Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μωάμεθ Δ΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Μεχμέτ Δ΄)
Μωάμεθ Δ΄
محمد رابع
Θεματοφύλακας των Δύο Ιερών Τζαμιών
Περίοδος8 Αυγούστου 1648 – 8 Νοεμβρίου 1687 (39 έτη & 3 μήνες)
ΠροκάτοχοςΙμπραήμ
ΔιάδοχοςΣουλεϊμάν Β΄
ΑντιβασιλέαςΚιοσέμ Σουλτάν
(1648–1651)
Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάν
(1651–1656)
Περίοδος8 Αυγούστου 1648 – 8 Νοεμβρίου 1687
ΠροκάτοχοςΙμπραήμ
ΔιάδοχοςΣουλεϊμάν Β΄
Γέννηση2 Ιανουαρίου 1642
Τοπ Καπί, Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Θάνατος6 Ιανουαρίου 1693 (51 ετών)
Αδριανούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
Τόπος ταφήςΓενί Τζαμί, Κωνσταντινούπολη, Οθωμανική Αυτοκρατορία
ΣύζυγοςΕμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάνα
Αφιφέ Χατούν
Γκιουλμπεγιάζ Χατούν
Σιγιαβούς Χατούν
Κανιγιέ Χατούν
ΑπόγονοιΧατιτζέ Σουλτάν
Μουσταφά Β΄
Ουμί Σουλτάν
Ουμιουγκιουλσούμ Σουλτάν
Αχμέτ Γ΄
Φατμά Σουλτάν
Πλήρες όνομα
   Μωάμεθ Χαν μπιν Ιμπραήμ Χαν
ΟίκοςΟσμανιδών
ΠατέραςΙμπραήμ
ΜητέραΤουρχάν Χατιτζέ Σουλτάνα
ΘρησκείαΣουνιτικό Ισλάμ
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Μωάμεθ Δ΄ (οθωμανικά τουρκικά: محمد رابع, κ. γρ. Meḥmed-i rābi· τουρκικά: IV. Mehmed· 2 Ιανουαρίου 1642 – 6 Ιανουαρίου 1693), o επονομαζόμενος Κυνηγός (τουρκικά: Avcı Mehmed), διετέλεσε Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1648 έως το 1687 και κατατάσσεται ως ο δεύτερος μακροβιότερος μονάρχης στην οθωμανική ιστορία, μετά τον Σουλεϊμάν Α΄.[1] Ο Μωάμεθ ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία μόλις έξι ετών, κατόπιν στρατιωτικού πραξικοπήματος που καθαίρεσε τον πατέρα του. Αν και τα πρώτα και τα τελευταία έτη της βασιλείας του χαρακτηρίστηκαν από στρατηγικές αποτυχίες και πολιτική αστάθεια, η μέση περίοδος της διακυβέρνησής του υπήρξε καθοριστική για την αναγέννηση των εσωτερικών δυνάμεων της αυτοκρατορίας, φαινόμενο που συνδέθηκε με την περίοδο της διακυβέρνησης της οικογένειας Κιοπρουλού.

Ο Μωάμεθ Δ΄ διακρίθηκε για τον ιδιαίτερα ευσεβή χαρακτήρα του, λαμβάνοντας τον τίτλο του Γαζή, λόγω της ενεργούς συμμετοχής του στα στρατιωτικά επιτεύγματα και πολεμικές εκστρατείες της εποχής. Οι προσπάθειές του για εδαφική επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον ευρωπαϊκό χώρο απέδωσαν καρπούς, φτάνοντάς την στο αποκορύφωμά της και διατηρώντας το εκτεταμένο και ισχυρό αποικιακό της δίκτυο. Το 1687, ο Μωάμεθ ανατράπηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας, οι οποίες είχαν απογοητευτεί από τις εξελίξεις του Μεγάλου Τουρκικού Πολέμου (1683–1699). Αποσύρθηκε στην Αδριανούπολη, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, και απεβίωσε το 1693 από φυσικά αίτια.[2]

Γεννημένος στο Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης το 1642, ο Μωάμεθ ήταν γιος του σουλτάνου Ιμπραήμ (βασ. 1640–1648) και της Τουρχάν Χατιτζέ Σουλτάνας,[3] παλλακίδας ρωσικής καταγωγής, καθώς και εγγονός της Κιοσέμ Σουλτάνας, ελληνικής καταγωγής.[4] Λίγο μετά τη γέννησή του, ξέσπασε σοβαρή διένεξη μεταξύ των γονέων του· ο Ιμπραήμ, σε κατάσταση ακραίας οργής, άρπαξε τον Μωάμεθ από την αγκαλιά της μητέρας του και τον έριξε σε μια δεξαμενή νερού. Το βρέφος διασώθηκε χάρη στην άμεση επέμβαση των υπηρετών του χαρεμιού. Ωστόσο, το περιστατικό αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση μόνιμης ουλής στο κεφάλι του, η οποία τον συνόδευε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.[5][6]

