπηρετήσουν στο γαλλικό σύνταγμα που βρίσκεται εκεί. Κανονίζουν να περάσουν τη νύχτα στο Κόκκινο πανδοχείο στις όχθες του Ρήνου. Ένας Γερμανός επιχειρηματίας ονόματι Βάλενφερ, που έχει φύγει από τη ζώνη των εχθροπραξιών, φθάνει σε λίγο για να περάσει τη νύχτα. Το πανδοχείο είναι γεμάτο και το μόνο μέρος για να διανυκτερεύσουν οι τρεις νεοαφιχθέντες είναι η κεντρική τραπεζαρία. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο Βάλενφερ εκμυστηρεύεται στους δύο νεαρούς γιατρούς ότι μεταφέρει στη βαλίτσα του εκατό χιλιάδες φράγκα σε χρυσό και διαμάντια. Ο Χέρμαν θυμάται ότι το όνομα ενός από τους Γάλλους γιατρούς είναι Προσπέρ Μανιάν, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί το όνομα του άλλου.[3]

Εκείνη τη νύχτα, ο Μανιάν σκέφτεται πόσο εύκολο θα ήταν να δολοφονήσει τον Βάλενφερ και να διαφύγει με τον θησαυρό του. Βγάζει πραγματικά ένα χειρουργικό μαχαίρι από την τσάντα του, αλλά την τελευταία στιγμή, τρομοκρατημένος από τη σκέψη του, μετανιώνει και βγαίνοντας από το πανδοχείο αρχίζει να περιπλανιέται κατά μήκος του ποταμού για να ξαναβρεί την ηρεμία του. Αφού περπάτησε αρκετή ώρα, επιστρέφει στο πανδοχείο και πηγαίνει για ύπνο. Όταν ξυπνά νωρίς το πρωί, διαπιστώνει ότι ο Βάλενφερ έχει δολοφονηθεί με το μαχαίρι του. Ο Μανιάν λιποθυμά και πέφτει στη λίμνη του αίματος. Όταν ξυπνά, συλλαμβάνεται από τους Γάλλους στρατιώτες. Ο φίλος του Μανιάν και τα τιμαλφή του Βάλενφερ λείπουν, ωστόσο επειδή ο Μανιάν είναι μέσα στα αίματα και χρησιμοποιήθηκε το δικό του μαχαίρι, οι στρατιώτες θεωρούν ότι αυτός είναι ο δολοφόνος. Κάποιοι ναυτικοί τον είδαν επίσης να περπατά έξω, έτσι τον υποψιάζονται ότι έθαψε τον θησαυρό του Βάλενφερ.[4]

Ο Μανιάν κλείνεται στη φυλακή της πόλης και εκεί γνωρίζει τον Χέρμαν, ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση επειδή προσπάθησε να υποκινήσει μια εξέγερση κατά των Γάλλων. Ο Μανιάν διηγείται στον Χέρμαν τα περιστατικά και του δηλώνει ότι είναι αθώος για την πράξη, ένοχος μόνο για τη σκέψη. Ωστόσο, στο στρατοδικείο, κρίνεται ένοχος και εκτελείται.[1]

Καθώς ο Χέρμαν διηγείται αυτή την ιστορία, ο αφηγητής παρατηρεί ότι ένας άλλος καλεσμένος, ο πλούσιος τραπεζίτης Φρεντερίκ Ταϊλφέρ, ήταν πολύ ταραγμένος. Ο αφηγητής υποπτεύεται ότι ο Ταϊλφέρ είναι ο ανώνυμος γιατρός της ιστορίας, ειδικά όταν ο Χέρμαν θυμάται καθυστερημένα ότι ο άλλος γιατρός ονομαζόταν Φρεντερίκ, και ρωτάει τον Ταϊλφέρ αν κατάγεται από το Μπωβαί, αυτός το επιβεβαιώνει. Στη συνέχεια, ο Ταϊλφέρ καταλαμβάνεται από νευρική κρίση από την οποία πέθανε λίγο αργότερα.

Ο αφηγητής, λίγες μέρες πριν, είχε γνωρίσει και ερωτευθεί μια κοπέλα, τη Βικτορίν. Σοκαρισμένος ανακαλύπτει ότι είναι η κόρη του Ταϊλφέρ.

Μετά το επεισόδιο, ο αφηγητής συνεχίζει να φλερτάρει τη Βικτορίν και σκέφτεται να την παντρευτεί, όμως έχει κυριευθεί από αμφιβολίες σχετικά με το αν μπορεί να παντρευτεί μια κληρονόμο της οποίας η περιουσία είναι γεμάτη αίμα και ο πατέρας της είναι δολοφόνος. Διοργανώνει ένα δείπνο στο οποίο προσκαλεί 17 φίλους του για να ζητήσει τη γνώμη τους. Αφού εξηγεί το πρόβλημα, οργανώνουν μια μυστική ψηφοφορία και η πλειοψηφία, 9 ψήφοι κατά και 8 υπέρ, πιστεύει ότι δεν πρέπει να την παντρευτεί. Ωστόσο, ο αφηγητής υποψιάζεται ότι οι 9 ψήφοι προέρχονται από νεαρούς φίλους του που επιθυμούν να παντρευτούν οι ίδιοι τη Βικτορίν. Η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν από τους μεγαλύτερους καλεσμένους να λέει στον αφηγητή ότι ήταν ανόητος να ρωτήσει τον Ταϊλφέρ αν ήταν από το Μπωβαί. Το βιβλίο τελειώνει χωρίς απάντηση.[5]

Ταινία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία αποτέλεσε το θέμα μιας γαλλικής κινηματογραφικής διασκευής το 1923, σε σκηνοθεσία Ζαν Επστάιν. [6]Οι ομώνυμες ταινίες του 1951 και του 2007 δεν έχουν τίποτα κοινό, εκτός από τον τίτλο, και βασίζονται σε εγκληματικές πράξεις που συνέβησαν στις αρχές του 19ου αιώνα στο Κόκκινο πανδοχείο στο νομό Αρντές, γεγονότα άσχετα με το έργο του Μπαλζάκ.[7]

Μετάφραση στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κόκκινο πανδοχείο, μετάφραση: Νίκος Σκοπλάκης, εκδόσεις Κοβάλτιο, 2019[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]