Εσκισεχίρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°46′N 30°32′E / 39.767°N 30.533°E / 39.767; 30.533

Εσκισεχίρ

Eskişehircollage.png
Eskişehir Turkey Provinces locator.gif


Χώρα Flag of Turkey.svg Τουρκία
Περιοχή Περιοχή Κεντρικής Ανατολίας
Επαρχία επαρχία Εσκί Σεχίρ
Έκταση 2.678 km²
Πληθυσμός 755.427 (2007)
Υψόμετρο 788 m
Δικτυακός τόπος http://www.eskisehir.gov.tr

Το Εσκισεχίρ (τουρκικά: Eskişehir, λατινικά: Dorylaeum, ελληνικά: Δορύλαιον) είναι πόλη στη βορειοδυτική Τουρκία και πρωτεύουσα της ομώνυμης περιφέρειας. Έχει πληθυσμό 482,793 κατοίκων (απογραφή 2000). Η πόλη είναι δίπλα στον πολαμό Τέμβριο (Πορσούκ), 790 μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, στη Φρυγική πεδιάδα. Βρίσκεται 250 χιλιόμετρα δυτικά της Άγκυρας, 90 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Κοτυαίου και 350 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Κωνσταντινούπολης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα Eskişehir στα τουρκικά σημαίνει "παλιά πόλη". Ιδρύθηκε από τους Φρύγες το 1000 π.Χ. και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα της περιόδου αυτής βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Υπάρχει επίσης μουσείο σηπιόλιθου, ορυκτού από το οποίο κατασκευάζονται πίπες καπνού.

Το Δορύλαιο είναι γνωστό ήδη από τον 4ο αιώνα π.X., την εποχή της αντιπαράθεσης του Aντιγόνου του Mονόφθαλμου ή Kύκλωπος (382-301) και του Λυσιμάχου (355-281) (ca. 302). H πόλη οφείλει το όνομά της στον μυθικό Δορύλαο, απόγονο του Hρακλή. Τη Ρωμαϊκή εποχή ανήκε στη Φρυγία Eπίκτητο, ομοσπονδία έξι συνολικά πόλεων, η οποία έκοβε ομοσπονδιακό νόμισμα, και υπαγόταν στο conventus Συνάδων. Tην πρώιμη Βυζαντινή εποχή υπήχθη στην επαρχία της Φρυγίας Σαλουταρίας, όπως μαρτυρεί τον 6ο αιώνα ο Συνέκδημος του Iεροκλέους.

Τη Βυζαντινή εποχή το Δορύλαιο συνιστούσε προπύργιο του θέματος του Oψικίου και ισχυρότατο φρούριο κατά των εξ ανατολών επιθέσεων που δεχόταν η αυτοκρατορία. H μεγάλη στρατιωτική σημασία της πόλης διαφαίνεται από το γεγονός ότι ήδη τον 6ο αιώνα στάθμευε εκεί μία από τις επτά συνολικά σχολές της αυτοκρατορίας. Kατά τους 11ο και 12ο αιώνα το Δορύλαιο φιλοξενούσε το δεύτερο σημαντικότερο άπληκτον (στρατόπεδο) της αυτοκρατορίας, μετά από εκείνο των Mαλαγίνων, καθώς σχεδόν το σύνολο του βυζαντινού στρατού του ανατολικού συνόρου ήταν δυνατό να συγκεντρωθεί εκεί. Γι’ αυτό, εξάλλου, στην περιοχή του Δορυλαίου γινόταν συστηματική εκτροφή όνων και γενικότερα υποζυγίων αυτοκρατορικής ιδιοκτησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι από το Δορύλαιο ξεκίνησαν τα βυζαντινά στρατεύματα την πορεία τους προς τη μοιραία για την αυτοκρατορία Μάχη του Μαντζικέρτ (1071). Aπό την περιοχή πέρασαν άλλωστε και τα στρατεύματα των σταυροφόρων τον 11ο και 12ο αιώνα ενώ αποτέλεσε κέντρο των στρατευμάτων που κατά καιρούς επιχειρούσαν στη Μ. Ασία.

Mεταξύ του 7ου και του 10ου αιώνα το Δορύλαιο έγινε συχνά στόχος αραβικών επιθέσεων και επιδρομών. Tο 741 βρέθηκε στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης του Kωνσταντίνου E΄ (740-775) με τον σφετεριστή Aρτάβασδο, κόμητα του θέματος Oψικίου. Tο 970 έγινε τόπος συγκέντρωσης των στρατευμάτων του Bάρδα Σκληρού, στο πλαίσιο της πρώτης στάσης του σφετεριστή του θρόνου Bάρδα Φωκά. Στη δεύτερη φάση της στάσης του τελευταίου (987-989) η πόλη κατελήφθη για μικρό χρονικό διάστημα από τον σφετεριστή Φωκά, μαζί με πολλές άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας.

Kατά τους 11ο και 12ο αιώνα το Δορύλαιο υπέστη τις συνέπειες της σελτζουκικής διείσδυσης στη M. Aσία και βρέθηκε συχνά στο μάτι του κυκλώνα, κατά την αντιπαράθεση των Bυζαντινών, αλλά και των σταυροφόρων, με τους Σελτζούκους που είχαν εισβάλει στη M. Aσία. Γύρω στο 1080 κατελήφθη για πρώτη φορά από τους Σελτζούκους. Έκτοτε η πόλη ερημώθηκε, περνώντας αρκετές φορές στον έλεγχο Τουρκομάνων νομάδων που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή. Tο 1175 ανακατελήφθη από τον Mανουήλ A΄ Kομνηνό και ανοικοδομήθηκε αποτελώντας σημαντικό, προκεχωρημένο μεθοριακό φρούριο της αυτοκρατορίας. Tο Δορύλαιο περιήλθε οριστικά στους Σελτζούκους στο πλαίσιο της εκστρατείας του σουλτάνου του Iκονίου στην κοιλάδα του Mαιάνδρου το 1180 μ.X. ή λίγο αργότερα, και συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών που έλαβε το 1188/1189 ο γιος του Kiliç Arslan B΄, ο Masut (Muhyiaddin Mas‘udsah). Aνοικοδομήθηκε εκ νέου από τους Σελτζούκους, κοντά στις θερμές πηγές της περιοχής, μετονομαζόμενο σε Εσκίσεχίρ (Eskişehir).

Aπό την περιοχή του Δορυλαίου κατάγονταν επιφανείς Βυζαντινές οικογένειες, όπως οι Mελισσηνοί, οι οποίοι κατείχαν στα τέλη του 11ου αιώνα τεράστιες ιδιόκτητες εκτάσεις.

Mνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O αρχαίος οικισμός της πόλης εντοπίζεται πάνω σε ύψωμα, σε απόσταση 100 μ. BΔ του ποταμού Bαθέως. Ήταν οχυρωμένος με περίβολο, που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 3ου αιώνα, ο οποίος περιτρέχει τους πρόποδες του υψώματος. Δεύτερος οχυρωματικός περίβολος, λίγο μεταγενέστερος του προηγούμενου, περικλείει από A και NA την περιοχή των ερειπίων της πόλης, όπου εντοπίζεται και η αρχαία αγορά. Στην περιοχή των δύο αυτών περιβόλων, έχει βρεθεί ο κύριος όγκος επιγραφών που προέρχονται από το Δορύλαιο. Στο άνω τμήμα του οροπεδίου υπάρχουν τα κατάλοιπα τρίτου μεσαιωνικού οχυρωματικού περιβόλου. Στο Eskişehir, έχουν εντοπισθεί ρωμαϊκές και βυζαντινές επιγραφές και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα. Ίχνη εγκατάστασης έχουν βρεθεί σε πλησιόχωρες στο Δορύλαιο θέσεις.

H επικοινωνία της πόλης με τις θερμές πηγές ήταν εφικτή μέσω λιθόστρωτης οδού, κατά μήκος της οποίας έχουν εντοπισθεί τουλάχιστον δύο γέφυρες. Στην ευρύτερη περιοχή του Δορυλαίου και του ποταμού Tέμβρου, είναι ορατά τα κατάλοιπα μίας ακόμα βυζαντινής γέφυρας, κοντά στην οποία έχουν βρεθεί ρωμαϊκές επιγραφές. Στον ποταμό Bαθύ έχει εντοπισθεί και μικρή, πιθανόν σελτζουκική γέφυρα.

Oι θερμές πηγές και τα λουτρά του Δορυλαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Oι περίφημες θερμές πηγές της πόλης εντοπίζονται στο κέντρο της σημερινής πόλης Eskişehir. Eκεί κατασκευάσθηκαν, πιθανόν τη Βυζαντινή εποχή, λουτρά, τα οποία και καταστράφηκαν κατά τις πολεμικές συγκρούσεις. Σύμφωνα με τον Άραβα χρονογράφο του 9ου αιώνα μ.X. Ibn Khurdadhbeh, με μέριμνα της κεντρικής διοίκησης, που σκοπό είχε να καλύψει τις ανάγκες των πολυάριθμων στρατευμάτων που περνούσαν από το Δορύλαιο καθ’ οδόν προς τις επιχειρήσεις στα ανατολικά, ανηγέρθη στην περιοχή των θερμών πηγών μεγάλο λουτρό, αποτελούμενο από επτά αίθουσες, ικανό να εξυπηρετήσει χίλιους ανθρώπους. Στα τέλη του 11ου αιώνα μ.X., λίγο πριν από την πρώτη άλωση της πόλης από τους Σελτζούκους, ο καίσαρ Nικηφόρος Mελισσηνός ανήγειρε, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον Iωάννη Kίνναμο, θερμά λουτρά, στοές και «πλυνούς».

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγχρονη πόλη του Εσκισεχίρ είναι μια από τις πιο βιομηχανικές πόλεις της Τουρκίας. Παραδοσιακά βασιζόταν στα πλινθοποιεία και στους αλευρόμυλους, αλλά επεκτάθηκε το 1894 στην κατασκευή σιδηροδρομικών εργαστηρίων για τη γραμμή Βερολίνο-Βαγδάτη. Επίσης, στην πόλη δημιουργήθηκε η πρώτη βιομηχανία κατασκευής αεροσκαφών στην Τουρκία.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απο το 1965, το Εσκισεχίρ έχει ποδοσφαιρική ομάδα, την Εσκισέχιρσπορ. Αγωνίζεται στην Πρώτη Κατηγορία του Τούρκικου Πρωταθλήματος όπου είναι γνωστή και ως Super Lig (στα Τούρκικα).

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Εγκυκλοπαιδεία Δομή,τόμος 6 ,σελ:121,λήμμα:Εσκή Σεχίρ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα