Κωνσταντίνος Σημίτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κωνσταντίνος Σημίτης
Konstantinos Simitis - Konferenz Hellas in der Krise (4).jpg
Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας
Περίοδος
18 Ιανουαρίου 1996 – 10 Μαρτίου 2004
Πρόεδρος Κωστής Στεφανόπουλος
Προκάτοχος Ανδρέας Παπανδρέου
Διάδοχος Κώστας Καραμανλής
Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ
Περίοδος
30 Ιουνίου 1996 – 8 Φεβρουαρίου 2004
Προκάτοχος Ανδρέας Παπανδρέου
Διάδοχος Γιώργος Παπανδρέου
Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας,
Έρευνας και Τεχνολογίας Ελλάδας
Περίοδος
13 Οκτωβρίου 1993 – 15 Σεπτεμβρίου 1995
Προκάτοχος Βασίλης Κοντογιαννόπουλος
Διάδοχος Αναστάσιος Πεπονής
Υπουργός Εμπορίου Ελλάδας
Περίοδος
13 Οκτωβρίου 1993 – 15 Σεπτεμβρίου 1995
Προκάτοχος Βασίλειος Κοντογιαννόπουλος
Διάδοχος Νικόλαος Ακριτίδης
Υπουργός Εθνικής Παιδείας
και Θρησκευμάτων Ελλάδας
Περίοδος
23 Νοεμβρίου 1989 – 13 Φεβρουαρίου 1990
Προκάτοχος Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος
Διάδοχος Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος
Υπουργός Εθνικής Οικονομίας Ελλάδας
Περίοδος
26 Ιουλίου 1985 – 25 Νοεμβρίου 1987
Προκάτοχος Γεράσιμος Αρσένης
Διάδοχος Παναγιώτης Ρουμελιώτης
Υπουργός Γεωργίας Ελλάδας
Περίοδος
21 Οκτωβρίου 1981 – 26 Ιουλίου 1985
Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου
Προκάτοχος Αθανάσιος Κανελλόπουλος
Διάδοχος Ιωάννης Ποττάκης
Προσωπικά στοιχεία
Γέννηση 23 Ιουνίου 1936 (1936-06-23) (78 ετών)
Πειραιάς, Αττική, Ελλάδα
Εθνικότητα Ελληνική
Πολιτικό Κόμμα ΠΑΣΟΚ
Σύζυγος Δάφνη Σημίτη
Παιδιά 2
(Φιόνα, Μαριλένα)

Ο Κωνσταντίνος Γ. Σημίτης (γεν. στον Πειραιά στις 23 Ιουνίου 1936) είναι Έλληνας καθηγητής πανεπιστημίου και πολιτικός, πολλές φορές υπουργός και πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 1996 ως το 2004.

Μετά την πτώση της Χούντας το 1974, υπήρξε από τους ιδρυτές του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) και ανέλαβε αρκετές υπουργικές θέσεις, όταν το κόμμα του ανέλαβε την εξουσία, υπηρετώντας στα υπουργεία Γεωργίας (1981-85), Εθνικής Οικονομίας (1985-87), Παιδείας και Θρησκευμάτων (1989-90), Βιομηχανίας, Ενέργειας, Έρευνας, Τεχνολογίας και Εμπορίου (1993-95). Τον Ιανουάριο του 1996 διαδέχθηκε τον Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, μετά από ψηφοφορία της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ενώ τον Ιούνιο του ίδιου έτους αναδείχθηκε επίσης πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο συνέδριο του κόμματος. Εξελέγη πρωθυπουργός στις ελληνικές κοινοβουλευτικές εκλογές του 1996 και του 2000.

Ως πρωθυπουργός προώθησε μία μετριοπαθή εξωτερική πολιτική ταυτόχρονα με τη σταδιακή ιδιωτικοποίηση του μεγάλου ελληνικού δημόσιου τομέα, στοχεύοντας σε μία οικονομική σταθερότητα σύμφωνα με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1]. H δεύτερη θητεία του συνοδεύτηκε από την εφαρμογή μέτρων λιτότητας, με στόχο τη μείωση του πληθωρισμού και του εθνικού χρέους, καθώς και από προσπάθειες επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών για το Κυπριακό πρόβλημα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής[1]. Μεταξύ των σημαντικότερων επιτυχιών της θεωρείται η ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση το 2001.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Σημίτης, δικηγόρος, καθηγητής της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., επί σειρά ετών πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, αντιπρόσωπος του Πειραιά στην Εθνοσυνέλευση στους Κορυσχάδες και γενικός διοικητής Ρούμελης στην κυβέρνηση της ΠΕΕΑ. Η μητέρα του, Φανή Χριστοπούλου, με καταγωγή από το Πύργο Ηλείας, υπήρξε επί χρόνια κορυφαίο στέλεχος γυναικείων οργανώσεων της Αριστεράς και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών. Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι γονείς του έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση κατά των κατακτητών από τις τάξεις του Ε.Α.Μ. και του Ε.Λ.Α.Σ.. Παππούς του ήταν ο αρχίατρος και ευεργέτης του δήμου Πύργου, Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, καθώς και ο νομικός, Σπυρίδων Σημίτης.

Ο Κώστας Σημίτης σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Μάρμπουργκ της Δυτικής Γερμανίας και οικονομικά στο London School of Economics and Political Science. Ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία ως διδάκτωρ της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ το 1959. Δίδαξε ως υφηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας το 1971 και συνέχισε ως τακτικός καθηγητής του Εμπορικού και Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Γκίσεν από το 1971 έως το 1975. Το 1977 εξελέγη τακτικός καθηγητής στην Πάντειο Σχολή (το σημερινό Πάντειο Πανεπιστήμιο).

Ο Κώστας Σημίτης μιλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Είναι νυμφευμένος με τη Δάφνη Σημίτη, το γένος Αρκαδίου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες, τη Φιόνα και τη Μαριλένα.

Πολιτική πορεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντιδικτατορική δράση και Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζώντας στην Αθήνα ως δικηγόρος πρωτοστάτησε το 1965 στην ίδρυση του Ομίλου Πολιτικής Έρευνας «Αλέξανδρος Παπαναστασίου», του οποίου διετέλεσε γραμματέας. Ο Όμιλος Παπαναστασίου είχε ως στόχο τη συστηματική μελέτη των σημαντικότερων προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπισή τους. Το 1967 ο όμιλος μετεξελίχθηκε στην αντιδικτατορική οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα», η οποία επτά χρόνια αργότερα συμμετείχε στην ίδρυση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Στη διάρκεια της δικτατορίας διέφυγε παράνομα στο εξωτερικό και παραπέμφθηκε ερήμην στο Στρατοδικείο για απόπειρα εμπρησμού και παράβαση του νόμου περί εκρηκτικών υλών. Σε αντίποινα συνελήφθη η σύζυγός του, Δάφνη Σημίτη και κρατήθηκε επί δύο μήνες σε απομόνωση. Από το 1970 ο Κώστας Σημίτης συμμετείχε στο Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (Π.Α.Κ.) ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του.

ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Κυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Συνεργάστηκε στη διακήρυξη της 3ης Σεπτεμβρίου 1974 και συμμετείχε στην πρώτη Κεντρική Επιτροπή και στο πρώτο Εκτελεστικό Γραφείο του Κινήματος.

Στις 13 Ιουνίου 1979 το ΠΑΣΟΚ ανακοινώνει την παραίτηση του Κώστα Σημίτη από το Εκτελεστικό Γραφείο. Θεωρήθηκε υπεύθυνος προπαγάνδας του κόμματος, πιο συγκεκριμένα για την αφίσα που είχε κυκλοφορήσει με το σύνθημα «Οχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων, ναι στην Ευρώπη των λαών».[2]

Αμέσως μετά την εκλογική νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ, τον Οκτώβριο του 1981, με τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης, κλήθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου να αναλάβει:

  • υπουργός Γεωργίας, από το 1981 ως το 1985, όπου και εξασφάλισε την επιτυχή ένταξη της ελληνικής γεωργίας στην ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική, καθώς και τον πολλαπλασιασμό των ενισχύσεων.
  • υπουργός Εθνικής Οικονομίας, από το 1985 ως το 1987, όπου και εφάρμοσε το πρώτο αυστηρό πρόγραμμα σταθεροποίησης, με ιδιαίτερα θετική επίπτωση στις μακροοικονομικές ανισορροπίες.
  • υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά τη διάρκεια της οικουμενικής κυβέρνησης, υπό την προεδρία του καθηγητή Ξενοφώντα Ζολώτα (Νοέμβριος 1989 - Φεβρουάριος 1990).
  • Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας, Έρευνας, Τεχνολογίας και υπουργός Εμπορίου ταυτόχρονα, από το 1993 ως το 1995. Κατά το διάστημα αυτό έθεσε το πλαίσιο μιας μακροχρόνιας πολιτικής ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ο Κώστας Σημίτης εκλεγόταν βουλευτής της Α' εκλογικής περιφέρειας Πειραιά συνεχώς από το 1985 μέχρι και το 2007.

Πρωθυπουργός της Ελλάδας και Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 18 Ιανουαρίου 1996 εξελέγη Πρωθυπουργός από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου από το αξίωμα για λόγους υγείας.

Στις 30 Ιουνίου 1996, στο 4ο Συνέδριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, αναδείχθηκε πρόεδρος του κινήματος και με τη νίκη του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 22 Σεπτεμβρίου 1996 ανακηρύχθηκε πρωθυπουργός. Ως αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κέρδισε και την επόμενη εκλογική αναμέτρηση στις 9 Απριλίου 2000.

Υπό τον Κώστα Σημίτη η χώρα προετοιμάστηκε ουσιαστικά για τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Στις 7 Ιανουαρίου 2004 ανακοίνωσε την παραίτησή του από την προεδρία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Στη θέση αυτή τον διαδέχθηκε ο Γιώργος Παπανδρέου την 8η Φεβρουαρίου 2004. Διετέλεσε πρωθυπουργός ως τις 10 Μαρτίου 2004.

Ρεκόρ πρωθυπουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το διάστημα της πρωθυπουργίας του (8 χρόνια και 2 μήνες από τον Ιανουάριο του 1996 έως τον Μάρτιο του 2004) αποτελεί ρεκόρ στην ιστορία του σύγχρονου Ελληνικού κράτους ως συνεχούς διαστήματος παραμονής στο αξίωμα του πρωθυπουργού, ξεπερνώντας το αντίστοιχο του Ανδρέα Παπανδρέου (7 χρόνια και 9 μήνες από τον Οκτώβριο του 1981 έως τον Ιούλιο του 1989).

Είναι ακόμη αξιοσημείωτο ότι στο ξεκίνημα αλλά και στο πέρας της πρωθυπουργίας του, δεν ήταν ταυτόχρονα και αρχηγός του πλειοψηφούντος στη βουλή κόμματος, κάτι πρωτόγνωρο για τα σύγχρονα κοινοβουλευτικά χρονικά. Κατά τους 5 πρώτους μήνες της πρωθυπουργίας του πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου και κατά τον τελευταίο μήνα, ο Γιώργος Παπανδρέου.

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κώστας Σημίτης με τον Βλαντιμίρ Πούτιν

Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως πρωθυπουργού, ο Κώστας Σημίτης προώθησε μια νέα αντίληψη για τη θέση της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή με κεντρική αναφορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του η Ελλάδα ενίσχυσε τη θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σχεδιάστηκε και ολοκληρώθηκε η ενταξιακή πορεία της Κύπρου. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισήλθαν για πρώτη φορά σ΄ ένα πλαίσιο και μια προοπτική επ' ωφελεία και των δύο χωρών. Η Ελλάδα αναδείχθηκε σε πόλο ειρήνης και συνεργασίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη, αντί να αποτελεί μέρος του βαλκανικού προβλήματος, όπως φαινόταν να είχε γίνει. Παράλληλα ενισχύθηκε η αποτρεπτική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων.

Ο Κώστας Σημίτης, ως Πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας, προήδρευσε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά το α΄ εξάμηνο του 2003. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας υπογράφηκε στις 14 Απριλίου 2003, στη στοά του Αττάλου στην Αθήνα, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση των δέκα νέων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος.

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες για το σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Προωθήθηκε η στρατηγική της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση. Αντιμετωπίστηκε ο διχασμός της Ένωσης απέναντι στα ζητήματα του πολέμου στο Ιράκ και κατέστη εφικτή η ενιαία στάση των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υπόθεση των ταυτοτήτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2001 ξέσπασε μία μεγάλη σύγκρουση μεταξύ εκκλησίας και κράτους, όταν η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε, κατόπιν υποδείξεως της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, να αφαιρέσει την αναγραφή του θρησκεύματος από την αστυνομική ταυτότητα των Ελλήνων πολιτών. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αντιτάχθηκε σθεναρά στην απόφαση ισχυριζόμενος ότι προστάχθηκαν "από νεο-διανοούμενους που θέλουν να μας επιτεθούν σα σκυλιά και να μας κόψουν τις σάρκες"[3]. Οργάνωσε δύο συλλαλητήρια στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη μαζί με πολλούς επισκόπους της Εκκλησίας της Ελλάδας. Η στάση του Κώστα Σημίτη και του αρμόδιου Υπουργού, Μιχάλη Σταθόπουλου, βρήκε λίγους υποστηρικτές μέσα στο κόμμα του και ακόμα λιγότερους στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κώστας Καραμανλής υπέγραψε σε μία συλλογή υπογραφών, που οργανώθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδας και καλούσε σε δημοψήφισμα σχετικά με το θέμα. Ωστόσο, η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, ακόμα και σε εθελοντική βάση, όπως ζήτησε τελικά ο Αρχιεπίσκοπος, κρίθηκε αντισυνταγματική από τα ελληνικά δικαστήρια και το όλο θέμα ξεχάστηκε.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1996-1999: Η προσπάθεια ένταξης στην ΟΝΕ

Την πρώτη περίοδο της πρωθυπουργίας του (1996-2000) ο κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής ήταν η εξασφάλιση της συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ. Πέρα από την επίτευξη των κριτηρίων του Μάαστριχ, στόχος ήταν και η κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, η εξασφάλιση ενός σταθερού οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος με ευρύτερο κλίμα εμπιστοσύνης στις επιχειρήσεις και την κοινωνία, και μέσα από αυτό η ενίσχυση των επενδύσεων (μέσω αξιοποίησης και των κοινοτικών κονδυλίων), της παραγωγικότητας και η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στα πλαίσια αυτά η νομισματική και συναλλαγματική πολιτική είχαν ως πρωταρχικό σκοπό τη σταθερότητα και τη στήριξη της αντιπληθωριστικής πολιτικής.

