Ανδαλουσία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ανδαλουσία
Andalucía
Αυτόνομη κοινότητα

Σημαία

Έμβλημα
Ρητό: Andalucía por sí, para España y la humanidad
(Ανδαλουσία για την ίδια, για την Ισπανία και την ανθρωπότητα)
Χώρα Flag of Spain.svg Ισπανία
Πρωτεύουσα Σεβίλλη
Διοίκηση
 • Πρόεδρος José Antonio Griñán (PSOE)
Έδρες
 • Βουλή 62
 • Γερουσία 40
Επίσημες γλώσσες ισπανικά (ανδαλουσιανά)
Έκταση
 • Συνολική 87.268 χλμ²
 • Ποσοστό 17,2%
 • Κατάταξη
Πληθυσμός
 • Συνολικός 8.059.431
 • Ποσοστό 17,84%
 • Πυκνότητα 87,52%
 • Κατάταξη
ISO 3166-2 AN
Ιστοσελίδα www.juntadeandalucia.es

Η Ανδαλουσία, (ισπανικά: Andalucía) είναι μια από τις 17 αυτόνομες περιφέρειες της Ισπανίας και η νοτιότερη αυτής. Πρόκειται για τη δεύτερη σε έκταση και πρώτη σε πληθυσμό. Πρωτεύουσά της είναι η Σεβίλλη. Κατοικείται σχεδόν από 8 εκατομμύρια κατοίκους, αντιπροσωπεύοντας το 18% του συνολικού πληθυσμού της Ισπανίας κατέχοντας έκταση 87.268 km², (περίπου το 17% του ισπανικού εδάφους).

Όρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ανδαλουσία προς βορρά συνορεύει με τις Περιφέρειες Εστρεμαδούρας και Καστίλλης-Λα Μάντσα, και ΒΑ. με τη Περιοχή της Μούρθια. Προς νότια και ΝΑ. βρέχεται από τη Μεσόγειο και ΝΔ. από τον Ατλαντικό. Επίσης προς δυσμάς συνορεύει με την Πορτογαλία και νότια με το Γιβραλτάρ.

Όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πολλές εκδοχές σχετικές με την ρίζα του ονόματος της Ανδαλουσίας. Σίγουρα ωστόσο δεν προέρχεται και δεν ταυτίζεται νοηματικά με την αραβική λέξη που περιέγραφε την μουσουλμανική Ιβηρική χερσόνησο, Αλ-Άνταλους.

Γεωγραφικά και πολιτισμικά, η έννοια και ο όρος «Ανδαλουσία» περικλύσει την Δυτική Ανδαλουσία από τον 13ο αιώνα και μετά, όταν αυτή κατακτάται από το Στέμμα της Καστίλης και συμπληρώνεται με την κατάκτηση του Εμιράτου της Γρανάδα το 1492.[1]

Υπαγόμενες Επαρχίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ανδαλουσία περιλαμβάνει τις ακόλουθες οκτώ επαρχίες.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης με τη διοικητική διαίρεση της Ανδαλουσίας

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέμενος της Κόρδοβας

Η πρώιμη ιστορία της περιοχής της Ανδαλουσίας σύμφωνα με τα διάφορα ευρήματα χάνεται στα βάθη χιλιετιών όπως αυτό διαπιστώνεται από τα πέτρινα εργαλεία που βρέθηκαν στη περιοχή του Πουέρτο ντε Σάντα Μαρία ή τα σπηλαιογραφήματα στα σπήλαια της περιοχής που ανάγονται στο 20.000 π.Χ., ή ο ταφικός τύμβος στο Λος Μιγιάρες του 2.500 π.Χ.

Πρώιμη Αρχαιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δυτική Ανδαλουσία έγινε γνωστή στην αρχαιότητα για τα κοιτάσματα σιδήρου που εντοπίζονται μέχρι σήμερα στην περιοχή του ποταμού Τίντο στην Ουέλβα. Οι μυθικές περιπλανήσεις του Ηρακλή, που λατρεύτηκε από τους ντόπιους και ταυτίστηκε με τον φοίνικα Μελχάρτ[2] όταν οι Φοίνικες ισχυροποιήθηκαν στην περιοχή ως κύριοι της εξόδου από τις Ηράκλειες στήλες, αναδεικνύουν την σημαντικότητα της περιοχή ήδη από την αρχαιότητα. Από τις αρχές της πρώτης χιλιετίας π.Χ. μέχρι και την μάχη της Αλαλίας (539 π.Χ.),[3] το βασίλειο της Ταρτησσού στην Κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ εμφανίζεται ως μια υποθετική ιστορική πραγματικότητα. Είναι πολύ πιθανή η ύπαρξη άμεσων εμπορικών συναλλαγών των Ταρτήσσιων με τους Σάμιους και άλλους Έλληνες κατά την αρχαϊκή εποχή.[4] Όσον αφορά στην Ανατολική Ανδαλουσία, ο Στράβωνας κάνει αναφορά στην ελληνική αποικία της Μαινάκης που μέχρι σήμερα δεν έχει ταυτισθεί με κάποιο αρχαιολογικό εύρημα.[5]

Δεδομένη ωστόσο είναι η φοινικική κυριαρχία σε όλη τη νότια Ισπανία, και η αντικατάστασή της από την καρχηδονιακή μετά τον 5ο αιώνα. Μόνο στην ιβηρική περιοχή της βορειο-ανατολικής Ανδαλουσίας (σημ. Χαέν) εντοπίζονται ισχυρά ελληνικά εμπορικά απομεινάρια. Κατά τα άλλα τόσο το βασίλειο της Ταρτησσού, όσο και οι Τουρδετανοί, μια πιθανότατα ιβηρική φυλή που εντοπίζεται στην Κοιλάδα του Γουδαλκιβίρ μετά την εξαφάνιση των παραπάνω χωρίς όμως ξεκάθαρα εθνικά χαρακτηριστικά, εξελίχθηκαν μέσα σε μια διαρκή επαφή με το σημιτικό στοιχείο. Αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν τον σχετικά υψηλό δείκτη αστικοποίησης της Δυτικής Ανδαλουσίας, που θα αποτελέσει μια σταθερά για τις επόμενες δυόμιση χιλιετίες. Αντίθετα, στην Ανατολική Ανδαλουσία οι τοπικές φυλλές (Βάστουλοι, Τούρδουλοι, Βαστετανοί), ζώντας σε ένα πιο ορεινό έδαφος, δεν θα επιδείξουν ανάλογη ανάπτυξη. Κύριες φοινικικές αποικίες στην μεσογειακή ακτή ήταν η Μάλακα, το Σέξι και η Άντρα.[6]

Ρωμαϊκή κατάκτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάκτηση και η κατοχή μεγάλου μέρους της Ιβηρίας από τους Βαρκίδες (237-218)[7] θα κάνει την Ανδαλουσία μέτοχο του Β΄ Καρχηδονιακού Πολέμου. Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία θα κατακτήσει την Κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ και το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Ανατολικής Ανδαλουσίας[8] Η μάχη της Ιλλίπα το 206 π.Χ. υπήρξε η τελική ήττα που απόμπεμψε τους Καρχηδόνιους από την Ιβηρία και επέτρεψε στους Ρωμαίους να ασχοληθούν με τη σταδιακή εδραίωση της κυριαρχίας τους.[9] Το πρώτο στάδιο της ρωμαϊκής εποχής στην Ιβηρική χερσόνησο είδε την περιοχή να εντάσσεται στην επαρχία της Εκείθεν Ιβηρίας (Hispania Ulterior), μια επαρχία που υπέφερε από τις επιδρομές των Λουζιτανών αλλά απέκτησε γρήγορα ρωμαϊκό χαρακτήρα.[10]

Επί Οκταβιανού ενσωματώθηκε στην επαρχία της Βαιτικής.[11] Σημαντικότερες πόλεις του της ρωμαϊκής Βαιτικής ήταν η Ιτάλικα, η Ίσπαλις, η Μάλακα και η Κορδούβη, η πρωτεύουσα και πρώτο ουσιαστικό αστικό κέντρο της νότιας ρωμαϊκής Ιβηρίας, που ιδρύθηκε, μαζί με την Ιτάλικα γύρω στο 200 π.Χ.[12]. Από μια μικρή πόλη κοντά στην Κορδούβη καταγόταν ο Μάρκος Αυρήλιος και από την ίδια την πόλη καταγόταν ο οίκος των Σένεκα. Ο Αδριανός, ο Τραϊανός και o Θεοδόσιος Α΄ γεννήθηκαν στην Ιτάλικα· o δεύτερος μάλιστα ήταν ιβηρικής καταγωγής από την Τουρδετανία, που υιοθετήθηκε στη συνέχεια από την ισχυρή οικογένεια των Ulpii[13].

Εκχριστιανισμός και παρακμή της αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χριστιανισμός έφτασε στην Ανδαλουσία μάλλον κατά τον 2ο αιώνα. Πλήθος επισκοπών φαίνονται να ιδρύονται στην Βαιτική στις αρχές του 4ου αιώνα, με την επισκοπή της Ίσπαλις να ανακηρύσσεται μητροπολιτική.[14] Από εκεί θα αναδεικνυόταν τριακόσια χρόνια αργότερα η μορφή του Ισιδώρου της Σεβίλλης.

Με την παρακμή της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι νότιες επαρχίες της Αυτοκρατορίας στην Ιβηρία άλλαξαν αρκετές φορές κυρίαρχο. Στη Βαιτική εγκαθίστανται αρχικά οι Βάνδαλοι και οι Σουηβοί αν και εν τέλει η περιοχή εντάχθηκε στο βησιγοτθικό βασίλειο της Τουλούζης[15] που, μετά την απώλεια των γαλατικών του εδαφών, περιορίστηκε στην Ιβηρική. Από το 550 μέχρι το 620 τα παραλιακά εδάφη και πόλεις της Βαιτικής και της Καρχηδονιακής αποτέλεσαν μέρος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[16]

Η εισβολή των μουσουλμάνων το 711 στην βισιγοτθική Ιβηρική χερσόννησο άλλαξε άρδην τον χαρακτήρα της ισπανο-βισιγοτθικής Ανδαλουσίας. Η Αλ-Άνταλους, η μουσουλμανική ιβηρική χερσόνησος, υπήρξε μια μακρά και πολύπλευρη περίοδος που διήρκησε μέχρι και την τελική παράδοση του Εμιράτου της Γρανάδας στην Καστίλλη το 1492.

Η μουσουλμανική Ανδαλουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ακμή της μουσουλμανικής Ανδαλουσίας, της πιο πλούσιας περιοχής της Αλ-Άνταλους, εντοπίζεται στα χρόνια του Χαλιφάτου της Κόρδοβα. Ιδρυτής του ήταν ο Αμπντ-ελ-Ραχμάν Γ΄, που, αφού γλίτωσε από την γενική σφαγή της βασιλικής οικογένειας των Ομεϋαδών, νίκησε τον εμίρη της Αλ-Άνταλους Γιουσούφ το 756 και εγκαθίδρυσε ένα ανεξάρτητο από τη νέα χαλιφική δυναστεία των Αββασιδών κράτος[17] με πρωτεύουσα την Κόρδοβα.[18]

Παρά τις αναταράξεις που προκάλεσε η αδυναμία εφαρμογής μιας ενιαίας και διαρκούς κεντρικής εξουσίας στην Αλ-Άνταλους μετά την κατάρρευση του Χαλφιάτου το 1009 (με εξαίρεση τις σύντομες σχετικά επιβολές των Αλμοάδών και των Αλμοραβιδών) και η ανάδειξη βασιλείων τάιφα, η μουσουλμανική εποχή κληροδότησε στην Ανδαλουσία μεγάλο μέρος του σημερινού αρχιτεκτονικού της πλούτου. Τα παλάτια της Μεδίνα Αλ Ζάαχρα έξω από την Κόρδοβα και το Τζαμί της, ο Πύργος του Χρυσού και η Χιράλντα της Σεβίλλης, έργο των τελών του 12ου αιώνα,[19] , οι αμυντικές κατασκευές (π.χ. τα αλκαθάβας) και η Αλάμπρα της Γρανάδας αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικά σημεία αναφοράς της Ανδαλουσίας.

Η απώλεια της Δυτικής Ανδαλουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προέλαση των χριστιανικών βασιλείων του βορρά της Ιβηρικής έφτασε στη σημερινή Ανδαλουσία στα μέσα του 13ου αιώνα. Μέχρι τότε είχε περιοριστεί σε εποχιακές επιδρομές στην πλούσια ανδαλουσιανή γη ή σε επιθέσεις σε καίρια εμπορικά σημεία όπως το 1147 στην Αλμερία. Η Δυτική Ανδαλουσία κατακτήθηκε από τον Φερδινάνδο Γ΄ της Καστίλλης κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 13ου αιώνα.[20] Το Στέμμα της Καστίλης έφτανε έτσι για πρώτη φορά στις νότιες ακτές της Ιβηρικής Χερσονήσου που βρέχονται από τη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό. Ο κατακτητής καστιλιανός μονάρχης διαμοίρασε τη γη στους ευγενείς που τον βοήθησαν στην κατάκτηση, στην εκκλησία και τα μοναστικά τάγματα,[20] θέτοντας έτσι τις βάσεις ενός φαινομένου που θα διαιωνιζόταν μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, τα ανδαλουσιανά λατιφούντια.[21]

Για πρώτη φορά ετίθεντο τόσοι πολλοί μουσουλμάνοι κάτω από την εξουσία της Καστίλης. Οι περισσότεροι παρέμειναν στην περιοχή, αποτελώντας πλειοψηφία στις αγροτικές περιοχές[22] Η εξέγερσή τους το 1264 είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα για τους μουσουλμάνους της δυτικής Ανδαλουσίας. Παρά την στρατιωτική ενίσχυση που δέχθηκαν από το Εμιράτο της Γρανάδα, ηττήθηκαν ολοκληρωτικά και μεγάλες μάζες μουσουλμάνων εκδιώχθηκαν.[23] Έτσι φάνηκαν οι διαθέσεις του γιου του Φερδινάνδου Γ’ και νέου μονάρχη της Καστίλης, Αλφόνσου Ι΄, που σε αντίθεση με τον πατέρα του που είχε ως σκοπό τη δημιουργία πολυπληθών κοινωνιών με βάση τις δύο διαφοροποιημένες κοινοτήτες χριστιανών και μουσουλμάνων που θα συντηρούσαν τις εκτεταμένες καλλιέργειες της Κοιλάδας του Γουαδαλκιβίρ, έθεσε ως στόχο του τον απόλυτο στρατηγικό έλεγχο της περιοχής.[24]

