Ημερολόγιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Ημερολόγιο είναι σύστημα μέτρησης του χρόνου σε ημέρες, μήνες και έτη, με το οποίο γίνεται δυνατή η χρονική κατάταξη παρελθοντικών ή μελλοντικών γεγονότων.

Το σύγχρονο ημερολόγιο στηρίζεται σε δύο βασικές μονάδες: Την ημέρα, το χρονικό διάστημα δηλαδή μιας πλήρους περιστροφής της γης γύρω από τον εαυτό της, και το ηλιακό έτος, το χρονικό διάστημα μιας πλήρους περιστροφής της γης γύρω από τον ήλιο. Η μεν ημέρα διαρκεί 24 ώρες, το δε έτος περίπου 365 ημέρες. Και τα δύο μεγέθη είναι ιδιαίτερα σημαντικά διότι προσδιορίζουν αφενός το χρονικό διάστημα μιας πλήρους εναλλαγής ημέρας-νύχτας (ημέρα) και αφετέρου το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται ένας κύκλος εποχών (τροπικό έτος). Η δε υποδιαίρεση του έτους σε 12 μήνες αντιστοιχεί σε παλιότερα ημερολόγια τα οποία βασίζονταν στον σεληνιακό κύκλο. Σήμερα πρόκειται για εντελώς συμβατική, ιστορικά εξηγούμενη διαίρεση του χρόνου, όπως άλλωστε και η υποδιαίρεση της ημέρας σε 24 ώρες.

Κεντρικό πρόβλημα του ημερολογίου στη βάση των προαναφερόμενων μεγεθών αποτελούσε ο ακριβής προσδιορισμός της σχέσης μεταξύ τους, το ερώτημα δηλαδή πόσες ακριβώς ημέρες αποτελούν ένα έτος. Σταθμοί στην προσπάθεια επίλυσης υπήρξαν το Ιουλιανό (46 π.Χ.) και το Γρηγοριανό Ημερολόγιο (1582 μ.Χ.).

Το Ιουλιανό Ημερολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ιουλιανό Ημερολόγιο που αποδίδεται στον Ιούλιο Καίσαρα αλλά είναι έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, προσδιορίζει τη διάρκεια του ηλιακού έτους σε 365,25 ημέρες. Για να μην υπάρχουν ελλιπείς ημέρες (0,25) θεωρείται ότι κάθε έτος διαρκεί 365 μέρες εκτός από τα δίσεκτα έτη, τα οποία διαρκούν 366, καθώς προστίθεται στο Φεβρουάριο μια επιπλέον ημέρα, ο οποίος πλέον έχει 29 ημέρες αντί για 28. Δίσεκτο θεωρείται κατά το Ιουλιανό Ημερολόγιο κάθε τέταρτο έτος (365 ημέρες * 3 έτη + 366 μέρες = 1461 ημέρες. 1461 ημέρες / 4 έτη = 365,25 ανά έτος). Ως πρακτικός κανόνας καθιερώθηκε να θεωρούνται δίσεκτα τα έτη, ο αριθμός των οποίων διαιρείται ακριβώς διά του 4 (2004, 2008, 2012 κλπ.). Το πρόβλημα του Ιουλιανού Ημερολογίου είναι ωστόσο ότι η πραγματική διάρκεια του ηλιακού έτους είναι κάτι λιγότερο από 365,25 ημέρες. Η μικρή αυτή διαφορά δεν γίνεται φυσικά αισθητή μέσα σε λίγα χρόνια, με τον καιρό όμως οδήγησε σε προβάδισμα του ημερολογίου από τον πραγματικό χρόνο (τροπικό ημερολόγιο): Το 16ο αιώνα η εαρινή ισημερία απείχε 10 ημέρες από την προβλεπόμενη ημερομηνία στο Ιουλιανό Ημερολόγιο. Τη λύση στο πρόβλημα δίνει από το 1582 μ.Χ. το λεγόμενο Γρηγοριανό ημερολόγιο, το οποίο πήρε το όνομά του από τον πάπα Γρηγόριο VIII που το έφερε σε ισχύ. Το Γρηγοριανό ημερολόγιο παραλλάσσει το Ιουλιανό κατά το ότι σε διάστημα 400 χρόνων αφαιρεί 3 ημέρες του Ιουλιανού Ημερολογίου. Πρακτικά το επιτυγχάνει με το να θεωρεί ως δίσεκτα μόνο εκείνα τα έτη αιώνων, που διαιρούνται ακριβώς δια του 400. Έτσι, ενώ κατά το Ιουλιανό Ημερολόγιο τα έτη 1700, 1800, 1900, 2000 είναι όλα δίσεκτα, κατά το γρηγοριανό ημερολόγιο είναι μόνο το έτος 2000 δίσεκτο (366 ημέρες) διότι μόνο αυτό διαιρείται ακριβώς δια του 400. Με τον τρόπο αυτό η μέση διάρκεια του έτους, όπως προκύπτει από το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, προσεγγίζει ακριβέστερα το τροπικό έτος.

Το σύγχρονο ημερολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σύγχρονο ημερολόγιο βασίζεται στο γρηγοριανό τρόπο υπολογισμού. Λαμβάνει ωστόσο υπόψη για τον ακριβή καθορισμό των δίσεκτων ετών το γεγονός ότι και το γρηγοριανό ημερολόγιο οδηγεί σε μέση διάρκεια έτους αποκλίνουσα κατά τι από το τροπικό έτος - η απόκλιση αυτή οδηγεί σε διαφορά μιας μέρας κάθε 3333 χρόνια.

Λόγω θρησκευτικών διαφορών δεν καθιερώθηκε το γρηγοριανό ημερολόγιο ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες. Οι καθολικές χώρες Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία καθώς και το καθολικό τμήμα της Γερμανίας το υιοθέτησαν ήδη από το 1582, ενώ άλλες χώρες ακολούθησαν σταδιακά. Στην Ελλάδα το γρηγοριανό ημερολόγιο εισήχθη το 1923. Ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν μειονότητες που ακολουθούν το Ιουλιανό ημερολόγιο.

Μια από αυτές είναι οι παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι αποσχίσθηκαν από την ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος το 1924, όταν η τελευταία αναθεώρησε το Ιουλιανό ημερολόγιο. Ωστόσο υπάρχουν και άλλες μειονότητες που ακολουθούν το παλαιό (Ιουλιανό) ημερολόγιο, όπως η κοινότητα του Αγίου Όρους και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, που δεν συγκαταλέγονται στους Παλαιοημερολογίτες, αλλά αναγνωρίζουν ως ισχύουσα την Εκκλησία της Ελλάδος.

Τα αρχαία Ημερολόγια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

κατά την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκαν ημερολόγια όπως το Αττικό ημερολόγιο, το Ρωμαϊκό Ημερολόγιο κλπ