Αραμαϊκή γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αραμαϊκή είναι αρχαία γλώσσα του βορειοδυτικού σημιτικού κλάδου[1], η οποία συγγενεύει στενά με την εβραϊκή.

Το όνομά της προέρχεται πιθανώς από τη Βιβλική χώρα Αράμ-ναχαραΐμ που σημαίνει «υψίπεδο μεταξύ δύο ποταμών» (Ευφράτης και Τίγρης) και συνήθως αναφέρεται στην Άνω Μεσοποταμία ή, κατ’ άλλη άποψη, σε αρχαία ονομασία τής Συρίας. Διάφορες διάλεκτοι της Αραμαϊκής συνεξελίχθηκαν με την Εβραϊκή σε μεγάλο τμήμα τής κοινής τους ιστορίας. Η ονομασία Παδάν-αράμ περιγράφει κυρίως την περιοχή γύρω από την πόλη Χαρράν στην Άνω Μεσοποταμία.

Η γλώσσα τής Νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας πιθανώς ήταν διάλεκτος της Αραμαϊκής, ενώ σταδιακά είχε ήδη γίνει προηγουμένως η διεθνής γλώσσα των συναλλαγών την εποχή της Ασσυριακής Αυτοκρατορίας. Η Περσική αυτοκρατορία που μερικές δεκαετίες αργότερα κυρίευσε τη Βαβυλωνία υιοθέτησε την αυτοκρατορική Αραμαϊκή ως επίσημη διεθνή γλώσσα της. Ο Ισραηλιτικός πληθυσμός, ο οποίος είχε εξοριστεί στη Βαβυλώνα από την Ιερουσαλήμ και από τα περίχωρα του βασιλείου τού Ιούδα, έλαβε την άδεια να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να ιδρύσει μια περσική επαρχία, η οποία συνήθως απεκαλείτο Ιουδαία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Αραμαϊκή έγινε η διοικητική γλώσσα τής Ιουδαίας στις σχέσεις της με την υπόλοιπη Περσική αυτοκρατορία.

Η αραμαϊκή έχει τα ίδια γράμματα στο αλφάβητό της με την εβραϊκή. Η αραμαϊκή γραφή εξελίχθηκε με τη σειρά της από τη χαναανική γραφή, αλλά οι δύο γραφές παρουσίασαν αξιοσημείωτη απόκλιση. Κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., η δάνεια αραμαϊκή γραφή αναπτύχθηκε στη διακριτή τετράγωνη εβραϊκή γραφή (γνωστή επίσης ως Ασσυριακή Γραφή, Ktav Ašuri), η οποία διασώζεται στους παπύρους τής Νεκράς Θαλάσσης και είναι παρόμοια με τη γραφή που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα.

Η αραμαϊκή διαδόθηκε και ως καθομιλουμένη. Πριν την χριστιανική περίοδο ομιλούνταν σε όλο το έδαφος μεταξύ Μεσογείου και μεσημβρινού και βορείου μέρους των αρμενικών ορέων και του Κουρδιστάν. Ήταν μία από τις τρεις γλώσσες στις οποίες γράφτηκαν τα πρωτότυπα κείμενα της Αγίας Γραφής, και ειδικότερα στα συγγράμματα του Έσδρα, του Ιερεμία και του Δανιήλ.[2] Ήταν ομιλούμενη γλώσσα στην Παλαιστίνη μαζί με την εβραϊκή, την λατινική και την ελληνική και ήταν η γλώσσα την εποχή που έδρασε ο Ιησούς Χριστός και οι μαθητές του. Η είσοδος της αραμαϊκής στην Παλαιστίνη έγινε αρχικά ως γλώσσα της διπλωματίας πριν την Βαβυλώνια αιχμαλωσία (6ος αι. π.Χ.) και μετά την επιστροφή των Εβραίων στα εδάφη τους άρχισε η διάδοση της στον λαό[3].

Κείμενα αραμαϊκά βρίσκονται διάσπαρτα από την Αίγυπτο έως την Κίνα και ήταν τόσο καλά ριζωμένη η γλώσσα αυτή, ώστε μόνο η αραβική κατόρθωσε να την εκτοπίσει με την εξάπλωση του αραβικού κράτους μετά τον θάνατο του Μωάμεθ[4].

Στην Τουρκία απαγορεύεται δια νόμου από τις 6 Οκτωβρίου 1997 να διδάσκεται η Αραμαϊκή.[5]

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στη Γλωσσολογία, κάθε γλωσσική οικογένεια (π.χ. ινδοευρωπαϊκή) μπορεί να χωρίζεται σε κλάδους γλωσσών και κάθε κλάδος μπορεί να περιλαμβάνει πολλές γλώσσες.
  2. Ενόραση στις Γραφές, 2008, Β. & Φ. Ε. Σκοπιά, Τόμ. 1ος, σ. 293, λήμμα "Αραμαϊκή".
  3. λήμμ. "Συρία" (αραμαϊκή γλώσσα), Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 11, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 590.
  4. λήμμ. "Αραμαίοι", εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τόμ. 4, Αθήνα 2004.
  5. Kath.net: Türkei: Zehn Jahre Lehrverbot für Aramäisch 6. Oktober 2007