Ανάρρηση στο θρόνο

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Μωάμεθ Δ΄ σε νεαρή ηλικία

Ο Μωάμεθ ανήλθε στον οθωμανικό θρόνο το 1648, σε ηλικία έξι ετών, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας για την οθωμανική δυναστεία. Στις 21 Οκτωβρίου 1649, ο Μωάμεθ Δ΄, μαζί με τους αδελφούς του Σουλεϊμάν και Αχμέτ, υποβλήθηκα σε τελετή περιτομής, η οποία αποτελούσε καθιερωμένο στοιχείο της ισλαμικής τελετουργικής παράδοσης. Η Κιοσέμ Σουλτάνα, ουσιαστική κυβερνήτης κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του, κατηγορήθηκε ότι υποστήριζε επαναστατικές ιδέες και πως συνωμοτούσε για τη δηλητηρίαση του νέου σουλτάνου, με σκοπό την αντικατάστασή του από τον νεότερο ετεροθαλή αδελφό του, Σουλεϊμάν. Υπό το πρίσμα αυτών των κατηγοριών, τον Σεπτέμβριο του 1651 ο Μωάμεθ Δ΄ υπέγραψε το διάταγμα για την εκτέλεση της γιαγιάς του.

Κατά την ίδια περίοδο, η αυτοκρατορία βρισκόταν αντιμέτωπη με εκτεταμένες ίντριγκες εντός του παλατιού, εξεγέρσεις στην Ανατολία, τη ναυτική ήττα του οθωμανικού στόλου από τους Ενετούς στα ανοικτά των Δαρδανελλίων, καθώς και σοβαρές επισιτιστικές ελλείψεις που προκάλεσαν ταραχές στην Κωνσταντινούπολη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μητέρα του Μωάμεθ Δ΄, Τουρχάν, στις 14 Σεπτεμβρίου 1656, παραχώρησε στον Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά πλήρεις εκτελεστικές αρμοδιότητες Μεγάλου Βεζίρη. Έκτοτε ξεκίνησε αυτό που είναι γνωστό ως «εποχή των Κιοπρουλού»· μια περίοδος αξιοσημείωτης διοικητικής και πολιτικής σταθερότητας στην οθωμανικά ιστορία.

Η πολιορκία του Χάνδακα

Η βασιλεία του Μωάμεθ Δ΄ διακρίνεται για την πρόσκαιρη ανασυγκρότηση και ενίσχυση της οθωμανικής ισχύος, η οποία συνδέεται άμεσα με τη δράση του Μεγάλου Βεζίρη Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά και του διαδόχου του, Φαζίλ Αχμέτ Πασά. Υπό τη διοίκησή τους, οι Οθωμανοί κατόρθωσαν να ανακτήσουν από την Βενετική Δημοκρατία τα νησιά του Αιγαίου και, μετά την ολοκλήρωση του Κρητικού Πολέμου (1645–1669), τη Κρήτη. Παράλληλα, διεξήχθησαν επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά της Τρανσυλβανίας (1660) και της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας (1670–1674). Με την αποδοχή της υποτέλειας του Κοζάκου ηγεμόνα Πέτρο Ντοροσένκο από τον Μωάμεθ Δ΄, η οθωμανική επικυριαρχία επεκτάθηκε στην Ποδολία και στη Δεξιά Όχθη της Ουκρανίας, εξέλιξη που συνέβαλε άμεσα στην έναρξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1676–1681). Τον Φαζίλ Αχμέτ Πασά διαδέχθηκε στο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη ο θετός γιος του Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασά, Μερζιφονλού Καρά Μουσταφά Πασάς, ο οποίος ηγήθηκε εκστρατειών κατά της Ρωσίας και πολιορκούσε το Τσιχίριν το 1678 με δύναμη περίπου 70.000 ανδρών. Στη συνέχεια υποστήριξε την ουγγρική εξέγερση του Ίμρε Θεκέλι εναντίον της Μοναρχίας των Αψβούργων και προήλασε με μεγάλο στρατό μέσω της Ουγγαρίας, κορυφώνοντας την εκστρατεία με την πολιορκία της Βιέννης το 1683. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, στα υψώματα του Κάλενμπεργκ, οι οθωμανικές δυνάμεις υπέστησαν συντριπτική ήττα από τον συνασπισμό των πολωνο-λιθουανικών στρατευμάτων, υπό την ηγεσία του βασιλιά Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι (1674–1696), και των συμμάχων τους, κυρίως του αυτοκρατορικού στρατού.

Κατά τα έτη 1672 και 1673, ο σουλτάνος συμμετείχε προσωπικά σε δύο εκστρατείες εναντίον της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας, φέροντας τον τίτλο του σεράντ-ι εκρέμ και έχοντας ως Μέγα Βεζίρη τον Φαζίλ Αχμέτ Πασά. Μετά την κατάληψη του φρουρίου του Καμανίτσι και την υπογραφή της Συνθήκης του Μπουτσάς, ο Μωάμεθ Δ΄ επέστρεψε στην Αδριανούπολη.

Η πυρκαγιά της 4–5 Ιουλίου 1660 ήταν η χειρότερη που είχε βιώσει μέχρι τότε η Κωνσταντινούπολη. Ξεκίνησε από τη συνοικία του Εμίνονου και εξαπλώθηκε σε μεγάλο μέρος της ιστορικής χερσονήσου, κατακαίγοντας μεγάλο τμήμα της πόλης. Ακόμη και οι μιναρέδες του Τεμένους Σουλεϊμανιγιέ τυλίχθηκαν στις φλόγες. Τα δύο τρίτα της πόλης μετατράπηκαν σε στάχτη, ενώ εκτιμάται ότι περίπου σαράντα χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Χιλιάδες ακόμη πέθαναν στη συνέχεια από λιμό και πανώλη που ακολούθησαν μετά την καταστροφή.

Μεγάλος Τουρκικός Πόλεμος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Σεπτεμβρίου 1683, οι Αυστριακοί και οι σύμμαχοί τους από την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία υπό τον βασιλιά Γιαν Γ΄ Σομπιέσκι επικράτησαν στη πολιορκία της Βιέννης, με καταστροφική πλευρική επίθεση που ηγήθηκε η πολωνική ιππασία του Σομπιέσκι. Οι Οθωμανοί υποχώρησαν στην Ουγγαρία· ωστόσο, αυτό αποτέλεσε μόνο την αρχή του Μεγάλου Τουρκικού Πολέμου, καθώς οι στρατοί του Ιερού Συνασπισμού ξεκίνησαν επιτυχημένη εκστρατεία για την προώθηση των Οθωμανών πίσω στα Βαλκάνια.

Μετέπειτα ζωή και θάνατος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Μάιο του 1675, οι γιοι του Μωάμεθ Δ΄, Μουσταφά Β΄ και Αχμέτ Γ΄, υποβλήθηκαν σε τελετή περιτομής, ενώ η κόρη του, Χατιτζέ Σουλτάνα, παντρεύτηκε, κάτι που ακολούθησε μια μεγαλειώδη εορτή στην Αδριανούπολη. Εκείνη την εποχή ο Σιλαχδάρ Φιντίκλι Μεχμέτ Αγάς περιέγραψε τον Μωάμεθ Δ΄ ως μέτριου αναστήματος, στιβαρό, με λευκή επιδερμίδα και ηλιοκαμένο πρόσωπο, αραιή γενειάδα και ελαφρώς σκυφτό από τη μέση και πάνω, λόγω της εκτενούς ιππασίας.

Το 1680 καταγράφηκε η μοναδική γνωστή περίπτωση λιθοβολισμού γυναίκας για μοιχεία στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη. Η ανώνυμη γυναίκα εκτελέστηκε στον Ιππόδρομο της πόλης, αφού φέρεται να είχε πιαστεί μόνη της με έναν Εβραίο άνδρα, παραβιάζοντας έτσι τον οθωμανικό νόμο που απαγόρευε σε αλλόθρησκους άνδρες να συνάπτουν ερωτική σχέση με μουσουλμάνες. Ο Μωάμεθ Δ΄ προσέφερε στον άνδρα τη δυνατότητα να σωθεί από την θανατική ποινή με το να ασπαστεί το Ισλάμ, αλλά εκείνος αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να αποκεφαλιστεί.

Μετά τη Δεύτερη Μάχη του Μοχάτς το 1687, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε σε βαθιά πολιτική και στρατιωτική κρίση. Εκδηλώθηκε ανταρσία μεταξύ των οθωμανικών δυνάμεων, ενώ ο στρατηγός και Μεγάλος Βεζίρης Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς, φοβούμενος για τη ζωή του, εγκατέλειψε τη διοίκηση πρώτα στο Βελιγράδι και εν συνεχεία στην Κωνσταντινούπολη. Με την άφιξη των ειδήσεων για την ήττα και την ανταρσία στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Αμπάζα Σιαβούς Πασάς διορίστηκε αρχικά ως στρατιωτικός διοικητής και εν συνεχεία ως Μεγάλος Βεζίρης. Πριν όμως αναλάβει τα καθήκοντά του, ο οθωμανικός στρατός είχε ουσιαστικά διαλυθεί, ενώ τα σώματα του οθωμανικού οίκου, οι Γενίτσαροι και οι Σπαχήδες, επέστρεφαν στις βάσεις τους υπό την ηγεσία κατώτερων αξιωματικών. Ο Σαρί Σουλεϊμάν Πασάς εκτελέστηκε, και ο σουλτάνος Μωάμεθ Δ΄ διόρισε τον Κιοπρουλού Φαζίλ Μουσταφά Πασά, διοικητή των Στενών της Κωνσταντινούπολης, ως αντιβασιλέα του Μεγάλου Βεζίρη. Ο Φαζίλ Μουσταφά πραγματοποίησε διαβουλεύσεις με τους ηγέτες του υπάρχοντος στρατού και άλλους σημαντικούς αξιωματούχους της αυτοκρατορίας.

Στις 8 Νοεμβρίου 1687 αποφασίστηκε η καθαίρεση του Μωάμεθ Δ΄ και η ανάρρηση στον θρόνο του αδελφού του, Σουλεϊμάν Β΄. Ο Μωάμεθ Δ΄ καθαιρέθηκε από τις δυνάμεις των Γενιτσάρων και των Σεκμπάν (μισθοφόρων αγροτών), ηγέτης των οποίων ήταν ο Οσμάν Πασάς, και φυλακίστηκε στο Τοπ Καπί. Του επετράπη ωστόσο να απομακρύνεται περιστασιακά από το παλάτι, μέχρι τον θάνατό του στο Παλάτι της Αδριανούπολης το 1693. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε πλησίον του τεμένους της μητέρας του στην Κωνσταντινούπολη.

Σύζυγοι

Παιδιά

  • Ηγεμόνας Σελίμ (1659-1679), γιος της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Ηγεμόνας Μαχμούτ (1660-?) γιος της Γκιουλμπεγιάζ Χατούν
  • Χατιτζέ Σουλτάν (1663-1743), κόρη της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Μουσταφά Β΄ (1664-1703), γιος της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Ηγεμόνας Ιμπραήμ (1665-1666), γιος της Αφιφέ Χατούν
  • Ουμί Σουλτάν (1668-1670), κόρη της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Ουμιουγκιουλσούμ Σουλτάν (1670-1722), κόρη της Κανιγιέ Χατούν
  • Αχμέτ Γ΄ (1673-1736), γιος της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Ηγεμόνας Μπεγιαζίτ (1678-1679), γιος της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Φατμά Σουλτάν (1679-1700), κόρη της Γκιουλνούς Σουλτάν
  • Ηγεμόνας Σουλεϊμάν (1681-1685), γιος της Σιγιαβούς Χατούν
  • Γκεβχέρ Σουλτάν (?-?), κόρη της Γκιουλμπεγιάζ Χατούν
  • Σαφιγιέ Σουλτάν (?-1687)
  1. Börekçi, Günhan (2009). «Mehmed IV». Στο: Ágoston, Gábor· Bruce Masters, επιμ. Encyclopedia of the Ottoman Empire. σελίδες 370–371.
  2. Börekçi, Günhan (2009). Ágoston, Gábor, Bruce, Masters, επιμ. Encyclopedia of the Ottoman Empire. Facts On File. σελ. 370–371. ISBN 978-0816062591. Mehmed IV
  3. Afyoncu· Uğur Demir, Erhan (2015). Turhan Sultan. Istanbul: Yeditepe Yayınevi. σελ. 27. ISBN 978-605-9787-24-6.
  4. Finkel, Caroline (2005). Osman's Dream: The Story of the Ottoman Empire, 1300–1923. New York: Basic Books. σελ. 197. ISBN 978-0-465-02396-7.
  5. Freely, John (1999). Inside the Seraglio. ISBN 978-1784535353. Chapter 9: Three Mad Sultans
  6. Zarinebaf, Fariba (2010). Crime and Punishment in Istanbul: 1700–1800. University of California Press. σελίδες 159. ISBN 978-0520262218.
Μωάμεθ Δ΄
Γέννηση: 2 Ιανουαρίου 1642 Θάνατος: 6 Ιανουαρίου 1693(51 ετών)
Αυτοκρατορικός Οίκος των Οθωμανών
Προκάτοχος
Ιμπραήμ Α΄
Σουλτάνος της Οθωμανική Αυτοκρατορίας
8 Αυγούστου 1648 - 8 Νοεμβρίου 1687
Διάδοχος
Σουλεϊμάν Β΄