Μονομάχος (ταινία 2000)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Gladiator - Μονομάχος
Gladiator ver1.jpg
Σκηνοθεσία Ρίντλεϋ Σκοτ
Παραγωγή David Franzoni,
Branko Lustig,
Douglas Wick
Σενάριο David Franzoni,
Τζον Λόγκαν,
Ουίλιαμ Νίκολσον
Πρωταγωνιστές Ράσελ Κρόου
Χοακίν Φίνιξ
Κόνι Νίλσεν
Όλιβερ Ριντ
Ρίτσαρντ Χάρις
Ντέρεκ Τζάκομπι
Ντζιμόν Χουσού
Ραλφ Μόλερ
Πρώτη προβολή 1 Μαΐου 2000 (ΗΠΑ)
18 Αυγούστου 2000 (Ελλάδα)
Μουσική Λίζα Τζέραρντ,
Χανς Ζίμμερ
Κλαους Μπάντελτ
Διάρκεια 149 λεπτά
(164 λεπτά)
Γλώσσα Αγγλικά
Σελίδα IMDb
Σελίδα Cine.gr

Ο Μονομάχος (αγγλ. Gladiator) είναι κινηματογραφική ταινία εποχής σε σκηνοθεσία του Ρίντλεϋ Σκοτ. Έχει βραβευτεί με πέντε Όσκαρ το 2000, ανάμεσα στα οποία και αυτό της Καλύτερης Ταινίας.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μάξιμος Δέκιμος Μερίδιος είναι ένας ικανός, αφοσιωμένος και ατρόμητος Ρωμαίος λεγεωνάριος ισπανικής καταγωγής στον στρατό του Μάρκου Αυρήλιου. Ο Αυρήλιος τον αγαπάει σαν παιδί του και τον εκτιμάει για τις πολεμικές ικανότητες και τον χαρακτήρα του και γι' αυτό τον προορίζει για διάδοχό του. Στην αρχή του έργου βρισκόμαστε στο πεδίο της μάχης εναντίον των Γερμανικών φύλων, την οποία ο Μάξιμος κερδίζει και τελειώνει τους πολέμους της Ρώμης στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας. Ο Αυρήλιος είναι επίσης παρών και παρακολουθεί την κατάληξη της μάχης, ενώ ο φιλόδοξος αλλά δειλός και ύπουλος γιος του Αυρήλιου, ο Κόμμοδος καταφτάνει ερχόμενος από την Ρώμη μετά το τέλος της μάχης για να «συγχαρεί» τον Μάξιμο. Ο Αυρήλιος εκμυστηρεύεται στον Μάξιμο ότι τον προορίζει για διάδοχό του και του λέει να ετοιμαστεί για να αναλάβει αυτό το καθήκον. Ο Μάξιμος όμως έχει κουραστεί να πολεμάει και θέλει να γυρίσει στην πατρίδα του όπου η γυναίκα του και τα παιδιά του τον περιμένουν. Ο Αυρήλιος του δίνει άδεια, αλλά και τον παρακαλεί αφού το σκεφτεί να επιστρέψει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Ο Κόμμοδος διαισθάνεται τα σχέδια του πατέρα του και τον δολοφονεί την ίδια νύχτα. Φωνάζει έπειτα τον Μάξιμο για να του αναγγείλει ότι ο Αυτοκράτορας «πέθανε» και ότι πριν πεθάνει όρισε τον Κόμμοδο διάδοχό του. Ο Κόμμοδος απαιτεί από τον Μάξιμο την υποταγή του και την παραμονή του στο στρατό. Ο Μάξιμος όμως επειδή κατάλαβε την προδοσία, αρνείται και φεύγει, όμως στο δρόμο πέφτει πάνω σε μπλόκο του Κόμμοδου και τραυματίζεται βαριά. Κατορθώνει να σκοτώσει τους πολεμιστές που τον κυνηγούν και να φτάσει εξουθενωμένος στο σπίτι του. Εκεί τα βρίσκει όλα λεηλατημένα και κατεστραμμένα από την φωτιά, και την οικογένειά του δολοφονημένη από άγνωστους.

Ο Μάξιμος θα ξυπνήσει σε ένα κάρο που είναι γεμάτο σκλάβους για πούλημα. Έχει πέσει στα χέρια ενός δουλέμπορου που τελικά τον πουλάει κι αυτόν μαζί με άλλους σε μια επαρχιακή σχολή πλανόδιων Μονομάχων ενός ξεπεσμένου πρώην ηρωικού Μονομάχου που ο Αυρήλιος του είχε κάποτε χαρίσει την ελευθερία.

Στην απόγνωσή του ο Μάξιμος παίρνει μέρος σε όλο και περισσότερες αιματηρές μονομαχίες αψηφώντας τον θάνατο και τους αντιπάλους του. Γίνεται όλο και πιο βίαιος, επιζεί όμως και γίνεται όλο και πιο αδίστακτος στη μάχη, ενώ το επαρχιακό κοινό πανηγυρίζει αφού θέλγεται στο θέαμα της ωμής βίας. Η φήμη του Μάξιμου χωρίς να το αντιληφθεί γίνεται όλο και πιο μεγάλη και φτάνει ως την Ρώμη.

Τελικά έτσι όπως τα φέρνει η μοίρα, έρχεται και η ημέρα που το αφεντικό του τον βάζει να αγωνιστεί στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Είναι μέσα στα πλαίσια ενός εορταστικού εκατονταήμερου, που διοργάνωσε ο νέος Αυτοκράτορας Κόμμοδος «προς τιμή του πατέρα του που απέθανε» και για να εξαγοράσει με αυτόν το τρόπο την αφοσίωση του Ρωμαϊκού πλήθους. Τη συγκεκριμένη ημέρα είναι μια κατά κάποιον τρόπο θεατρική αναπαράσταση της μάχης των Ρωμαίων στην Καρχηδόνα. Οι Μονομάχοι ήταν να υποδυθούν τους Καρχηδόνιους, που ηττήθηκαν μετά από αιματηρή μάχη από τους Ρωμαίους. Όταν άρχισε το θέαμα, ο Μάξιμος άρχισε να δίνει οδηγίες στους άλλους Μονομάχους στην αρένα κατορθώνοντας με αυτόν τον τρόπο να τους συσπειρώσει και να νικήσει τόσο τους αντίπαλους Ρωμαίους που ήταν εξοπλισμένοι και οδηγούσαν πάνω σε άρματα μάχης, όσο και να σκοτώσει τα άγρια θηρία που ήθελαν να τους φάνε. Η εξέλιξη αυτή ήταν πρωτοφανής, αφού οι Μονομάχοι κανονικά βρίσκανε φρικτό θάνατο μέσα στην αρένα κατά τη διάρκεια του θεάματος. Το πλήθος χειροκροτούσε από θαυμασμό και ζητούσε από τον αυτοκράτορα να του χαρίσει την ζωή. Ο Κόμμοδος από περιέργεια να δει ποιος είναι αυτός που κατόρθωσε μέσα στο Κολοσσαίο όχι μόνο να παραμείνει ζωντανός αλλά και να σώσει την ζωή και των άλλων Μονομάχων κατέβηκε με την φρουρά του στην αρένα για να συναντήσει τον άγνωστο αυτοπροσώπως. Εκεί ο Μάξιμος, που μέχρι τότε λόγω της καταγωγής του τον φώναζαν «Ισπανό» αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, ότι δηλαδή ήταν λεγεωνάριος του Αυρήλιου που έπεσε θύμα δολοπλοκίας και πουλήθηκε σκλάβος. Οι μάζες τον αποθεώνουν χειροκροτώντας ακόμα περισσότερο, έτσι ώστε ο Κόμμοδος αναγκαστικά του χαρίζει την ζωή. Από κει και πέρα όμως έβαλε στόχο να τον ξεκάνει. Έτσι τον βάζει να αγωνίζεται κάθε μέρα στο Κολοσσαίο περιμένοντας να εξουθενωθεί και να σκοτωθεί.

Η Λουτσίλα, αδερφή του Κόμμοδου που έχει πέσει στα χέρια του αδερφού της αποφασίζει να σώσει κρυφά τον Μάξιμο. Καταστρώνει σχέδιο απόδρασης και δωροδοκεί τους φύλακες για να αφήσουν τον Μάξιμο και όλους τους Μονομάχους να δραπετεύσουν. Ο Κόμμοδος αντιλαμβάνεται το σχέδιο και στέλνει την φρουρά του η οποία συλλαμβάνει όλους τους Μονομάχους την ώρα που αυτοί δραπετεύουν. Αντί να σκοτώσει τον Μάξιμο καταστρώνει ένα σχέδιο εκδίκησης. Τον επισκέπτεται λίγο πριν από την επόμενη εμφάνισή του στις φυλακές κάτω από την αρένα, και κάνοντας ότι θέλει να τον φιλήσει τον αγκαλίαζει, ενώ ο Μάξιμος ήταν δεμένος στα χέρια και στα πόδια, και τον τραυματίζει στην πλάτη με μια δηλητηριασμένη λόγχη. Έπειτα από αυτό διατάζει να τον επιδέσουν και να τον αφήσουν ελεύθερο να ανέβει στην αρένα.

Το τελικό θέαμα ξεκινάει. Ο Μάξιμος εμφανίζεται στην αρένα τρικλίζοντας όπου το κοινό τον χειροκροτεί. Ο Κόμμοδος καυχιέται ότι είναι ο πιο ατρόμητος πολεμιστής και εκτός από τον Μάξιμο κανείς άλλος δεν είναι άξιος να πολεμάει μαζί του. Κατεβαίνει στη σκηνή και είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον ετοιμοθάνατο Μάξιμο. Παρόλα τα πολλά και ύπουλα κόλπα όμως δεν μπορεί να τον νικήσει, όταν τελικά ο Μάξιμος, με τις τελευταίες δυνάμεις του και με αργές από την προσπάθεια κινήσεις κατορθώνει να οδηγήσει το χέρι του Κόμμοδου που ακόμα κρατάει την ίδια λόγχη που τον είχε προηγουμένως πληγώσει.

Το κοινό βλέποντας τον συγκλονιστικό αυτό αγώνα και τον αυτοκράτορα να ξεψυχάει άνανδρα και δημοσίως μένει βουβό. Ο Μάξιμος στο τέλος των δυνάμεών του οραματίζεται ότι έχει φτάσει πλέον στο σπίτι του. Απλώνει το χέρι του για να ανοίξει την εξώπορτα του σπιτιού του και καταρρέει. Ο Κουϊντος που ήξερε όλη την ιστορία αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και ανακοινώνει την άμεση απελευθέρωση των υπόλοιπων μονομάχων και την αποκατάσταση του Μάξιμου ως λεγεωνάριου, ηρωικού πολεμιστή και πρώην νόμιμου διάδοχου του Αυρηλίου. Η φρουρά του νεκρού Κόμμοδου σχηματίζει τιμητική ακολουθία και με τον Γράκχο μπροστά και με τον νεκρό Μάξιμο στους ώμους εγκαταλείπουν τη σκηνή αφήνοντας τον Κόμμοδο να κείτεται στο σκονισμένο έδαφος της αρένας. Η τάξη έχει αποκατασταθεί στην Ρώμη.

Ηθοποιοί και Χαρακτήρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ράσελ Κρόου στο ρόλο του Μάξιμου Δέκιμου Μερίδιου
  • Χοακίν Φίνιξ στο ρόλο του Κομμόνδου
  • Κόνι Νίλσεν στο ρόλο της Λουσίλα
  • Όλιβερ Ριντ στο ρόλο του Αντόνιο Προξίμου
  • Ντέρεκ Τζάκομπι στο ρόλο του Γερουσιαστή Γκράκχους
  • Ντζιμόν Χουσού στο ρόλο του Τζούμπα
  • Ρίτσαρντ Χάρις στο ρόλο του Μάρκου Αυρήλιου
  • Ραλφ Μόλερ στο ρόλο του Χεΐγκεν

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Gladiator (Film) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).