Η γεροντοκόρη (Μπαλζάκ)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η γεροντοκόρη
BalzacOldMaid01.jpg
Εικονογράφηση σε έκδοση του 19ου αιώνα
ΣυγγραφέαςΟνορέ ντε Μπαλζάκ
ΤίτλοςLa Vieille Fille
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημοσίευσης1837
Είδοςμυθιστόρημα
ΣειράΗ Ανθρώπινη κωμωδία
ΧαρακτήρεςMadame du Val-Noble
ΤόποςΑλανσόν
ΕπόμενοLe Cabinet des Antiques

Η γεροντοκόρη (γαλλικός τίτλος: La Vieille Fille) είναι μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Δημοσιεύτηκε αρχικά το 1836 σε συνέχειες στην εφημερίδα La Presse και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1837. Εντάσσεται στις Μελέτες ηθών στην ενότητα Σκηνές της επαρχιακής ζωής της Ανθρώπινης κωμωδίας.[1]

Το πορτρέτο της Ροζ Κορμόν είναι ένα από τα πιο επιτυχημένα στην Ανθρώπινη Κωμωδία. Ο Μπαλζάκ παρουσιάζει σ' αυτό το έργο μια από τις πιο λεπτές αναλύσεις του για τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες μιας γαλλικής επαρχιακής πόλης του 19ου αιώνα.

Θέμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα προσφέρει μια σατιρική εικόνα της κλειστής επαρχιακής ζωής, των πολιτικών και οικονομικών ανταγωνισμών, των διαφορετικών «κοινωνιών», μια ιδεολογική διαμάχη ανάμεσα στον μοναρχισμό και τον φιλελευθερισμό. [2]Αναφέρεται επίσης στον γάμο και την ανθρώπινη μοναξιά.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Αλανσόν, μια πόλη της Νορμανδίας, την εποχή της Παλινόρθωσης. Το 1816, η 40χρονη Ροζ Κορμόν, τελευταία απόγονος μιας πολύ πλούσιας αστικής οικογένειας που σχετίζεται για αιώνες με ευγενείς, περιμένει ακόμη έναν σύζυγο αντάξιο της κοινωνικής τάξης της. Προερχόμενη από την εύπορη αστική τάξη, είναι από τους πλουσιότερους ανθρώπους της πόλης. Η σχολαστική περιγραφή του σπιτιού της, του περιβάλλοντος και της καθημερινότητάς της είναι χαρακτηριστικές της τεχνοτροπίας του Μπαλζάκ.[3]

Γύρω από την πλούσια κληρονόμο συνωστίζονται δύο υποψήφιοι μνηστήρες: ο αριστοκρατικός ιππότης ντε Βαλουά, ένας ηλικιωμένος ξεπεσμένος ευγενής που έχει διατηρήσει τα ήθη του παλαιού καθεστώτος, και ο κύριος ντυ Μπουσκιέ, ένας πλούσιος αστός πολιτικά φιλελεύθερος επιχειρηματίας, επενδυτής της εποχής του Διευθυντηρίου. Ο πρώτος, ακραία φιλοβασιλικός, είναι πολύ ευγενικός και διακριτικός, ο δεύτερος, τραχύς, κυνικός και χυδαίος σωματικά και ηθικά, είναι δημοκράτης. Και οι δύο εποφθαλμιούν την περιουσία της δεσποινίδας, ο πρώτος για να ανακτήσει τον προεπαναστατικό τρόπο ζωής του και ο δεύτερος για να αυξήσει τις επενδύσεις του. Οι δύο μνηστήρες ενσαρκώνουν την αντίθεση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος και επιδίδονται σε έναν σιωπηλό αγώνα για να την κερδίσουν.[4]

Ο ντυ Μπουσκιέ συκοφαντεί τον ιππότη ισχυριζόμενος ότι παντρεύτηκε κρυφά την πλύστρα Σεζαρίν, τη σπιτονοικοκυρά του. Σε εκδίκηση, ο ιππότης παρουσιάζει την ιστορία της όμορφης Σουζάν που ισχυρίζεται ότι είναι έγκυος από τον ντυ Μπουσκιέ, για να τον εκβιάσει. Στους δύο αντίζηλους προστίθεται ο νεαρός διανοούμενος Ατανάζ Γκρανσόν, πολύ νεότερος από τη Ροζ και πραγματικά ερωτευμένος μαζί της, ο οποίος αυτοκτονεί από θλίψη.

Απελπισμένη από την είδηση ​​ότι ο ιππότης, στον οποίο είχε εναποθέσει τις ελπίδες της, είναι ήδη παντρεμένος, η Ροζ παντρεύεται τον ντυ Μπουσκιέ, ο οποίος αποδεικνύεται ικανότατος διαχειριστής της περιουσίας της, χρηματοδοτεί βιομηχανίες, φέρνει ανάπτυξη στην περιοχή, αλλά όχι την ευτυχία στη ζωή της Ροζ που περίμενε από τον γάμο της χαρά και απογόνους. Αλλά επειδή η επιθυμία της να παντρευτεί ήταν τόσο έντονη, κάποτε σκέφθηκε: «Δεν είναι καλύτερα να φροντίζει τον ισχυρότερο άνδρα της πόλης από το να ζει μόνη;» Η τελευταία φράση του μυθιστορήματος επιβεβαιώνει αυτό που υποδηλώνουν πολλοί υπαινιγμοί σε όλη την ιστορία: ο γάμος έμεινε ανολοκλήρωτος.[5]

Ελληνική μετάφραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η γεροντοκόρη, μετάφραση: Μαρία Παγουλάτου, εκδόσεις Γνώση, 1993
  • Η γεροντοκόρη, μετάφραση: Τζένη Κωνσταντίνου, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2018. [6]
  • Η γεροντοκόρη, μετάφραση: Ζήσης Σαρικάς, εκδόσεις Εξάντας, 2018. [7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]