Για να επιτευχθεί ο απόλυτος έλεγχος των νέων εδαφών, η μαζική εκδίωξη των μουσουλμανικών πληθυσμών ήταν αναγκαία. Μέχρι το τέλος του αιώνα, η κοιλάδα του Γουαδαλκιβίρ δεν διατηρούσε πλέον παρά ελάχιστους μουσουλμανικούς πυρήνες. Η υπόλοιπη χώρα επικοίστηκε από χριστιανούς.[25] Ο εποικισμός του Κάδιθ με χριστιανούς για στρατηγικούς λόγους[23] προηγουμένως ήταν μια ακόμη αντίστοιχη κίνηση. Ωστόσο, οι πολιτικές επικοισμού της Δυτικής Ανδαλουσίας με χριστιανούς απέτυχαν και για αρκετές δεκαετίες η χώρα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό έρημη.[26]

To 1292 έπεσε η Ταρίφα και η κατακτητική ορμή των καστιλιανών σταμάτησε για μερικά χρόνια. Πλέον προείχε ο επικοισμός, η εξασφάλιση των συνόρων και η οικονομική ένταξη των περιοχών στο Στέμμα. Το 1309 κατέκτησαν το Γιβραλτάρ[27] και ολοκλήρωσαν την στρατιωτική επιβολή τους στην δυτική Ανδαλουσία με τη νίκη τους το 1340 στη μάχη του Σαλάδο εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτανάτου των Μερινιδών, συμμάχων της Γρανάδα. Το τελευταίο οχυρό της δυτικής Ανδαλουσίας, η Αλχεθίρας, έπεσε στα χέρια τους τέσσερα χρόνια αργότερα.[27] Η μοναδική εναπομείνουσα μουσουλμανική επικράτεια, το Εμιράτο της Γρανάδα έγινε φόρου υποτελής της Καστίλης, μια κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν δέσμιο μέχρι την οριστική εξαφάνισή του.[27]

Η Καστίλη, με τη νέα αυτή κατάκτηση και παρά τον ελλειπή εποικισμό της ενισχύθηκε οικονομικά. Η παραδοσιακή οικονομική δραστηριότητα της Ιβηρικής, η βοσκή εποχιακής μετακίνησης βρήκε νέα έρημα εδάφη εξάπλωσης.[28] Η Σεβίλλη, που είχε παραδωθεί στον Φερδινάνδο Γ΄ το 1248, έγινε σύντομα η οικονομική πρωτεύουσα του Στέματος, όντας παράλληλη μαζί με την Κόρδοβα τις πολυπληθέστερες πόλεις του, 45.000 και 30.000 αντίστοιχα.[29] Το λιμάνι της στον ποταμό Γουαδαλκιβίρ και τα ευρύτατα οικονομικά της δίκτυα την ανέδειξαν σε ένα σημαντικό εμπορικό κόμβο για το εμπόριο μεταξύ Μεσογείου και Ατλαντικού.[30]

Διοικητική και στρατιωτική διάταξη της Δυτικής Ανδαλουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διοικητικά η Δυτική Ανδαλουσία χωρίστηκε σε τρία βασίλεια: της Σεβίλλης, της Κόρδοβα και της Χαέν. Οι βασιλείς της Καστίλης ποτέ δεν αναφέρθηκαν ως ηγεμόνες της Ανδαλουσίας αλλά αντίθετα έφεραν τον τίτλο του βασιλιά των βασιλείων αυτών.[31] Κάθε ένα από αυτά είχε ανεξάρτητη διοικητική, δικαστική και οικονομική δομή αν και μοιράζονταν μια κοινή νοοτροπία και πολιτική οργάνωση.[32] Ο συνοριακός τους χαρακτήρας ώθησε τους καστιλιανούς μονάρχες να αναπτύξουν ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα εναντίον των επιθέσεων από την Γρανάδα. Έτσι, όσο οι τρεις πρωτεύουσες λειτουργούσαν ως πηγή στρατιωτών και προμηθειών για τα σύνορα του βασιλείου τους, οχυρές κωμοπόλεις τις προστάτευαν. Τέτοιες ήταν οι Καρμόνα και η Έθιχα για την πεδιάδα της Σεβίλλης και της Κόρδοβας και οι Ούβεδα, Μπαέθα και Αρχόνα για τη Χαέν.[33] Ένα πιο απομακρυσμένο σύστημα οχυρών κωμοπόλεων χρησίμευε για την φρούρηση των περασμάτων. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις του Μορόν ντε λα Φροντέρα και της Εστέπα για τη Σεβίλλη, της Καθόρλα για την Χαέν και της Μεδίνα Σιδόνια για τις παραλιακές πόλεις της Ταρίφα, του Γιβραλτάρ και της Αλχεθίρας.[34] Την πρώτη γραμμή άμυνας αποτελούσαν κάστρα και φρούρια στα, πάντοτε σχετικά και ασυνεχή,[35] σύνορα με το μουσουλμανικό βασίλειο.