Η συμμετοχή στο ευρώ θεωρήθηκε πολιτική και οικονομική αναγκαιότητα. Η ΟΝΕ θα διασφάλιζε μόνιμες συνθήκες πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης, που δύσκολα η οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση, όσο αναποτελεσματική και αν ήταν, θα μπορούσε να διαβρώσει. Η Ελλάδα έπρεπε να συμμετέχει στον σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. όπου θα παίρνονταν οι σημαντικές αποφάσεις. Από οικονομικής άποψης, η πορεία προς την ΟΝΕ ήταν το μέσο για να αντιμετωπίσει η χώρα την πρόκληση της παγκοσμιοποίησης, να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της ώστε να επιτύχει την αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη της και να βελτιώνει συνεχώς το βιοτικό της επίπεδο. Αποτυχία της Ελλάδας να συμμετάσχει στην ΟΝΕ: «… θα οδηγήσει ευθέως τις πιο αδύναμες χώρες σε σχηματισμούς δεύτερων και τρίτων κύκλων υποβάθμισης. Αν διστάσουμε και αμφιταλαντευτούμε, δειλιάζοντας μπροστά στις ανάγκες της προσαρμογής, θα βρεθούμε πριν τα τέλη του αιώνα αντιμέτωποι μ’ ένα πολλαπλάσιο κόστος προσαρμογής στο βιοτικό μας επίπεδο και με σοβαρές επιπτώσεις για τα εθνικά μας θέματα.»[4]

Σύμφωνα με τα οικονομικά δεδομένα του 1996 η Ελλάδα θεωρούταν αδύνατο να καταφέρει να είναι στον πρώτο κύκλο των χωρών[5], που θα επιλέγονταν για να προχωρήσουν στην τρίτη φάση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης[6]. Προκειμένου να αποτελέσει τμήμα της υπό διαμόρφωση ΟΝΕ, η Ελλάδα έπρεπε να πραγματοποιήσει μεγάλη πρόοδο και μάλιστα κάτω από πιεστικά χρονικά περιθώρια. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Έκθεσης Σύγκλησης[7] του Μαΐου 2000 με βάση την οποία εγκρίθηκε η υιοθέτηση του Ευρώ από την Ελλάδα: «…. η Ελλάδα πραγματοποίησε εντυπωσιακή πρόοδο προς τη σύγκλιση και η αξιολόγηση της παρούσας έκθεσης είναι θετική».

Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός από το 8,9% το 1995 μειώθηκε στο 2,1% το 1999. Ως το 1996, η αντιπληθωριστική στρατηγική βασιζόταν πρωταρχικά στην καλούµενη πολιτική της σκληρής δραχµής: πρωταρχικός στόχος της νοµισµατικής πολιτικής ήταν η µείωση του πληθωρισµού βάσει ενός ενδιάµεσου στόχου διατήρησης της σχετικά σταθερής µέσης συναλλαγµατικής ισοτιµίας της δραχµής έναντι του ECU. Στα τέλη του 1996, ξεκίνησε ένα νέο στάδιο, όταν φάνηκε ότι χρειαζόταν αυστηρότερος συνδυασµός οικονοµικών πολιτικών. Η χρήση της συναλλαγµατικής ισοτιµίας ως ονοµαστικής "άγκυρας" απεδείχθη επιτυχής στρατηγική για τη µείωση του πληθωρισµού στην Ελλάδα• ωστόσο, µε την επιτάχυνση της δραστηριότητας, αυξήθηκαν οι πιέσεις του κόστους εργασίας που οδήγησαν σε σηµαντική ανατίµηση της πραγµατικής συναλλαγµατικής ισοτιµίας και άρα απώλεια ανταγωνιστικότητας. Μετά την είσοδο της δραχµής στον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, το Μάρτιο του 1998, δόθηκε µεγαλύτερη έµφαση στο ρόλο της εισοδηµατικής πολιτικής ως στοιχείου-κλειδί της αντιπληθωριστικής στρατηγικής, μέσω αυξήσεων στον δημόσιο τομέα αντίστοιχων µε τον αναµενόµενο πληθωρισµό για τα επόµενα έτη. Το Μάιο 1998, υπεγράφη διετής εθνική συλλογική σύµβαση για τον ιδιωτικό τοµέα: η συµφωνία αυτή θεωρήθηκε σηµαντικό βήµα προς την καθιέρωση συγκρατηµένων µισθολογικών αυξήσεων. Η πληθωριστική επίδραση της υποτίµησης της δραχµής το Μάρτιο του 1998 στις τιµές απεδείχθη προσωρινή μόνο. Επίσης, η κυβέρνηση εισήγαγε διάφορες περικοπές των συντελεστών έµµεσης φορολόγησης οι οποίες είχαν αντιπληθωριστική επίδραση.

Η δημοσιονομική εξυγίανση προχώρησε με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Το έλλειμμα και το χρέος μειώθηκαν σημαντικά. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Eurostat την περίοδο αυτή το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε από το 9,1% του ΑΕΠ το 1995 στο 3,1% το 1999. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 97% του ΑΕΠ το 1995 στο 94% το 1999. Η Ελλάδα αύξησε σημαντικά τα φορολογικά της έσοδα την περίοδο αυτή και συγκράτησε τις πρωτογενείς δαπάνες, καταφέρνοντας να έχει πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρωτογενές πλεόνασµα αυξήθηκε από 2,2% του ΑΕΠ το 1995 σε 4,3% το 1999. Έτσι και σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, από 11,2% του ΑΕΠ το 1995 στο 7,4% το 1999, κατάφερε την σημαντική μείωση ελλειμμάτων και χρέους.

Η μεγάλη αυτή δημοσιονομική εξυγίανση επετεύχθη μάλιστα χωρίς να υπονομευτεί η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Η ελληνική οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμούς 3,5% κατά μέσο όρο ετησίως την περίοδο 1996-2000 αρκετά υψηλότερα του μ.ο. της ευρωζώνης, 2,4%. Οι συνολικές επενδύσεις αυξήθηκαν από 17,7% του ΑΕΠ το 1995 στο 21,6% του ΑΕΠ το 2000. Οι δαπάνες για δηµόσιες επενδύσεις, που συγχρηµατοδοτούνταν σε µεγάλο βαθµό από τους πόρους των διαρθρωτικών ταµείων της ΕΕ, κινήθηκαν σε υψηλά επίπεδα.

Η ελληνική δραχµή εισήλθε στο Μηχανισµό Συναλλαγµατικών Ισοτιµιών (ΜΣΙ) στις 16 Μαρτίου 1998. Από την 1η Ιανουαρίου 1999 η δραχµή συµµετείχε στο νέο Μηχανισµό Συναλλαγµατικών Ισοτιµιών (ΜΣΙ ΙΙ). Κατά την είσοδο της δραχµής στον ΜΣΙ, η κεντρική της ισοτιµία έναντι του DEM καθορίστηκε σε επίπεδο 12,4% χαµηλότερο από τη µέση τιµή της αγοράς κατά τις δέκα προηγούµενες ηµέρες. Η υποτίμηση αυτή δεν ενέτεινε τις πληθωριστικές πιέσεις παρά μόνο προσωρινά. Στις 14 Ιανουαρίου 2000, και ενώ η συναλλαγµατική ισοτιµία στην αγορά εξακολουθούσε να είναι υψηλότερη κατά 6% από την κεντρική τιµή, οι ελληνικές αρχές ζήτησαν την ανατίµηση της κεντρικής ισοτιµίας. Η νέα ισοτιµία GRD/EUR καθορίστηκε σε 340,75, η οποία σηµαίνει ανατίµηση της κεντρικής τιµής κατά 3,6%. Η συναλλαγµατική ισοτιµία της δραχµής (έναντι του DEM µέχρι τις 31.12.1998 και έναντι του ευρώ στη συνέχεια) παρουσίασε γενικώς χαµηλή και µειούµενη µεταβλητότητα κατά την περίοδο αυτή, µε εξαίρεση το διάστηµα της αναταραχής στις χρηµαταγορές κατά τους τελευταίους µήνες του 1998 λόγω της κρίσης στη Ρωσία.

Τα επιτόκια αυτό το διάστημα ήταν αρχικά πολύ υψηλότερα των αντίστοιχων μ.ο. και από αυτά της Γερμανίας. Καθώς όμως αυξανόταν η αξιοπιστία της πορείας αποκλιµάκωσης του πληθωρισµού και σηµειωνόταν πρόοδος στην προσπάθεια δηµοσιονοµικής εξυγίανσης, τα µακροπρόθεσµα επιτόκια άρχισαν να υποχωρούν προς τα επίπεδα των χωρών της ζώνης ευρώ. Στην Ελλάδα το μέσο μακροπρόθεσμο επιτόκιο το 1995 ήταν 17% (ΕΕ-11: 8,7%, Γερμανία: 6,9%) και μειώθηκε στο 6,3% το 1999 (ΕΕ-11: 4,6%, Γερμανία: 4,5%).

Στις 19 Ιουνίου 2000 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα , αποφασίστηκε η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος Ευρώ[8]από την Ελλάδα.

Εγκυρότητα στατιστικών στοιχείων

Αμφιβολίες εμφανίστηκαν μετέπειτα ως προς την εγκυρότητα των οικονομικών στοιχείων που παρουσιάστηκαν για να γίνει η Ελλάδα μέλος της ΟΝΕ. Η κριτική εστιάστηκε κυρίως στο ύψος του ελλείμματος και αποτέλεσε[9] κύριο επιχείρημα για την θεώρηση ως λάθους την αποδοχή της εισόδου της Ελλάδας στο ευρώ. Το έλλειμμα του 1999, έτος αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας, παρουσιάζεται να είναι 3,1% του ΑΕΠ, μεγαλύτερο του κριτηρίου του Μάαστριχτ για έλλειμμα κάτω του 3% του ΑΕΠ και του 1,6% βάσει του οποίου αξιολογήθηκε η ελληνική οικονομία. Μετέπειτα αναθεωρήσεις των στοιχείων δείχνουν και άλλες χώρες να υπερβαίνουν το δημοσιονομικό έλλειμμα του 3% κατά την περίοδο αξιολόγησης. Έτσι, το 1997, που είναι το έτος αξιολόγησης για τις πρώτες χώρες που έγιναν μέλη της Ευρωζώνης, το έλλειμμα της Γαλλίας ήταν 3,3%, της Ισπανίας 3,4% και της Πορτογαλίας 3,4%[10],[11].

Το 2005 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρουσίασε αποτελέσματα δημοσιονομικής απογραφής με τα οποία αμφισβήτησε δημοσιονομικά στοιχεία των κυβερνήσεων Σημίτη. Την μεθοδολογία της απογραφής (όπως την κατάργηση της τιτλοποίησης, τον χρονικό ανακαταμερισμό υπολογισμού των στρατιωτικών δαπανών) επέκρινε αργότερα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία. [12]. Η Eurostat αναθεώρησε το ύψος των αμυντικών δαπανών για τα έτη 1997 – 2003 αλλάζοντας τον κανονισμό λογιστικής καταγραφής των αμυντικών δαπανών, από ημερομηνία παράδοσης του πολεμικού υλικού (delivery basis), που τότε ακολουθούσαν οι μισές χώρες της ΕΕ, σε ημερομηνία πληρωμής ακόμα και των – συνήθως τεράστιων - προκαταβολών (cash basis). Η Eurostat επικαλέστηκε ως αιτία της αλλαγής την έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων για παραδόσεις πολεμικού υλικού. Με την αναθεώρηση στις αμυντικές δαπάνες του 1999 προστέθηκαν €973,8εκ. ή 0,9% του τότε ΑΕΠ. Χωρίς την αναθεώρηση των αμυντικών δαπανών το έλλειμμα του 1999 θα ήταν 2,2% ΑΕΠ. Από το 2005, η Eurostat καταγράφει πλέον τις αμυντικές δαπάνες με τη λογιστική μέθοδο της παράδοσης (delivery basis) και μόνον, για όλες ανεξαιρέτως τις χώρες της ΕΕ, όπως δηλαδή ίσχυε για την Ελλάδα πριν την αναθεώρηση του 2004. Η Eurostat τότε ζήτησε από τις χώρες να διορθώσουν τις χρονολογικές σειρές τους προς τα πίσω ώστε να ακολουθούν διαχρονικά τον ίδιο ορισμό. Η Ελλάδα δεν προέβη σε επανόρθωση. Μόνο για την περίοδο 1997-2004 και μόνον για την Ελλάδα, οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν υπολογιστεί με την μέθοδο καταγραφής των πληρωμών τη στιγμή που γίνονται (cash basis). Η ορθότητα απεικόνισης του ελλείμματος 3,1% για το 1999 αμφισβητείται[13]. Το 2,2% πάντως παραμένει υψηλότερο από αυτό που αρχικά είχε υπολογιστεί.

Χρηματιστήριο

Αυτή η οικονομική πολιτική επισκιάστηκε εν μέρει από το λεγόμενο «Σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», για το οποίο ο Κ. Σημίτης, μαζί με τον τότε υπουργό Εθνικής Οικονομίας Γιάννο Παπαντωνίου, κατηγορήθηκαν ότι φέρουν ευθύνες, με το σκεπτικό ότι δηλώσεις τους περί ισχυρής οικονομίας και λαϊκού καπιταλισμού προέτρεψαν τους μικροκαταθέτες να επενδύσουν τα λεφτά τους σε μετοχές του Ελληνικού Χρηματιστηρίου. Σε συνδυασμό με την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών και εν μέσω διαδόσεων και φημών από πολλά ΜΜΕ, που υπηρετούσαν κομματικά ή στενά οικονομικά συμφέροντα, το Χ.Α.Α. οδηγήθηκε σε μια ανεξέλεγκτη άνοδο (φούσκα) στις 6.350 μονάδες με αποτέλεσμα στη συνέχεια να καταρρεύσει και πολλοί μικροεπενδυτές να χάσουν τα λεφτά τους. Ο κ. Σημίτης επέρριψε την ευθύνη στους επενδυτές λέγοντας "Ας πρόσεχαν"[14][15]Υποστηρίχθηκε οτι ο δείκτης μετά την αρχή της πτώσης επιχειρήθηκε να ανέβει τεχνηέντως με μαζικές αγορές με χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, μέσω της γνωστής ΔΕΚΑ, κρατικών τραπεζών, αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων.[16][17] Για την διαχείριση των κεφαλαίων της ΔΕΚΑ αυτό το διάστημα παραπέμφθηκε σε δίκη η τότε διοίκησή της έπειτα από μήνυση του πρώην πρωθυπουργού Μ. Έβερτ. Τελικά η διοίκηση αθωώθηκε[18].

Πάντως, η πoρεία του Ελληνικού Χρηματιστηρίου συμβάδισε περίπου χρονικά τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση με των άλλων χρηματιστηρίων διεθνώς, όπως της Νέας Υόρκης (SP500) [19], της Φρανφούρτης (DAX) [20] και του Παρισιού (CAC40)[21].

2000-2003: Τα πρώτα χρόνια στο ευρώ

Την δεύτερη περίοδο της πρωθυπουργίας του (2000-2003) ήταν και τα πρώτα χρόνια της Ελλάδας στο ευρώ. Την 1η Ιανουαρίου 2002 τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ τέθηκαν σε κυκλοφορία ταυτόχρονα με τις υπόλοιπες 11 χώρες. Τα οφέλη από την ένταξη στο ευρώ έγιναν αισθητά τα πρώτα αυτά χρόνια. Επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι επενδύσεις για την προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα. Η ένταξη στο ευρώ έφερε μαζί με το νέο νόμισμα αυξημένη αξιοπιστία αλλά και σημαντικούς περιορισμούς στη μακροοικονομική πολιτική της χώρας. Η νομισματική πολιτική είναι πλέον αποκλειστική ευθύνη της ΕΚΤ. Η δημοσιονομική πολιτική όφειλε να τηρεί της δεσμεύσεις του Συμφώνου Σταθερότητας για χαμηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και μειούμενο δημόσιο χρέος. Μειώθηκε η αβεβαιότητα από τις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των νυν χωρών της Ευρωζώνης και διευκολύνθηκαν οι διασυνοριακές συναλλαγές. Την ίδια στιγμή όμως η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη περιόρισε τα παραδοσιακά εργαλεία μακροοικονομικής πολιτικής και ανέδειξε τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε πολιτική προτεραιότητας. Συγχρόνως, αναίρεσε από τον μηχανισμό της αγοράς το ρόλο «τιμωρού» για τις ανισορροπίες στην οικονομία ή για την ανεπάρκεια της οικονομικής πολιτικής και, έτσι, μετέτρεψε τις οικονομικές κρίσεις του παρελθόντος σε ανισορροπίες διαφορετικού τύπου, που σωρεύονται χωρίς να γίνονται άμεσα αντιληπτές[22]. Έχοντας την κάλυψη του ισχυρού ενιαίου νομίσματος και σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων υπήρχε χρόνος για να προχωρήσουν σταδιακά οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις εκμεταλλευόμενοι και τους διαθέσιμους κοινοτικούς πόρους. Οι μεταρρυθμίσεις παρά τις προσπάθειες δεν προχώρησαν σε ικανοποιητικό βαθμό λόγω των αντιδράσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η προσπάθεια μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού – «μεταρρύθμιση Γιαννίτση».

Τα οικονομικά μεγέθη[23], [24] της περιόδου 2000-2003 έπειτα από συνεχείς αναθεωρήσεις τόσο των δημοσιονομικών όσο και των εθνικολογιστικών μεγεθών δείχνουν ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης συνέχισαν να είναι υψηλοί. Κατά μέσο όρο η οικονομία αναπτύχθηκε σε σταθερές τιμές 4,5% ετησίως, ωθούμενη κυρίως από τις επενδύσεις (8,5% μέση ετήσια πραγματική αύξηση). Η κατανάλωση, ιδιωτική και κρατική, αυξήθηκε επίσης (3,8% μέση ετήσια πραγματική αύξηση) τροφοδοτούμενη και από τους υψηλούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης. Η πιστωτική επέκταση ήταν υψηλή λόγω της απελευθέρωσης της τραπεζικής αγοράς μέσω και των ιδιωτικοποιήσεων τραπεζών την προηγούμενη δεκαετία και της ευκολότερης πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές.

Ο πληθωρισμός συνέχισε να είναι υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τροφοδοτούμενος από την υψηλή ζήτηση, τα χαμηλά επιτόκια και φυσικά τις ολιγοπωλιακές συνθήκες σε πολλές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών (3,4% ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός) αν και φυσικά πολύ χαμηλότερος από παλαιότερα. Η απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών όπως και η ίδρυση της Cosmote την προηγούμενη δεκαετία, αντίθετα με τις υπόλοιπες αγορές, βοήθησαν να μην υπάρχουν πιέσεις στις τιμές των τηλεπικοινωνιών.

Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης την περίοδο αυτή αυξήθηκε από το 3,7% το 2000 στο 5,6% το 2003, παρόλο που το 2000-2002 υπήρχε πρωτογενές πλεόνασμα (από 3,6% το 2000 στο -0,7% το 2003). Η αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων το 2004 από την κυβέρνηση Καραμανλή οδήγησε στην απόφαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υπαχθεί η Ελλάδα σε καθεστώς επιτήρησης. Η επιτήρηση αυτή έληξε το 2007, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων με τη χρησιμοποίηση εκ νέου λανθασμένων στοιχείων.

Διάφορες πρακτικές ακολουθήθηκαν επί πρωθυπουργίας Σημίτη στο χώρο των Δημοσίων Οικονομικών[25]. Χρησιμοποιήθηκαν χρηματοοικονομικές τεχνικές σε μεγάλη έκταση[26][27],που στην ουσία μετέφεραν πόρους από το μέλλον στο παρόν.[28],τεχνικές όχι άγνωστες και στα άλλα κράτη - μέλη έτσι ώστε να μειωθεί το χρέος. Το 2002 η Eurostat υποχρέωσε την ελληνική κυβέρνηση να εγγράψει στο δημόσιο χρέος τα ποσά των προμετόχων, που σημαίνει πως αντί για το τέλος του 2001 το δημόσιο χρέος να είναι 99,7 αναθεωρήθηκε στο 104,7[29][30]Ύστερα από περαιτέρω ελέγχους, για το 2001 έκλεισε το χρέος στο 105,1%.[31]Ύστερα και από άλλους ελέγχους το έλλειμμα ανέβηκε στο 107,3. Δηλαδή από 100% που η κυβέρνηση είχε δημοσιεύσει, ανέβηκε στο 107,3%, 3,5 τρις δρχ, περισσότερα από ότι είχε πει η κυβέρνηση του κ. Σημίτη.[32]Επίσης λογιστικά κέρδη (για το 2001)ύψους 160 δισ δρχ από τη μετατροπή δρχ σε ευρώ, η Eurostat υποχρέωσε να διαγράψουμε[33]. Για την «εικονική» μείωση του δημοσίου χρέους δανείστηκε η κυβέρνηση 400 δις. για 5 ημέρες.[34].Τα τελικά στοιχεία για το δημόσιο χρέος[35] της περιόδου αυτής έπειτα από πολλές αναθεωρήσεις (συμπεριλαμβανομένης και της αναθεώρησης του ΑΕΠ της περιόδου 2000-2009[36]) δείχνουν αύξηση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 103,4% το 2000 και μείωσή του στο 97,5% το 2003. Χάρη στην μείωση των επιτοκίων και τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους έπεσε από το 7,3% του ΑΕΠ το 2000 στο 4,9% το 2003.

Το βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε με θεαματικούς ρυθμούς την περίοδο 1996-2003. Το κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parities) ως ποσοστό του μ.ο. των χωρών της ΕΕ-15 (που περιλαμβάνει τις παλαιές 12 οικονομίες της ΕΕ συν την Φινλανδία, τη Σουηδία και την Αυστρία) αυξήθηκε από το 71,7 το 1995 στο 72,3 το 2000 και στο 80,7 το 2003[37].

Σημαντική ήταν η συμβολή των κοινοτικών πόρων. Το Β΄ΚΠΣ 1994 – 1999 ύψους €14δισ. (κοινοτική συμμετοχή σε τιμές 1994) ολοκληρώθηκε την περίοδο αυτη. Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου το 1999 εξασφαλίσθηκαν για το Γ΄ΚΠΣ[38]€22,7δισ. (κοινοτική συμμετοχή σε τιμές 2000).

Λόγω των παρατυπιών και της αδυναμίας των ελεγκτικών μηχανισμών να εποπτεύσουν τις αγροτικές επιδοτήσεις την περίοδο 1999-2004, επιβλήθηκε στην Ελλάδα πρόστιμο το 2006 ύψους 250 εκατ. ευρώ[39]

Για την περίοδο 1996-2001 ξοδεύτηκαν 5,2 τρις δρχ σε εξοπλισμούς. Οι δαπάνες του Β` ΕΜΠΑΕ (2001-2006) υπολογίζεται πως έφτασαν τα 6 με 7 τρις δρχ.[40]Έπειτα απο τη σύλληψη και ενοχή του Γ.Καντά,υπάρχουν υπόνοιες για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο με μίζες από Γερμανικές εταιρίες στα εξοπλιστικά,κάτι το οποίο διερευνάται απο την Εισαγγελία της Βρέμης.

Κατασκευές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επί πρωθυπουργίας Σημίτη κατασκευάστηκαν ή ολοκληρώθηκαν διάφορα έργα υποδομής, τα λεγόμενα «μεγάλα έργα». Ανάμεσα στα έργα που έγιναν ξεχωρίζουν το μετρό της Αθήνας, το τραμ της Αθήνας, το νέο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», η Αττική Οδός (έργο για το οποίο διατυπώθηκαν ενστάσεις σε ότι αφορά το κόστος του και ειδικότερα το τελικό ποσό του 1 τρισ. δρχ. σε σχέση με τα 524 δισ. της αρχικής σύμβασης[41][42][43][44]), η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου και η Εγνατία Οδός, έργο για το οποίο ασκήθηκε κριτική σε ότι αφορά την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων.[45]

Σημαντική κριτική ασκείται για τον τρόπο με τον οποίο ανατέθηκαν τα δημόσια έργα. Ο μαθηματικός τύπος καθιερώθηκε επί κυβέρνησης Σημίτη και βοήθησε στην ταχύτερη εκτέλεση των έργων. Κατηγορήθηκε όμως από μερίδα του τύπου ότι οδήγησε σε φαινόμενα διαπλοκής και σε αύξηση του τελικού κόστους των έργων. Τελικά καταργήθηκε από την Ευρωπαική Ένωση.[46], [47][48][49][50][51]. [52][53][54] Τα έργα για την κατασκευή του μετρό της Θεσσαλονίκης, αν και εξαγγέλθηκαν πολλές φορές[55], εν τούτοις δεν προχώρησαν επί της κυβέρνησής του.

Αποπομπή από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 12 Ιουνίου 2008 ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου έθεσε τον Σημίτη εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ μέσω επιστολής[56] που δημοσιοποίησε στον τύπο. Αιτία στάθηκε η διαφορετική άποψη μεταξύ του Παπανδρέου και του Σημίτη για τη διεξαγωγή ή όχι δημοψηφίσματος σχετικά με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Συνθήκης της Λισαβόνας. Ο Γιώργος Παπανδρέου κατηγόρησε τον Κώστα Σημίτη πως, ενώ το 2005 είχε προσυπογράψει την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη συνταγματική συνθήκη της ΕΕ και έχει επιχειρηματολογήσει επ' αυτού και στη Βουλή[57] εντούτοις τότε άλλαξε γνώμη.

Έλλειψη ευφράδειας και σάτιρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συχνά, κατά τη διάρκεια των ομιλιών του, ο Κωνσταντίνος Σημίτης εμφάνισε φυσική αδυναμία στην εκφορά του λόγου του, γεγονός που έδωσε αφορμή για δημοσιεύματα και εκπομπές σατιρικού περιεχομένου, τα οποία συχνά πήγαζαν από τους ιδεολογικούς του αντιπάλους[58][59] Αντικείμενο σάτιρας υπήρξε επίσης και η εμφάνισή του.[60] [61] [60] [62] [63] [64] [65] [66] [67] [68] [69] [70] [71] [72]

Συγγραφικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει γράψει πολλά κείμενα και βιβλία πολιτικού και επιστημονικού περιεχομένου.

