Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες
TheDefiantOnes.jpg
Σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κρέιμερ
Παραγωγή Στάνλεϊ Κρέιμερ
Σενάριο Χάρολντ Τζέικομπ Σμιθ
Νέντρικ Γιανγκ (ιστορία)
Πρωταγωνιστές Σίντνεϊ Πουατιέ
Τόνι Κέρτις
Κάρα Γουίλιαμς
Θίοντορ Μπάικελ
Μουσική Έρνεστ Γκολντ
Φωτογραφία Σαμ Λίβιτ[1]
Μοντάζ Frederic Knudtson
Εταιρεία παραγωγής United Artists και Metro-Goldwyn-Mayer
Πρώτη προβολή Country flag 24/9/1958
Διάρκεια 97 λεπτά
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα Aγγλικά

Όταν σπάσαμε τις αλυσίδες (πρωτότυπος τίτλος: The Defiant Ones) είναι δραματική ταινία παραγωγής 1958 σε σκηνοθεσία Στάνλεϊ Κρέιμερ με πρωταγωνιστές τους Σίντνεϊ Πουατιέ, Τόνι Κέρτις, Κάρα Γουίλιαμς και Θίοντορ Μπάικελ. Η ταινία βασίζεται σε ιστορία του Νέντρικ Γιανγκ, την οποία διασκεύασε ο Χάρολντ Τζέικομπ Σμιθ για τη μεγάλη οθόνη.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Νόα Κάλεν (Σίντνεϊ Πουατιέ) και ο Τζον «Τζόκερ» Τζάκσον (Τόνι Κέρτις) είναι δυο κρατούμενοι, που μεταφέρονται σε άλλη φυλακή με ένα φορτηγό. Ο Νόα είναι μαύρος και ο Τζόκερ λευκός και ο φύλακας της προηγούμενης φυλακής όπου βρίσκονταν αποφάσισε να τους αλυσοδέσει μαζί, παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν κάτι το αδιανόητο στην Αμερική της δεκαετίας του '50. Κάποια στιγμή το φορτηγό που τους μεταφέρει έχει ατύχημα και οι μοναδικοί επιζήσαντες είναι οι δυο αλυσοδεμένοι κρατούμενοι που το σκάνε. Οι δυο άνδρες μισούν ο ένας τον άλλον, αλλά παράλληλα ο ένας έχει ανάγκη τον άλλον προκειμένου να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Στο μεταξύ ο σερίφης Μαξ Μούλερ (Θίοντορ Μπάικελ) οργανώνει μια ομάδα ανδρών με σκοπό τον εντοπισμό των δυο κρατούμενων. Μετά από μέρες περιπλάνησης οι δυο άνδρες φτάνουν σε μια φάρμα όπου ζει μια μοναχική γυναίκα (Κάρα Γουίλιαμς) και ο γιος της Μπίλι (Κέβιν Κάχλιν). Η γυναίκα τους βοηθάει να σπάσουν τις αλυσίδες και προσφέρεται επίσης να βοηθήσει τον Τζόκερ να αποδράσει οδηγώντας τον με το αυτοκίνητο μέχρι τον σιδηρόδρομο, ενώ παράλληλα ο Κάλεν θα έφτανε μέχρι εκεί μέσω του βάλτου. Ο Τζόκερ όμως ανακαλύπτει ότι έχει στείλει τον Κάλεν σε παγίδα και την αφήνει για να πάει να βοηθήσει τον μαύρο άνδρα που θεωρεί πλέον φίλο του.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1958 ήταν χρονιά σταθμός για την καριέρα του Στάνλεϊ Κρέιμερ, εφόσον ανέλαβε τη σκηνοθεσία της ταινίας Όταν Σπάσαμε τις Αλυσίδες της οποίας το σενάριο έγραψε ο Χάρολντ Τζέικομπ Σμιθ, βασισμένος σε ιστορία του Νέντρικ Γιανγκ (ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ). Το σενάριο έθιγε το θέμα του ρατσισμού που επικρατούσε στον αμερικανικό νότο, καθώς διηγούνταν την ιστορία δυο καταζητούμενων ανδρών, ενός μαύρου κι ενός λευκού που προσπαθούν να ξεφύγουν από τις αρχές όντας αλυσοδεμένοι ο ένας με τον άλλον. Η πλοκή αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σκανδαλώδης για την περίοδο εκείνη, εφόσον κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δυο φυλακισμένοι διαφορετικού χρώματος θα μπορούσαν να είναι δεμένοι μαζί.

Πρώτη επιλογή για το ρόλο του Τζόκερ ήταν ο Ρόμπερτ Μίτσαμ, ο οποίος απέρριψε το ρόλο εφόσον θεωρούσε ότι δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να επιτραπεί να αλυσοδεθούν μαζί δυο άνδρες διαφορετικού χρώματος στον αμερικανικό νότο. Πολλοί όμως ήταν εκείνοι, μεταξύ των οποίων και ο Τόνι Κέρτις, που υποστήριξαν λανθασμένα ότι ο Μίτσαμ δε δέχτηκε το ρόλο επειδή δεν ήθελε να δουλέψει με μαύρο ηθοποιό. Ο ρόλος πέρασε έπειτα στον Μάρλον Μπράντο, ο οποίος επρόκειτο να έχει στο πλευρό του τον Σίντνεϊ Πουατιέ στο ρόλο του Νόα Κάλεν. Ο Πουατιέ όμως είχε άλλες υποχρεώσεις και ο Κρέιμερ ήθελε τόσο πολύ τον Πουατιέ γι' αυτό το ρόλο που περίμενε μέχρι ο ηθοποιός να είναι διαθέσιμος. Ο Μπράντο στο μεταξύ ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία Ο Χορός των Καταραμένων (The Young Lions, 1958) και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το εγχείρημα, προς απογοήτευση του Κρέιμερ που αναγκάστηκε να αναθέσει το ρόλο στον Τόνι Κέρτις του οποίου οι υποκριτικές δυνατότητες θεωρούνταν περιορισμένες. Ο Κέρτις θεώρησε ότι ο ρόλος του Τζόκερ θα του έδινε την ευκαιρία να ερμηνεύσει κάτι διαφορετικό σε σχέση με τους ρόλους του χαριτωμένου αγοριού που ερμήνευσε ως επί το πλείστον στην καριέρα του. Ο Κέρτις επέμεινε επίσης το όνομα του Πουατιέ να αναγράφεται πρώτο μαζί με το δικό του πάνω από τον τίτλο[2][3]:30, 280–281[4].

Κριτικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυκλοφορία της ταινίας συνοδεύτηκε από θετικές κριτικές και απέφερε κέρδη της τάξης του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Ο Μπόσλεϊ Κράουδερ των New York Times επαίνεσε τη σκηνοθεσία του Στάνλεϊ Κρέιμερ και την υπόθεση της ταινίας που κατακρίνει τον αμερικανικό τρόπο ζωής και την νοοτροπία του νότου, ενώ όσον αφορά τους πρωταγωνιστές επαίνεσε κυρίως την ερμηνεία του Σίντνεϊ Πουατιέ, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι και ο Τόνι Κέρτις ήταν εκπληκτικά καλός[5].

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προτάθηκε για 9 βραβεία Όσκαρ μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, κερδίζοντας δυο (Σεναρίου και Φωτογραφίας). Το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας πήγε στο μιούζικαλ του Βινσέντε Μινέλι Ζιζί (Gigi) και ο Στάνλεϊ Κρέιμερ έχασε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας από τον Μινέλι. Πουατιέ και Κέρτις, αμφότεροι υποψήφιοι για Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου ηττήθηκαν από τον Ντέιβιντ Νίβεν[6].

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

  • Πρωτότυπου Σεναρίου – Χάρολντ Τζέικομπ Σμιθ
  • Φωτογραφίας, Ασπρόμαυρη Ταινία – Σαμ Λέβιτ

Υποψηφιότητες:

  • Καλύτερης Ταινίας – Στάνλεϊ Κρέιμερ
  • Σκηνοθεσίας - Στάνλεϊ Κρέιμερ
  • Α’ Ανδρικού Ρόλου – Σίντνεϊ Πουατιέ
  • Α' Ανδρικού Ρόλου - Τόνι Κέρτις
  • Β' Ανδρικού Ρόλου - Θίοντορ Μπάικελ
  • Β’ Γυναικείου Ρόλου – Κάρα Γουίλιαμς
  • Μοντάζ - Φρέντερικ Νάτσον

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]