Το τέλος της μουσουλμανικής παρουσίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την πρώτη δεκαετία του 15ου αιώνα, μετά από ενάμιση αιώνα αδύναμων ηγεμόνων, η Καστίλλη ξεκινάει εκ νέου τις εχθροπραξίες εναντίον του Εμιράτου της Γρανάδα.[36] Αυτές οι κινήσεις θα κατέληγαν το 1492 υπό την Ισαβέλλα Α΄ και με τη βοήθεια του Στέμματος της Αραγόνας, στην οριστική κατάκτηση των εδαφών υπό μουσουλμανικό έλεγχο στην Ιβηρική χερσονήσο. Ο φόβος ωστόσο για πιθανή απόβαση έτερων μουσουλμανικών δυνάμεων στις ακτές και για πιθανή συνεργασία με τους εναπομείναντες μουσουλμανικούς πληθυσμούς συνέχισε να υπάρχει για μισό αιώνα ακόμη. Στις ακτές του τέως βασιλείου της Γρανάδας οργανώθηκε ένα ευρύ σύστημα πύργων παρακολούθησης εναντίον των βερβερίσκων πειρατών και για να προειδοποιήσει για τυχόν παρουσία μουσουλμανικού στόλου.[37]

Παρά την μαζική εξορία του συνόλου σχεδόν των ανώτατων μουσουλμανικών τάξεων του βασιλείου,[37] στο εσωτερικό του οι πολυπληθείς και συμπαγείς πληθυσμιακές ομάδες μουσουλμάνων  εξεγέρθηκαν πολλές φορές εναντίον της καστιλιανικής εξουσίας. Κύρια αιτία ήταν η θρησκεία. Οι νέοι κυρίαρχοι, παρότι αρχικά είχαν υποσχεθεί τον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας, σταδιακά οδηγήθηκαν σε πλήρη απαγόρευση των μουσουλμανικών λατρευτικών συνηθειών, προσφέροντας ως εναλλακτική την εξορία. Η συντριπτική πλειοψηφία του απλού λαού αδυνατούσε να φύγει και διάλεξε την ψευδή μεταστροφή στο χριστιανισμό που, λόγο της φύσης της, ποτέ δεν κατάφερε να αποτρέψει τις εντάσεις.[38] Η δράση της Ιεράς Εξέτασης κρίθηκε αναγκαία από την βασίλισσα Ισαβέλλα και συνέβαλε στην όξυνση του κλίματος θρησκευτικής καταπίεσης των προσήλυτων.

Νεότεροι Χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σχέσεις με την Αμερική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σημαντικότερο γεγονός που σημάδεψε την νεότερη ιστορία της Ανδαλουσίας υπήρξε η ανακάλυψη της Αμερικής και η όλη αποικιοκρατική προσπάθεια που σχετίστηκε με αυτήν. Για το πρώτο του ταξίδι, ο Κολόμβος απέπλεψε από το ατλαντικό λιμάνι του Πάλος δε λα Φροντέρα.[39] Έκτοτε η Σεβίλλη, το μοναδικό ουσιαστικά λιμάνι της Καστίλης της εποχής[40], έγινε το μοναδικό σημείο του Παλαιού Κόσμου από όπου ήταν δυνατή η νόμιμη πραγματοποίηση οποιουδήποτε είδους συναλλαγής με τις Ινδίες.[41]

Οι δύο κύριοι θεσμοί σχετικοί με την διαχείριση των ζητημάτων των αποικιών είχαν την έδρα τους στην ίδια πόλη. Η αποικιακή διοίκηση εξαρτάτο από το Συμβούλιο των Ινδιών (Consejo de Indias,)· η Casa de Contratación (1503) λειτουργούσε ως «λογιστικό» κέντρο ελέγχου, που ρύθμιζε την κίνηση των εμπορευμάτων και των ανθρώπων από και προς τις αποικίες, τους φόρους και τα δρομολόγια των πλοίων που μετέφεραν τα έσοδα του Στέμματος.[42]

Το μονοπωλιακό εμπόριο με τις Ινδίες είχε πολλά θετικά αποτελέσματα για την Ανδαλουσία. Η μαζική εξαγωγή τοπικών προϊόντων που είχαν μεγάλη ζήτηση στις αποικίες (λάδι, κρασί, εργαλεία)[43][44] ενίσχυσε οικονομικά την περιοχή και προκάλεσε την άνθηση των τοπικών βιοτεχνιών υφασμάτων.[45] Ωστόσο τα κέρδη ωστόσο από την εισαγωγή χρυσού και αργύρου δεν έμεναν σε καμία περίπτωση στην Ανδαλουσία, μα ούτε και ευρύτερα στην Ισπανική Μοναρχία ενώ οι τιμές ανέβηκαν σχετικά γρήγορα και προκάλεσαν μεγάλο πληθωρισμό. Παράλληλα είχαν αναπτυχθεί και οι εμπορικές σχέσεις με τις Κάτω Χώρες και την Αγγλία, όπου εξαγόταν ανδαλουσιανό κρασί.[46]