Συγγραφικό έργο επιστημονικού περιεχομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Η προστασία του καταναλωτή», 1976 (Γερμανική έκδοση)
  • «Το πλασματικό ενέχυρο», 1967
  • «Το δικαίωμα επί της εφευρέσεως», 1967
  • «Χρηστά ήθη και Δημόσια Τάξη», 1959 (Γερμανική έκδοση)

Συγγραφικό έργο πολιτικού περιεχομένου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Η δομική αντιπολίτευση», Αθήνα, 1979
  • «Πολιτική, Κυβέρνηση και Δίκαιο», Αθήνα, 1981
  • «Η Πολιτική της Οικονομικής Σταθεροποίησης», Ν. Γκαργκάνας, Τ. Θωμόπουλος, Κ. Σημίτης, Γ. Σπράος, εισαγωγή-πρόλογος Κ. Σημίτης, Αθήνα 1989, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
  • «Λαϊκισμός και Πολιτική», Ν. Μουζέλης, Θ. Λίποβατς, Μ. Σπουρδαλάκης, εισαγωγή Κ. Σημίτης, Αθήνα 1989, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
  • «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας», Αθήνα 1989, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
  • «Θέσεις για την πολιτική στρατηγική του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος», Αθήνα, 1990
  • «Προτάσεις για μια άλλη πολιτική», Αθήνα 1992, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
  • «Εθνικιστικός Λαϊκισμός ή Εθνική Στρατηγική;», Αθήνα 1992, εκδόσεις ΓΝΩΣΗ
  • «Ενωμένοι να Τολμήσουμε», Αθήνα, 1994
  • «Για μια Κοινωνία Ισχυρή για μια Ισχυρή Ελλάδα», Αθήνα 1995, εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ
  • «Για μία Ελλάδα Οικονομικά Ισχυρή και Κοινωνικά Δίκαιη», Αθήνα 2002, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • «Για μία Ισχυρή Ελλάδα στην Ευρώπη και στον Κόσμο», Αθήνα 2002, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • «Για μία Ισχυρή Ελλάδα, Σύγχρονη και Δημοκρατική», Αθήνα 2002, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • «Πολιτική για μια Δημιουργική Ελλάδα 1996-2004»,Αθήνα 2005, Εκδόσεις Πόλις
  • «Στόχοι, στρατηγική, προοπτικές. Κείμενα 2000-2006», Αθήνα 2007, Εκδόσεις Πόλις
  • «Η δημοκρατία σε κρίση;», Αθήνα 2007, Εκδόσεις Πόλις
  • «Σκέψεις για μια προοδευτική διακυβέρνηση», Αθήνα 2008, Εκδόσεις Πόλις
  • «Η κρίση», Αθήνα 2008, Εκδόσεις Πόλις
  • «Ο εκτροχιασμός», Αθήνα 2012, Εκδόσεις Πόλις

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 "Konstantinos Simitis." Encyclopædia Britannica. 2008. Encyclopædia Britannica Online
  2. H KAΘHMEPINH, Η παραίτηση Σημίτη εξ αιτίας μιας αφίσας
  3. Greek church at war over plans to change ID cards | World news | The Guardian
  4. Ομιλία Κ. Σημίτη στην ΔΕΘ 7/9/1996 http://www.costas-simitis.gr/content/91
  5. Οι αναφορές στον διεθνή τύπο της εποχής αλλά και οικονομικών αναλυτών ήταν πολλές: π.χ. http://research.stlouisfed.org/publications/review/95/07/EMU_Jul_Aug1995.pdf
  6. Όταν φάνηκε πως οι χώρες που επεδίωκαν να συμμετέχουν στην πρώτη ομάδα αδυνατούσαν να ενταχθούν στην ΟΝΕ την 1/1/1997, όπως αρχικά όριζε η συνθήκη, αποφασίστηκε στο Συμβούλιο της Μαδρίτης το Δεκέμβριο 1995, η έναρξη του τρίτου σταδίου της ΟΝΕ να μετατεθεί για την 1/1/1999. http://www.cvce.eu/content/publication/2002/6/27/93286758-0663-44e2-b976-edb81336e365/publishable_en.pdf και http://www.banque-france.fr/fileadmin/user_upload/banque_de_france/Eurosysteme_et_international/Maastricht_treaty_01.pdf
  7. http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/publication8912_el.pdf
  8. http://www.europarl.europa.eu/summits/fei1_en.htm και στα ελληνικά http://www.europarl.europa.eu/summits/pdf/fei_concl_el_el.pdf
  9. http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-15487269
  10. http://ec.europa.eu/economy_finance/emu_history/documents/pdf/5.pdf Εδώ παρουσιάζεται η εξέλιξη των κριτηρίων με βάση τα οποία έγινε η αξιολόγηση των κρατών μελών για την ένταξη τους στην ΟΝΕ και ποια ήταν η εικόνα τους όταν αποφασίσθηκε η ένταξη των πρώτων 11 χωρών.
  11. http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2012/pdf/2012-11-07-stat-annex_en.pdf
  12. [1], εφημερίδα Το Βήμα, δημοσίευση 12 Μαρτίου 2006.
  13. http://www.costas-simitis.gr/content/184
  14. Aς πρόσεχαν…, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 23 Απριλίου 2003.
  15. Σοκ και δέος στην κυβέρνηση από τον εφιάλτη του X.A., εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 22 Ιουνίου 2003.
  16. Tο X.A. μητέρα των σκανδάλων, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 26 Απριλίου 2003.
  17. Σωσίβιο 200 δισ. από τα αποθεματικά των Tαμείων, εφημερίδα Η Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 18 Μαρτίου 2000.
  18. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=163118
  19. [2]
  20. [3]
  21. [4]
  22. http://www.hardouvelis.gr/FILES/PROFESSIONAL%20WORK/Economy%20MarketsOct2007HardouvelisNEW.pdf
  23. http://www.bankofgreece.gr/BoGDocuments/The%20root-causes%20of%20the%20greek%20sovereign%20debt%20crisis%2005%2005%202011(3).pdf
  24. http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2012/pdf/2012-11-07-stat-annex_en.pdf
  25. Aθόρυβος συμβιβασμός για το μέγεθος του ελλείμματος, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 27 Οκτωβρίου 2002.
  26. H δημιουργική λογιστική άφησε τα ίχνη της, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 25 Νοεμβρίου 2001.
  27. Στα 730 δισ. δραχμές ο λογαριασμός για τα «αόρατα» δάνεια, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 19 Ιανουαρίου 2003.
  28. Η πολιτική απάτη της τιτλοποίησης, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 3 Ιουνίου 2001.
  29. Θα κλείσουν τα «διπλά βιβλία» της οικονομικής πολιτικής;, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 7 Ιουλίου 2002.
  30. Πέντε μονάδες πρόσθεσε στο δημόσιο χρέος η κατά Eurostat διαφάνεια, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 4 Ιουλίου 2002.
  31. Πλήρης ανατροπή της πορείας του δημόσιου χρέους της χώρας, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 1 Οκτωβρίου 2002.
  32. Tο τέλος του μύθου - Yπερχρεωμένη η οικονομία, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 1 Νοεμβρίου 2002.
  33. H Eurostat διαγράφει τα κέρδη από τη μετατροπή δραχμών σε ευρώ, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 23 Ιουλίου 2002
  34. Καταγγελίες για το δημόσιο χρέος, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 3 Νοεμβρίου 2002
  35. http://www.bankofgreece.gr/BoGDocuments/The%20root-causes%20of%20the%20greek%20sovereign%20debt%20crisis%2005%2005%202011(3).pdf
  36. http://www.bankofgreece.gr/BoGDocuments/The%20root-causes%20of%20the%20greek%20sovereign%20debt%20crisis%2005%2005%202011(3).pdf
  37. http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2012/pdf/2012-11-07-stat-annex_en.pdf
  38. http://www.hellaskps.gr/2000-2006.htm
  39. Καμπάνα €244 εκατ. για γεωργικές επιδοτήσεις, εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, δημοσίευση 12 Ιουνίου 2009.
  40. To κόστος των εξοπλισμών, εφημερίδα Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 1 Αυγούστου 2001.
  41. Άρθρο του Δ. Γ. Παπαδοκωστόπουλου, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 4 Οκτωβρίου 2001.
  42. Προβληματισμός στην κυβέρνηση για Αττική Οδό, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 5 Οκτωβρίου 2001.
  43. Άρθρο του Φώτη Κόλλια, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 13 Οκτωβρίου 2002.
  44. B. Παπανδρέου: Στο ένα τρισ. η Aττική Oδός, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 24 Ιανουαρίου 2003.
  45. Άρθρο του Του Kωστα Χατζηδακη - Ευρωβουλευτή της Ν.Δ., εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 4 Νοεμβρίου 2001.
  46. ΟΟΣΑ: Πατάξτε τη διαπλοκή, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 3 Ιουνίου 2001.
  47. Eτσι πλουτίζει το λόμπι των εργολάβων, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 16 Φεβρουαρίου 2003.
  48. Άρθρο του Θάνου Οικονομόπουλου, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 2 Μαΐου 2003.
  49. Η Καθημερινή, δημοσίευση 22 Φεβρουαρίου 2006
  50. Ξέσπασμα Aλαβάνου κατά «εργολαβικών συμφερόντων», άρθρο στην εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 22 Απριλίου 2005.
  51. Έτσι στήνουν τα δημόσια έργα στα καφενεία, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 24 Ιουνίου 2004.
  52. Mίζα, ο θεμέλιος λίθος κάθε δημόσιου έργου, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 6 Οκτωβρίου 2002.
  53. Mαθηματικός τύπος έκτρωμα, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 3 Ιουνίου 2003.
  54. Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα..., εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 13 Ιουνίου 2003.
  55. Πρωθυπουργική ανακολουθία για τα έργα Θεσσαλονίκης, εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 4 Σεπτεμβρίου 2003.
  56. Εκτός Κ.Ο. ο Κώστας Σημίτης, εφημερίδα Η Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 12 Ιουνίου 2008.
  57. ΠΑΣΟΚ: « Ο Κ. Σημίτης αποπροσανατολίζει τις προτεραιότητες του Κινήματος», εφημερίδα Η Καθημερινή, δημοσίευση 11 Ιουνίου 2008.
  58. http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=1267534&publDate= Γλώσσα Σημίτη λανθάνουσα...
  59. http://www.hri.org/cgi-bin/brief?/news/greek/mpegr/1998/98-09-19.mpegr.html ΑΘΗΝΑΪΚΗ Εγώ ειμί το συνέδριο το σαρδάμ του Σημίτη, που δεν έγινε
  60. 60,0 60,1 ναυτίλος, Ελευθεροτυπία, 15 Μαΐου 2003
  61. Στάθης Σ., Ελευθεροτυπία, 10 Νοεμβρίου 2005
  62. ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΕΣ Ο μέγας τελετάρχης, ΤΑ ΝΕΑ, 17 Απριλίου 2003, Αρ.Φύλλου:17616
  63. Γλώσσα Σημίτη λανθάνουσα, Ριζοσπάστης, 18 Μαΐου 2002
  64. ΕΡΓΑ & 7 ΗΜΕΡΑΙ, ΤΟ ΒΗΜΑ, δημοσίευση 9 Νοεμβρίου 1997, Αρ. Φύλλου:12454
  65. Aνεμοδεικτης, Η Καθημερινή, δημοσίευση 10 Ιανουαρίου 2002
  66. «Κινέζος» δίχως Κίνα..., Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 22 Ιουνίου 2001,
  67. Ο Σημίτης δεν ξεχνά, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 17 Φεβρουαρίου 2008
  68. Η εκδίκηση του Κινέζου, Ι. Κ. ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗΣ, Η εκδίκηση του Κινέζου, Το Βήμα, δημοσίευση 16 Δεκεμβρίου 2007, Αρ. Φύλλου:15241
  69. το Ζιζάνιο, ΤΟ ΠΑΡΟΝ της Κυριακής, δημοσίευση 27 Αυγούστου 2006
  70. Μικρά και κακά, Ανεξάρτητος Καθημερινή Πολιτική & Οικονομική Εφημερίδα των Σερρών, δημοσίευση 19 Δεκεμβρίου 2006
  71. ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ Πρωθυπουργικός ρόλος; Ενας από τους ελάχιστους που ο Αντώνης Καφετζόπουλος απεύχεται να κληθεί να παίξει!, Το Βήμα, δημοσίευση 14 Φεβρουαρίου 1999, Αρ. Φύλλου:12520
  72. Σημίτη εγκώμιο, Ελευθεροτυπία, δημοσίευση 13 Οκτωβρίου 2007

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα



Πολιτικά αξιώματα
Προκάτοχος
Αθανάσιος Κανελλόπουλος
Υπουργός Γεωργίας
1981-1985
Διάδοχος
Ιωάννης Ποττάκης
Προκάτοχος
Γεράσιμος Αρσένης
Υπουργός Εθνικής Οικονομίας
1985-1987
Διάδοχος
Γιώργος Σουφλιάς
Προκάτοχος
Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος
Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων
1989-1990
Διάδοχος
Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος
Προκάτοχος
Βασίλης Κοντογιαννόπουλος
Υπουργός Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας
1993-1995
Διάδοχος
Αναστάσιος Πεπονής
Προκάτοχος
Ανδρέας Παπανδρέου
Πρωθυπουργός της Ελλάδας
1996-2004
Διάδοχος
Κώστας Καραμανλής
Προκάτοχος
Άντερς Φογκ Ράσμουσεν
Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου
Πρώτο ήμισυ-έτος 2003
Διάδοχος
Σίλβιο Μπερλουσκόνι
Κομματικά πολιτικά αξιώματα
Προκάτοχος
Ανδρέας Παπανδρέου
Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ
1996-2004
Διάδοχος
Γιώργος Α. Παπανδρέου