Οι ανδαλουσιανοί συμμετείχαν μαζικά στον επικοισμό της Αμερικής, αποτελώντας περίπου το ένα τρίτο των Ισπανών που μετανάστευσαν στις αποικίες μέχρι την ανεξαρτητοποίησή τους. Το ναυτικό κολέγιο του Κάδιθ και της Τριάνα της Σεβίλλης συνέβαλε στην προετοιμασία τους για τα μεγάλα ταξίδια, κάτω από την επίβλεψη έμπειρων βάσκων και κανταβρών ναυτικών.[47] Σημαντική ήταν και η παρουσία γυναικών στη μετανάστευση που συνέβαλαν στην μετάδοση των πολιτισμικών στοιχείων της Δυτικής Ανδαλουσίας στην Αμερική.[48] Πολλές θρησκευτικές κατασκευές της Αμερικής, κυρίως της εποχής του Μπαρόκ, φέρουν αυτούσια τα χαρακτηριστικά των εκκλησιών της Ανδαλουσίας·[49] οι επιρροές αυτές δεν περιορίζονται στην αρχιτεκτονική αλλά εισέρχονται και στα εδάφη της κινητής εκκλησιαστικής τέχνης (π.χ. τέμπλα).[50] Αυτή η σχέση πολλάκις λειτούργησε και αντίστροφα, όταν μοτίβα και τεχνικές της Αμερικής εφαρμόστηκαν στην ανδαλουσιανή τέχνη.[49] Πολλές μορφές άυλου ανδαλουσιανού πολιτισμού (παραδόσεις και κοινωνικοί θεσμοί) επίσης μεταγγίστηκαν στις Ινδίες και παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα.[51]

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ανδαλουσία συγκεντρώθηκαν έμποροι από όλη την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες εμπορικές δραστηριότητες σχετικές με το εμπόριο με την Αμερική είτε τους έφερναν στην πτώχευση, είτε τους ωθούσαν, όταν ήταν κερδοφόρες, να εγκατασταθούν στην ανδαλουσιανή γη ως μεγαλογαιοκτήμονες.[52]

Ένα σημαντικό γεγονός αυτής της εποχής αποτελεί ο Πόλεμος των Αλπουχάρας που έλαβε μέρος το 1570-1572. Η συντριπτική πλειοψηφία των Μορίσκων διώχθηκε από τη χώρα που ζούσε επί γενεών. Στην αρχή τους τοποθέτησαν στην ενδοχώρα, στην Καστίλλη, για να τους διώξουν τελείως από την Ιβηρική χερσόνησο το 1609. Πολλοί από αυτούς τους πρόσφυγες πήγαν να ζήσουν σε πόλεις της Βόρειας Αφρικής, όπως η Φεζ και η Τετουάν, όπου απόγονοί τους συνεχίζουν να μένουν μέχρι σήμερα.

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καλλιτεχνική δημιουργία στην Ανδαλουσία βοηθήθηκε σημαντικά από το μεγάλο βαθμό αστικοποίησής της.[53] Η Ανδαλουσία γέννησε ένα μεγάλο πλήθος έργων τέχνης από την Αναγέννηση μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα και το Μπαρόκ. Πάντα σε επικοινωνία με τη νέα πρωτεύουσα της Ισπανίας των Αψβούργων, τη Μαδρίτη, η ανδαλουσιανή τέχνη των νεότερων χρόνων διαμορφώθηκε πάνω στον άξονα Σεβίλλη-Γρανάδα. Αν και ποτέ δεν είχε κάποιο σημαντικό πανεπιστήμιο, παρήγαγε σπουδαίους καλλιτέχνες.[54] Ο Αλόνσο Κάνο διέπρεψε στην παραγωγή αξεπέραστων τέμπλων για τις ισπανικές εκκλησίες, ενώ παράλληλα ώθησε την αρχιτεκτονική προς μια πιο βαριά και διανθισμένη με διακοσμητικά στοιχεία μορφή.[55] Η πολυχρωματική γλυπτική που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα από τα μέσα του 16ου αιώνα και μετά, εξελίχθηκε ίσως στην κατεξοχήν ανδαλουσιανή μορφή τέχνης, που επιβιώνει μέχρι σήμερα στις περίφημες θρησκευτικές λιτανείες της Μεγάλης Εβδομάδας.[56] Οι τρεις σημαντικότεροι ζωγράφοι του ισπανικού Μπαρόκ, Φρανθίσκο δε Θουρβαράν, Ντιέγο Βελάθκεθ και Μπαρτολομέ Μουρίγιο γεννήθηκαν και γαλουχήθηκαν στη Σεβίλλη.

Από το τρίτο μισό του 17ου αιώνα το Κάδιθ είχε σταδιακά ανελιχθεί στο κέντρο του εμπορίου με την Αμερική. Επίσημα η νέα βασιλική δυναστεία των Βουρβόνων μετέφεραν την Casa de Contratación εκεί από την ανδαλουσιανή πρωτεύουσα.[57]

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον πόλεμο της Ισπανικής Ανεξαρτησίας εναντίον του Ναπολέοντα και την ανεξαρτητοποίηση των αμερικανικών αποικιών, η Ανδαλουσία εισήρθε σε παρακμή. Ωστόσο η οικονομική της κατάσταση βελτιώθηκε κατά το δεύτερο τρίτο του 19ου αιώνα. Η παρακμή της Σεβίλλης και η φτώχεια των αγροτικών εκτάσεων ανισταθμίστηκε από την οικονομική άνθιση του Κάδιθ και της Μάλαγα, που βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη βιομηχανιών. Οι εξαγωγές στην βόρεια Ευρώπη ήταν σταθερές και το τραπεζικό σύστημα στην Ανδαλουσία επαρκές για να καλύψει τις ανάγκες των εμπορικών δραστηριοτήτων.[58] Η σιδηρουργική βιομηχανία της Μάλαγα ήταν, μαζί με αυτήν του Μπιλμπάο, πρωτοπόρος στην Ισπανία στο δεύτερο τρίτο του 19ου αιώνα.[58] Οι όποιες όμως προσπάθειες για βιομηχανική ανάπτυξη στην περιοχή απέτυχαν και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η Ανδαλουσία βρέθηκε να βασίζεται εκ νέου σε μια αγροτικού τύπου οικονομία, που δεν μπορούσε να θρέψει τον υπερπληθή πληθυσμό της.[59] Κατά τα άλλα, επιδημία φυλλοξήρας κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα στην καλλιέργεια του αμπελιού. Η νέα αυτή παρακμή κατέληξε σε ένα κύμμα μετανάστευσης προς την Αμερική.[60]

Όσον αφορά τις μεγάλες πεδιάδες του εσωτερικού της η κατάσταση ιστορικά παρέμεινε βαλτωμένη. Οι εύφορες εκτάσεις συνέχισαν να αποτελούν μέρος μεγάλων λατιφούντιων· η φτώχεια και η αεργία που προέκυπτε από τη φύση της ανδαλουσιανής γεωργίας υπήρξε η αιτία πολλών κοινωνικών αναταραχών από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού. Τα αναρχικά ιδεώδη βρήκαν πρόσφορο έδαφος στις αγροτικές προλεταριακές μάζες της περιφέρειας. Η μη επίλυση των προβλημάτων της υπαίθρου από την Β’ Ισπανική Δημοκρατία διατήρησαν τις εντάσεις. Κατά την εξέγερση των αγροτών στο χωριό Κάσας Μπιέχας τον Ιανουάριο του 1933 σκοτώθηκαν 21 άνθρωποι μετά από την επέμβαση του ειδικού σώματος της αστυνομίας της δημοκρατίας.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, μεγάλες μάζες ανδαλουσιανών κατέκλυσαν τις πιο ανεπτυγμένες οικονομικά περιφέρειες της Ισπανίας. Υπολογίζεται ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, γύρω στα 2.000.000 Ανδαλουσιανών μετανάστεψαν στην Καταλονία, την Μαδρίτη, την Βαλένθια και τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.[60] Εκεί, παρότι στην αρχή αντιμετώπισαν προβλήματα κοινωνικής απομόνωσης και στιγματισμού λόγω της διαφορετικής πολιτισμικής σύστασης των περιοχών, εν τέλει, μέχρι τη δεκαετία του 1990 θεωρείται ότι είχαν ενταχθεί επιτυχώς.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Cuenca Toribio 1987: 78.
  2. Paloma Cabrera, «Οι Έλληνες στη Δύση», στο Iberia Graeca, Η ελληνική αρχαιολογική κληρονομιά στην Ιβηρική χερσόνησο. Centro Iberia Graeca, Ζιρόνα, 2012, σ. 20.
  3. Arribas, Antonio (1965), Los íberos, Aymà, Βαρκελώνη, σ. 28.
  4. Σαβιέ Ακουϊλέ, «Οι ελληνικές αποικίες στην Ιβηρία» στο Iberia Graeca, Η ελληνική αρχαιολογική κληρονομιά στην Ιβηρική Χερσόνησο, Centro Iberia Graeca, Ζιρόνα, 2012, σ. 59.
  5. Σαβιέ Ακουϊλέ, íbidem. σ. 48.
  6. López και Davalillo 2000: 48.
  7. López και Davalillo 2000: 53.
  8. López και Davalillo 2000: 55.
  9. Bennett, Matthew (1998). The Hutchinson Dictionary of Ancient & Medieval Warfare. Taylor & Francis, Σικάγο/ Λονδίνο. σ. 159.
  10. López και Davalillo 2000: 56.
  11. Cantarino 1999: 30.
  12. Canto 2003: 15.
  13. Canto, 2003: 21.
  14. López και Davalillo 2000: 72.
  15. López και Davalillo 2000: 76.
  16. Wood, Jamie (22 July 2010). «Defending Byzantine Spain: frontiers and diplomacy». Early Medieval Europe 18 (3): 293.
  17. López και Davalillo 2000: 91.
  18. Vilar 1999: 29.
  19. Vilar 1999: 31.
  20. 20,0 20,1 Elliot 2002: 18.
  21. Caunedo del Potro 2004: 139.
  22. González Jiménez 1997: 78.
  23. 23,0 23,1 González Jiménez 1997: 80.
  24. González Jiménez 1997: 82.
  25. Antonio Domínguez Ortiz, «La personalidad histórica de Andalucía» στο Cuenta y razón, Nº 40, 1988, σ. 18.
  26. Caunedo del Potro 2004: 141.
  27. 27,0 27,1 27,2 Caunedo del Potro 2004; 136.
  28. Elliot 2002: 15.
  29. Caunedo del Potro 2004: 158.
  30. Elliot 2002: 32.
  31. García Fernández 1987: 76.
  32. García Fernández 1987: 77.
  33. García Fernández 1987: 74.
  34. García Fernández 1987: 75.
  35. García Fernández 1987: 70.
  36.  Vilar 1999: 52.
  37. 37,0 37,1 Elliot 2002: 30.
  38. Elliot 2002: 31.
  39. Ψαράς, Ι.Δ. (2003), Ιστορία της Νεότερης Ευρώπης. ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη, σ. 31.
  40. Postan et al. 1977: 199.
  41. Postan et al. 1977: 314.
  42. Ψαράς, ibidem, σ. 48.
  43. Rich, E. και Wilson C.H. 1967: 199.
  44. Rich, E. και Wilson C.H. 1967: 160.
  45. Ψαράς, ibidem, σ. 100.
  46. Rich, E. και Wilson C.H. 1967: 183.
  47. Vilar 1999: 78.
  48. Morales Padrón 1988: 45.
  49. 49,0 49,1 Morales Padrón 1988: 51.
  50. Morales Padrón 1988: 50.
  51. Morales Padrón 1988: 52.
  52. Antonio Domínguez Ortiz «La personalidad histórica de Andalucía» στο Cuenta y razón, 1889-1489, Nº 40, 1988. σ. 21.
  53. Chueca Goitia 1988: 30.
  54. Antonio Domínguez Ortiz, ibid, σ. 6.
  55. Cantarino 1999: 204.
  56. Chueca Goitia 1988: 33.
  57. El Siglo de oro de Cádiz, el siglo XVIII.
  58. 58,0 58,1 Tedde de Lorca 1987: 71.
  59. Tedde de Lorca 1987: 72.
  60. 60,0 60,1 Recaño και de Miguel 2009: 2.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Betsabé Caunedo del Potro (2004), «Reinos Occidentales» στο Economía y sociedad en la España medieval, Istmo, Μαδρίτη.
  • Cantarino, Vicente (1999), Civilización y cultura de España. Τέταρτη έκδοση. Prentice-Hall, Upper Saddle River, Νιου Τζέρσεΐ
  • Canto, Alicia María (2003), Las raíces béticas de Trajano: los 'Traii' de la Itálica turdetana, y otras novedades sobre su familia, Taller de Editores Andaluces, Σεβίλλη.
  • Cuenca Toribio (1987) «El andalucismo», Cuenta y razón, Nº 40.
  • Elliot, J. H. (2002), Imperial Spain, Penguin, Λονδίνο.
  • Fernando Chueca Goitia (1988), «El arte en Andalucía», Cuenta y razón, Nº 40.
  • Francisco Morales Padrón (1988), «Andalucía y América» στο Cuenta y razón, 1889-1489, Nº 40.
  • González Jiménez, Μ. (1997), «Alfonso X y las minorías confesionales de mudéjares y judíos», στο Miguel Rodríguez Llopis (επιμ.), Alfonso X, aportaciones de un rey castellano a la construcción de Europa, Región de Murcia, Μούρθια.
  • Joaquín Recaño και Verónica de Miguel (2009), «La Emigración Andaluza: cuantificación y distribución», Σεμινάριο El Estado de la investigación sobre la Emigración Andaluza, Centro de Estudios Andaluces.
  • López, Julio και Larrea, Davalillo (2000), Atlas histórico de España y Portugal, Sintesis, Μαδρίτη.
  • Manuel García Fernández (1987), «La Frontera de Granada a Mediados del Siglo XIV» στο Revista de estudios andaluces, τόμ. 9, σ 69-86.
  • Pedro Tedde de Lorca (1987), «Cómo llegamos a ser pobres», Cuenta y razón, Nº 40.
  • Postan, D.C. Coleman, P. Mathias (επιμ.) (1977), Cambridge Economic History, vol. V, Cambrigde University Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Μελβούρνη.
  • Rich, E. και Wilson C.H. (1967), Cambridge Economic History, vol. IV, Cambrigde University Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, Μελβούρνη.
  • Vilar, Pierre (1999), Historia de España. 1η 1947. Crítica, Βαρκελώνη.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα