Κουρκουμάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Κιτρινόριζα)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κιτρινόριζα,
Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa)
Βοτανική άποψη του φυτού Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa).
Βοτανική άποψη του φυτού Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa).
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Angiosperms)
Ομοταξία: Μονοκότυλα (Monocots)
Υφομοταξία: Κομμελινίδες Commelinids
Τάξη: Ζιγγιβερώδη (Zingiberales)
Οικογένεια: Ζιγγιβερίδες (Zingiberaceae)
Γένος: ... (Curcuma)
Είδος: Κ. η μακρά (C. longa)
Διώνυμο
Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa)
Κάρολος Λινναίος (L.)[1]
Συνώνυμα

Κουρκούμη η οικιακή
(Curcurma domestica) Valeton

Ο κουρκουμάς, ή κουρκούμη (Αγγλικά: turmeric ή tumeric ,[2] Επιστημονική ονομασία: Curcuma longa [Κουρκούμη η μακρά]) ή κιτρινόριζα, είναι ένα ριζωματοειδές (rhizomatous)[Σημ. 1] ποώδες, πολυετές (perennial)[Σημ. 2] φυτό της οικογένειας των Ζιγγιβερίδων (Zingiberaceae).[3] Είναι εγγενές στην νότια Ασία, όπου απαιτεί θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 30 °C (68 και 86 °F) και ένα σημαντικό ποσό ετήσιας βροχόπτωσης για να ευδοκιμήσει.[4] Τα φυτά συγκομίζνονται κάθε χρόνο για τα ριζώματά τους και πολλαπλασιάζονται κατά την επόμενη περίοδο, από μερικά εξ αυτών των ριζωμάτων.

Όταν δεν χρησιμοποιούνται φρέσκα, τα ριζώματα βράζουν για 30–45 περίπου λεπτά και κατόπιν αποξηραίνονται σε ζεστούς φούρνους και μετά αλέθονται σε μια έντονη-πορτοκαλο-κίτρινη σκόνη[5] η οποία, συνήθως χρησιμοποιείται ως χρωματισμός στις κουζίνες του Μπαγκλαντές, Ινδίας, Ιράν, Πακιστάν, στα κάρυ και για βαφές.

Ιστορία και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιθαγενής κιτρινόριζα σε θαμνότοπο πλησίον του Κουκτάουν, Κουίνσλαντ, Αυστραλία.

Ο κουρκουμάς (turmeric), έχει χρησιμοποιηθεί στην Ασία για χιλιάδες χρόνια και είναι ένα σημαντικό μέρος της ιατρικής Σίντα.[Σημ. 3][6] Αρχικά, χρησιμοποιήθηκε ως χρωστική ουσία και εν συνεχεία, αργότερα για τις θεραπευτικές του ιδιότητες.[7]

Η προέλευση του ονόματος είναι αβέβαιη, ενδεχομένως, να απορρέει από τα Μεσαία Αγγλικά[Σημ. 4]/πρώιμα σύγχρονα Αγγλικά ως turmeryte ή tarmaret. Υπήρξαν εικασίες ότι μπορεί να είναι Λατινικής προέλευσης, terra merita (έχρηζε την γη).[8]

Η ονομασία του γένους, Curcuma, είναι από την Αραβική ονομασία τόσο του σαφράν όσο και της κουρκούμης (βλ. Κρόκος).

Βοτανική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρουσίαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταξιανθία του Curcuma longa.
Μεταποιημένος κουρκουμάς.

Ο κουρκουμάς ή κιτρινόριζα (turmeric), είναι ένα πολυετές ποώδες φυτό το οποίο φτάνει μέχρι και το 1m (3 ft 3 in) ύψος. Βρίσκονται πολλαπλά διακλαδισμένα, κίτρινα, πορτοκαλί, κυλινδρικά, αρωματικά ριζώματα. Τα φύλλα είναι εναλλάξ τοποθετημένα σε δύο σειρές. Χωρίζονται σε θήκη φύλλου, μίσχο (petiole),[Σημ. 5] και λεπίδα φύλλου.[9] Από τις θήκες φύλλου, σχηματίζεται ένα ψεύτικο στέλεχος. Ο μίσχος έχει μήκος 50 έως 115 cm (20 έως 45 in). Οι απλές λεπίδες φύλλων συνήθως έχουν μήκος 76 έως 115 cm (30 έως 45 in) και σπανίως έως 230 cm (91 in). Έχουν πλάτος από 38 έως 45 cm (15 έως 18 in) και είναι επιμήκη προς ελλειπτικά, που στενεύουν προς στην άκρη.

Ταξιανθία ανθέων και καρπών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυτεία κιτρινόριζας σε Ινδικό χωριό.

Στην Κίνα, ο χρόνος ανθοφορίας, συνήθως είναι τον Αύγουστο. Καταληκτικώς για το ψευδές στέλεχος έχει 12 έως 20 cm (4,7 έως 7,9 in) μήκους στέλεχος ταξιανθίας, το οποίο περιέχει πολλά άνθη. Τα βράκτια (bracts)[Σημ. 6] είναι ανοιχτοπράσινα και ωοειδή προς επιμήκη, με ένα αμβλύ άνω άκρο μήκους από 3 έως 5 cm.

Στην κορυφή της ταξιανθίας, στελέχη βρακείων είναι παρόντα κατά την οποία δεν υπάρχουν άνθη· αυτά είναι λευκά προς πράσινα και μερικές φορές με απόχρωση κοκκινωπή ως πορφυρή και τα άνω άκρα είναι κωνικά.[10]

Τα ερμαφρόδιτα άνθη είναι ζυγομορφικά (zygomorphic) και τριπλά. Τα τρία σέπαλα (sepals)[Σημ. 7] μήκους 0,8 έως 1,2 cm είναι συγχωνευμένα, λευκά, έχουν αφράτες τρίχες και οι τρεις κάλυκες οδόντων είναι άνισοι. Τα τρία φωτεινά κίτρινα πέταλα (petals)[Σημ. 8] είναι ενωμένα σε σωλήνα corolla[Σημ. 9] έως 3 cm. Οι τρεις λοβοί corolla έχουν μήκος από 1,0 έως 1,5 cm και είναι τριγωνικοί με μαλακά-ακανθώδη άνω άκρα. Ενώ ο μέσος λοβός corolla είναι μεγαλύτερος από τους δύο πλάγιους, μόνο ο διάμεσος στήμονας[Σημ. 10] του εσωτερικού κύκλου είναι γόνιμος. Η σακούλα σκόνης παρακινείται στη βάση του. Όλοι οι άλλοι στήμονες μετατρέπονται σε staminodes.[Σημ. 11] Οι εξωτερικοί staminodes είναι κοντύτεροι από το χείλος (labellum).[Σημ. 12] Το χείλος είναι κιτρινωπό, με μια κίτρινη κορδέλα στο κέντρο του και είναι αντωοειδές (obovate), μήκους από 1,2 έως 2,0 cm. Τρία καρπόφυλλα (carpels)[Σημ. 13] είναι κάτω από μια σταθερή, προσκολλημένη τρίλοβη ωοθήκη, η οποία είναι αραιά τριχωτή. Η καρπική κάψα ανοίγει με τρία διαμερίσματα.[11][12][13]

Βιοχημική σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ζωγραφική της Κουρκούμης της οικιακής (Curcurma domestica) Valeton, από τον A. Bernecker (περίπου 1860).
Η κουρκουμίνη σε μορφή κετόνης (keto).
Η κουρκουμίνη σε μορφή enol.

Τα πιο σημαντικά χημικά συστατικά της κουρκουμίνης (turmeric), είναι μια ομάδα ενώσεων που ονομάζεται curcuminoids, τα οποία περιλαμβάνουν την κουρκουμίνη (diferuloylmethane), demethoxycurcumin και bisdemethoxycurcumin. Το καλύτερα μελετημένο συστατικό είναι η κουρκουμίνη, η οποία αποτελείται κατά 3,14% (κατά μέσο όρο) από σκόνη κουρκούμης.[14] Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις στο περιεχόμενο κουρκουμίνης σε διαφορετικές γραμμές του είδους Κουρκούμη η μακρά (Curcuma longa) (1-3189 mg/100g). Επιπλέον, άλλα σημαντικά πτητικά έλαια περιλαμβάνουν την turmerone, atlantone και zingiberene. Κάποια γενικά συστατικά είναι τα σάκχαρα, οι πρωτεΐνες και ρητίνες.[15]

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαγειρική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάρυ που χρησιμοποιεί κιτρινόριζα, ο οποίος αναφέρεται ως haldi ki sabzi, ένα πιάτο από την Ινδία.

Η κιτρινόριζα φύεται σε άγρια μορφή, στα δάση της Νότιας και της Νοτιοανατολικής Ασίας. Είναι ένα από τα βασικά συστατικά σε πολλά Ασιατικά πιάτα. Η Ινδική παραδοσιακή ιατρική, που ονομάζεται Σίντα, έχει συστήσει την κουρκούμη στην ιατρική. Η χρήση της ως χρωστικής ουσίας δεν είναι πρωταρχικής αξίας στη Νότια Ασιατική κουζίνα.

Η κιτρινόριζα (turmeric), συνήθως χρησιμοποιείται σε αλμυρά πιάτα, αλλά, χρησιμοποιείται και σε ορισμένα γλυκά πιάτα, όπως το κέικ σφουφ. Στην Ινδία, τα φύλλα από το φυτό της κουρκούμης, χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ειδικών γλυκών πιάτων patoleo,[Σημ. 14] δια στρωματοποιήσεως ρυζάλευρου και μείγματος καρύδας-jaggery[Σημ. 15][Υποσημ. 1] στο φύλλο, εν συνεχεία κλείνοντάς το και τοποθετώντας το στον ατμό, εντός μιας χάλκινης χύτρας ατμού (goa).

Ορισμένες φορές, σε συνταγές εκτός Νοτίου Ασίας, ο κουρκουμάς χρησιμοποιείται ως παράγοντας για να προσδώσει ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Χρησιμοποιείται σε κονσερβοποιημένα αναψυκτικά, ψημένα προϊόντα, παγωτά, γιαούρτια, κίτρινα κέικ, χυμούς πορτοκαλιού, μπισκότα, χρωματισμό ποπκόρν, δημητριακών, σαλτσών, ζελατινών κλπ. Είναι ένα σημαντικό συστατικό στις περισσότερες εμπορικές σκόνες κάρι.

Η πλειονότης της κιτρινόριζας χρησιμοποιείται υπό τη μορφή της ριζώδους σκόνης. Σε ορισμένες περιοχές (ειδικότερα στη Μαχαράστρα, Γκόα, Konkan και Kanara), τα φύλλα κουρκούμης χρησιμοποιούνται για να τυλίξουν και να μαγειρέψουν τα τρόφιμα. Επίσης, τα φύλλα κουρκούμης, χρησιμοποιούνται κυρίως με τον τρόπο αυτό, σε περιοχές όπου η κουρκούμη καλλιεργείται σε τοπικό επίπεδο, δεδομένου ότι τα φύλλα που χρησιμοποιούνται είναι φρεσκοκομμένα. Τα φύλλα κουρκούμης προσδίδουν μια διακριτική γεύση. Παρά το γεγονός ότι συνήθως χρησιμοποιείται ξηρό, σε μορφή σκόνης, η κουρκούμη χρησιμοποιείται επίσης φρέσκα, όπως η πιπερόριζα (τζίντζερ). Έχει πολλές χρήσεις στις Ανατολικές Ασιατικές συνταγές, όπως τουρσιά που περιέχουν μεγάλα κομμάτια από μαλακό κουρκουμά, φτιαγμένα από φρέσκα κιτρινόριζα.

Η κιτρινόριζα χρησιμοποιείται ευρέως ως καρύκευμα στις κουζίνες της Νότιας Ασίας και Μέσης Ανατολής. Πολλά πιάτα στην Περσική κουζίνα, χρησιμοποιούν την κουρκούμη ως ορεκτικό συστατικό. Τα διάφορα Ιρανικά πιάτα khoresh, άρχισαν να χρησιμοποιούν τα καραμελωμένα κρεμμύδια σε λάδι και κουρκούμη, ακολουθούμενα από άλλα συστατικά. Τυπικά, το Μαροκινό μείγμα μπαχαρικών ras el hanout περιλαμβάνει κουρκούμη.

Στην Ινδία και το Νεπάλ, η κιτρινόριζα καλλιεργείται και χρησιμοποιείται ευρέως σε πολλά λαχανικά και κρεατικά για το χρώμα του· Χρησιμοποιείται επίσης, για την υποτιθέμενη αξία του στην παραδοσιακή ιατρική.

Στη Νότια Αφρική, ο κουρκουμάς χρησιμοποιείται για να προσδώσει ένα χρυσαφένιο χρώμα στο βραστό λευκό ρύζι.

Στην κουζίνα του Βιετνάμ, η σκόνη κουρκούμης χρησιμοποιείται για τον χρωματισμό και αρωματισμό ορισμένων πιάτων, όπως των bánh xèo, bánh khọt και mi quang. Η σκόνη χρησιμοποιείται και σε άλλα stir-fried (γρήγορα τηγανισμένα σε δυνατή φωτιά ακολουθούμενο από έντονο ανακάτεμα) πιάτα και σούπες.

Το Καμποτζιανό είδος πρώτης ανάγκης στην πάστα κάρυ kroeung, το οποίο χρησιμοποιείται σε πολλά πιάτα συμπεριλαμβανομένου του Amok, τυπικά περιέχει φρέσκα κιτρινόριζα.

Στην Ινδονησία τα φύλλα κουρκούμης χρησιμοποιούνται από τους Minangkabau ή την κουζίνα του Padang ως η βάση για το κάρι της Σουμάτρα, όπως στα rendang, sate padang και πολλές άλλες ποικιλίες.

Στην Ταϋλάνδη, τα φρέσκα ριζώματα κουρκουμά, χρησιμοποιούνται σε πολλά πιάτα, ειδικότερα στη νότια Ταϋλανδέζικη κουζίνα, όπως το κίτρινο κάρυ και τη σούπα κιτρινόριζας.

Στη Μεσαιωνική Ευρώπη, ο κουρκουμάς έγινε γνωστός ως το Ινδικό σαφράν επειδή χρησιμοποιείτο ευρέως ως ένα εναλλακτικό του πολύ ακριβότερου μπαχαρικού ζαφορά.[16]

Βαφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σκόνη κιτρινόριζας.

Η κιτρινόριζα (turmeric), παράγει μια κακή βαφή υφάσματος, δεδομένου ότι δεν είναι πολύ ταχεία βαφή, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται σε υφάσματα της Ινδίας και του Μπανγκλαντές, όπως τα σάρι[Σημ. 16][Υποσημ. 2] και τις ρόμπες των μοναχών[Σημ. 17][17] Η κουρκούμη (turmeric) (κωδικοποιούμενη ως E100, όποτε χρησιμοποιείται ως πρόσθετο τροφίμων)[18] χρησιμοποιείται για την προστασία τροφικών προϊόντων από την ηλιακή ακτινοβολία. Η oleoresin χρησιμοποιείται για προϊόντα που περιέχουν έλαια. Η κουρκουμίνη και διάλυμα πολυσορβικού ή σκόνη κουρκουμά αραιωμένου σε αλκοόλη, χρησιμοποιείται για προϊόντα που περιέχουν νερό. Ο υπέρ-χρωματισμός, όπως στα αγγουράκια τουρσί, νοστιμιές και μουστάρδες, χρησιμοποιείται μερικές φορές για να αντισταθμίσει το ξεθώριασμα.

Σε συνδυασμό με το annatto (E160b),[Σημ. 18] η κιτρινόριζα (turmeric) έχει χρησιμεύσει για τον χρωματισμό τυριών, γιαουρτιών, στεγνών μειγμάτων, ντρέσινγκ για σαλάτες, χειμερινών βουτύρων και μαργαρινών. Ο κουρκουμάς (turmeric), χρησιμοποιείται επίσης για να δώσει ένα κίτρινο χρώμα σε ορισμένες παρασκευασμένες μουστάρδες, κονσερβοποιημένες κοτόσουπες και άλλα τρόφιμα (συχνά πολύ φθηνότερη αντικατάσταση για το σαφράν).

Δείκτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χαρτί κιτρινόριζας, καλούμενο επίσης «χαρτί κουρκουμά» («curcuma paper») ή στην Γερμανική λογοτεχνία «Curcumapapier» είναι χαρτί διαποτισμένο σε βάμμα κουρκούμης και αφίεται να στεγνώσει. Χρησιμοποιείται στη χημική ανάλυση ως δείκτης οξύτητας και αλκαλικότητας.[19] Το χαρτί είναι κίτρινο με όξινα και ουδέτερα διαλύματα και μετατρέπεται σε φαιό ή ερυθρό-φαιό σε αλκαλικά διαλύματα, με μετάβαση ανάμεσα στο pH 7,4 και 9,2.[20]

Για την ανίχνευση του pH, το χαρτί κουρκούμης έχει αντικατασταθεί στην κοινή χρήση από χαρτί ηλιοτροπίου. Η κιτρινόριζα (turmeric), μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο για την φαινολοφθαλεΐνη, καθώς είναι παρόμοιο το φάσμα χρωμάτων που αλλάζει το pH του.

Παραδοσιακές χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντινή λήψη άνθους κιτρινόριζας σε χωριό της Μαχαράστρα, Ινδία.

Στις Αγιουρβεδικές πρακτικές, η κουρκούμη έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία μιας ποικιλίας εσωτερικών διαταραχών, όπως δυσπεψία, λοιμώξεις του λαιμού, κοινά κρυολογήματα ή παθήσεις του ήπατος, καθώς και τοπικά για τον καθαρισμό των πληγών ή την θεραπεία πληγών του δέρματος[4]

Η κουρκούμη θεωρείται ευοίωνη και ιερή στην Ινδία και έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και χιλιετίες, σε διάφορες Ινδουιστικές τελετές. Παραμένει δημοφιλής στην Ινδία για τις γαμήλιες και τις θρησκευτικές τελετές.

Η κιτρινόριζα έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον Ινδουιστικό πνευματισμό. Τα ράσα των Ινδουιστών μοναχών, χρωματίζονταν παραδοσιακά με μια κίτρινη χρωστική ουσία, από κουρκούμη. Λόγω του κίτρινου-πορτοκαλί χρωματισμού της, η κουρκούμη συνδέθηκε με τον ήλιο ή τον Thirumal[Σημ. 19] στην μυθολογία της αρχαίας θρησκείας Ταμίλ. Το κίτρινο είναι το χρώμα του ηλιακού πλέγματος τσάκρα, το οποίο στην παραδοσιακή Σίντα ιατρική των Ταμίλ είναι ένα ενεργειακό κέντρο. Το πορτοκαλί είναι το χρώμα του ιερού οστού τσάκρα.

Το φυτό χρησιμοποιείται στην γλώσσα Poosai (Ταμίλ) να αντιπροσωπεύει μια μορφή της θεάς Kottravai, των Ταμίλ. Στην Ανατολική Ινδία, το φυτό χρησιμοποιείται ως ένα από τα εννέα στοιχεία της navapatrika[Σημ. 20] μαζί με νεαρά φυτά μαγειρικής μπανάνας, φύλλα κολοκασίας, κριθάρι (jayanti), Aegle marmelos (bilva),[Σημ. 21] ροδιά (darimba), asoka, manaka ή manakochu και rice paddy.[Σημ. 22] Η λατρεία της Navaptrika είναι ένα σημαντικό τμήμα των τελετουργιών του φεστιβάλ Durga.[21][Σημ. 23]

Χρησιμοποιείται στο poosai, για να κάνει μια μορφή Γκανέσα (Ganesha).[Σημ. 24] Στον Yaanaimugathaan, τον απομακρυντή των εμποδίων, γίνεται επίκληση στην αρχή σχεδόν κάθε τελετής και για το σκοπό αυτό γίνεται μια μορφή του Yaanaimugathaan, αναμιγνυόμενη με κουρκουμά και νερό και σχηματίζοντάς την σε ένα κωνοειδές σχήμα.

Η τελετή Haldi (που στη Βεγγάλη ονομάζεται Gaye holud) (κυριολεκτικά «κίτρινο στο σώμα»), είναι μια τελετή η οποία παρατηρείται σε πολλά μέρη της Ινδίας, κατά τη διάρκεια των Ινδουιστικών γαμήλιων εορτών, συμπεριλαμβανομένης της Βεγγάλης, Παντζάμπ, Μαχαράστρα και του Γκουτζαράτ. Η τελετή λαμβάνει χώρα μια ή δυο ημέρες πριν από τις θρησκευτικές και γαμήλιες τελετές της Βεγγάλης. Η πάστα της κουρκούμης αλείφεται από τους φίλους στα σώματα του ζεύγους. Αυτό λέγεται ότι μαλακώνει το δέρμα, αλλά και τα χρωματίζει με το διακριτικό κίτρινο χρώμα που δίνει την ονομασία του σε αυτή την τελετή. Μπορεί να είναι μια κοινή εκδήλωση για τις οικογένειες της νύφης και του γαμπρού ή μπορεί να αποτελείται από ξεχωριστές εκδηλώσεις για την οικογένεια της νύφης και την οικογένεια του γαμπρού.

Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ Pongal[Σημ. 25] των Ταμίλ, ένα ολόκληρο φυτό κιτρινόριζας με φρέσκα ριζώματα προσφέρεται ως ευχαριστήρια προσφορά στον Suryan, το θεό του ήλιου. Επίσης, πολλές φορές, το φρέσκο φυτό δένεται πέριξ του δοχείου Pongal εντός του οποίου προετοιμάζεται μια προσφορά Pongal.

Στην Ταμίλ Ναντού και Άντρα Πραντές, ως μέρος του τελετουργικού του γάμου των Ταμίλ / Τελούγκου, αποξηραμένοι κόνδυλοι κουρκούμης δεμένοι με σπάγκο χρησιμοποιούνται για την δημιουργία ενός κολιέ Thali,[Σημ. 26] το αντίστοιχο των δακτυλιδιών γάμου στους δυτικούς πολιτισμούς. Στη δυτική και παράκτια Ινδία, κατά τη διάρκεια γάμων των Μαράθι, Konkani, Κανάντα και Βραχμάνων, οι κόνδυλοι της κουρκούμης, δένονται από το ζευγάρι, με κορδόνια στους καρπούς τους κατά τη διάρκεια της τελετής που ονομάζεται Kankanabandhana.[22]

Το 1896, ο Friedrich Ratzel στο «Η Ιστορία της Ανθρωπότητας» («The History of Mankind»), ανέφερε ότι, στη Μικρονησία η προετοιμασία της σκόνης κουρκούμης για τον καλλωπισμό του σώματος, ενδυμάτων και σκευών, είχε τελετουργικό χαρακτήρα.[23]

Νοθεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένου ότι ο κουρκουμάς και άλλα μπαχαρικά συνήθως πωλούνται αναλόγως του βάρους τους, ελλοχεύει η πιθανότητα ώστε τοξικές σκόνες, φθηνότεροι παράγοντες με παρόμοιο χρώμα να προστίθενται, όπως π.χ. οξείδιο του μολύβδου (II, IV), δίνοντας στον κορκουμά, ένα πορτοκαλο-κόκκινο χρώμα αντί του φυσικού του χρυσο-κίτρινου.[24] Μια άλλη κοινή ουσία νόθευσης στον κουρκουμά, είναι η κίτρινη metanil (επίσης γνωστή ως το κίτρινο οξύ 36), που θεωρείται παράνομη βαφή για χρήση σε τρόφιμα από τη British Food Standards Agency.[25]

Έρευνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρίζωμα και σκόνη κουρκουμά.

Η βασική έρευνα δείχνει οτι τα αποστάγματα από κουρκουμά μπορεί να έχουν αντιμυκητιακές και αντιβακτηριακές ιδιότητες.[26]

Η κουρκούμη ή το κύριο της συστατικό η κουρκουμίνη, έχει μελετηθεί σε μικρές κλινικές δοκιμές σε πολλές ανθρώπινες ασθένειες και παθήσεις.[27][28][29]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στη βοτανική και την δενδρολογία, ένα ρίζωμα (από το Αρχαίο Ελληνικό: ῥίζωμα, "μάζα των ριζών", από το ῥιζόω, "αιτία να χτυπήσει η ρίζα") είναι ένα τροποποιημένο υπόγειο στέλεχος του φυτού, που συνήθως βρίσκεται υπογείως, συχνά στέλνοντας ρίζες και βλαστούς από τα μεσογόνατιά του.[Παρ. Σημ. 1][Παρ. Σημ. 2]
  2. Πολυετές φυτό (perennial plant) ή απλά πολυετές (perennial) (από το Λατινικό per, που σημαίνει "μέσα" και annus, που σημαίνει "χρόνος"), είναι ένα φυτό που ζει για περισσότερο από δύο χρόνια.[Παρ. Σημ. 3]
  3. Η Ιατρική Σίντα (Ταμίλ Citta- ή Ταμίλ-maruthuvam), είναι ένα σύστημα παραδοσιακής ιατρικής, που έχει την καταγωγή της από την αρχαία Tamilakam, στη Νότια Ινδία.[Παρ. Σημ. 4][Παρ. Σημ. 5]
  4. Τα Μεσαία Αγγλικά (Middle English (ΜΕ)), είναι συλλογικά οι ποικιλίες της Αγγλικής γλώσσας που ομιλούνταν μετά τη Νορμανδική κατάκτηση (1066) μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα· η επιστημονική γνώμη ποικίλλει, αλλά το Αγγλικό Λεξικό της Οξφόρδης (Oxford English Dictionary), καθορίζει την περίοδο από το 1150 έως το 1500.[Παρ. Σημ. 6]
  5. Ένας μίσχος (στη βοτανική) (petiole), είναι ένα στέλεχος που αποδίδει ενιαία λουλούδια στην ταξιανθία. Είναι τα κλαδιά ή τα στελέχη που συνδέουν το κάθε λουλούδι σε μια ταξιανθία, που περιέχει περισσότερα από ένα λουλούδι.[Παρ. Σημ. 7]
  6. Στη βοτανική, βράκειο (ή βράκτιο) (bract), είναι ένα φύλλο στο μίσχο του άνθους δηλαδή ένα τροποποιημένο ή εξειδικευμένο φύλλο, ειδικά ένα που σχετίζεται με την αναπαραγωγική δομή, όπως ένα λουλούδι, ταξιανθία άξονας ή κλίμακα κώνου.
  7. Τα σέπαλα (φυτολογία) (sepals), είναι ένα μέρος του άνθους των αγγειόσπερμων (ανθοφόρα φυτά), που συνήθως είναι πράσινο. Τα σέπαλα, τυπικώς λειτουργούν ως προστασία για τον οφθαλμό του λουλουδιού και συχνά ως υποστήριξη για τα πέταλα, όταν βρίσκονται στην άνθιση.[Παρ. Σημ. 8][Παρ. Σημ. 9][Παρ. Σημ. 10]
  8. Τα πέταλα (φυτολογία) (petals), είναι τροποποιημένα φύλλα τα οποία περιβάλλουν τα αναπαραγωγικά μέρη των λουλουδιών.
  9. O συλλογικός όρος για τα πέταλα ενός άνθους, συνήθως σχηματίζοντας μια σπείρα εντός των σεπάλων και περικλείοντας τα αναπαραγωγικά όργανα.
  10. Το αρσενικό όργανο του άνθους, το οποίο αποτελείται (συνήθως) από τον μίσχο και ένα τμήμα που φέρει γύρη (ανθήρα).
  11. Ένας αποστειρωμένος στήμονας, συχνά υποτυπώδης, ορισμένες φορές σαν-πέταλο.
  12. Στη βοτανική, το labellumlip) είναι το τμήμα του άνθους μιας ορχιδέας ή Canna ή άλλων λιγότερων γνωστών γενών, το οποίο χρησιμεύει στο να προσελκύει τα έντομα, τα οποία επικονιάζουν το λουλούδι και λειτουργεί ως πλατφόρμα προσγείωσης για αυτά. Ετυμολογικά, το labellum (πληθυντικός: labella), είναι το Λατινικό υποκοριστικό του labium, δηλαδή το χείλος.
  13. Καρπόφυλλο είναι το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο ενός άνθους, το οποίο αποτελείται από την ωοθήκη, το στίγμα και συνήθως το στυλ. Μπορεί να εμφανιστεί μεμονωμένα ή ως ένα από την ομάδα.
  14. Patoleo (ονομάζεται επίσης patoli) ή κέικ φύλλων κουρκούμης, είναι ένα πιάτο το οποίο ως επί το πλείστον παρασκευάζεται στη δυτική ακτή της Ινδίας. Παρασκευάζεται από τριμμένη καρύδα, ρύζι και jaggery και μαγειρεύεται στον ατμό, τυλιγμένων φύλλων κουρκούμης.
  15. Το jaggery, είναι μια χοντρή σκούρα καφέ ζάχαρη που παρασκευάζεται στην Ινδία από την εξάτμιση του χυμού (sap) των φοινικόδενδρων.
  16. To σάρι (sari ή shari), είναι ένα γυναικείο ένδυμα από την Ινδική υποήπειρο, το οποίο αποτελείται από ένα μακρύ ύφασμα που ποικίλλει σε μήκος από 5 έως 9 υάρδες (4,5 μέτρα και 8 μέτρα) και σε εύρος από δύο έως τέσσερα πόδια (60 cm έως 1,20 m), το οποίο συνήθως τυλίγεται γύρω από τη μέση, με το ένα άκρο ριγμένο πάνω από τον ώμο, προτάσσοντας το στομάχι. Υπάρχουν διάφορες μορφές τυλίγματος του σάρι, το πιο κοινό είναι το στυλ Nivi, το οποίο ξεκίνησε από την Άντρα Πραντές.[Παρ. Σημ. 11][Παρ. Σημ. 12][Παρ. Σημ. 13][Παρ. Σημ. 14][Παρ. Σημ. 15]
  17. Kāṣāya (Σανσκριτικά: काषाय kāṣāya· Pali: kasāva· Σινχάλα: කසාවත· Κινεζικά: 袈裟? Πινγίν: jiāshā· Καντωνικά Jyutping: gaa1saa1· Ιαπωνικά: 袈裟 kesa· Κορεατικά: 袈裟 가사 gasa· Βιετναμέζικα: cà-sa), «chougu» (Θιβέτ) είναι οι ρόμπες των βουδιστών μοναχών και καλογραιών, ονομάζονται μετά από την καφέ ή σαφράν βαφή. Στα Σανσκριτικά και Pali, σε αυτές τις ρόμπες δίνεται επίσης ο πιο γενικός όρος cīvara, ο οποίος αναφέρεται στα ράσα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το χρώμα.
  18. Το ανάττο (/əˈnætoʊ/ ή /əˈnɑːtoʊ/), είναι ένα πορτοκαλί-κόκκινο καρύκευμα και χρωματική τροφίμων, που προέρχεται από τους σπόρους του δέντρου ατσιότε (achiote) (Bixa orellana).
  19. Perumal ή Perumaal (Ταμίλ: பெருமாள்) επίσης Thirumal (Ταμίλ: திருமால்) είναι ο Βισνού (όπως περιγράφεται στα γραπτά Ταμίλ), ο οποίος είναι ο πιο δημοφιλής μεταξύ των Ταμίλ και των Ταμίλ της διασποράς.
  20. Navapatrika ονομάζεται το μικροσκοπικό φυτό της μπανάνας.
  21. Το Aegle marmelos, κοινώς γνωστό ως baelbili ή bhel), επίσης κυδώνι Βεγγάλης, χρυσόμηλο, Iαπωνικό νεράντζι, πετρόμηλο ή ξυλόμηλο, είναι ένα είδος δέντρου, ιθαγενές στο Μπανγκλαντές και την Ινδία. Είναι παρόν σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ασία ως εγγενές είδος. Το δέντρο θεωρείται ιερό από τους Ινδουιστές. Οι καρποί του χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή ιατρική και ως τροφή σε όλο τους φάσμα.[Παρ. Σημ. 16][Παρ. Σημ. 17][Παρ. Σημ. 18][Παρ. Σημ. 19]
  22. Μια ορυζοφυτεία (paddy field), είναι ένα πλημμυρισμένο αγροτεμάχιο αρόσιμης γης το οποίο χρησιμοποιείται για την καλλιέργεια ημιυδατικού (semiaquatic) ρυζιού. Η καλλιέργεια ορυζώνα δεν πρέπει να συγχέεται με την καλλιέργεια της όρυζας βαθέος ύδατος, η οποία καλλιεργείται για τουλάχιστον ένα μήνα, στις πλημμυρισμένες συνθήκες με βάθος νερού πάνω από 50 cm (20 in).
  23. Η Ντούργκα (Durga), είναι μια άγρια θεά, σύζυγος του Σίβα (Shiva), συχνά ταυτίζεται με την Κάλη (Kali). Συνήθως απεικονίζεται ιππεύουσα τίγρη ή λιοντάρι, σκοτώνοντας το δαίμονα βουβάλι και με οκτώ ή δέκα χέρια.
  24. Ο Γκανέσα (/ɡəˈneɪʃəΣανσκριτικά: गणेश, Gaṇeśa· άκουσε , επίσης γνωστός ως Ganapati και Vinayaka, αποτελεί μία από τις γνωστότερες και πιο λατρευόμενες θεότητες στο Ινδουιστικό πάνθεο. Η εικόνα του βρίσκεται σε ολόκληρη την Ινδία, Σρι Λάνκα και Νεπάλ.[Παρ. Σημ. 20]
  25. Το Pongal της Ταϊλάνδης (Ταμίλ: தைப்பொங்கல், /ˈθaɪˈpoʊŋʌl/), είναι ένα φεστιβάλ Ευχαριστιών των Ταμίλ. Το Pongal της Ταϊλάνδης είναι ένα τετραήμερο φεστιβάλ το οποίο σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο συνήθως εορτάζεται από τις 14 Ιανουαρίου έως 17 Ιανουαρίου. Αυτό αντιστοιχεί στην τελευταία ημέρα του μήνα Maargazhi έως την τρίτη ημέρα του μήνα Τάϊ (Thai) των Ταμίλ.[Παρ. Σημ. 21]
  26. Thali ή mangala sutra (από το Σανσκριτικό mangala, που σημαίνει «ιερό, ευοίωνο» και sutra, που σημαίνει «νήμα»), είναι ένα περιδέραιο όπου ο Ινδουιστής γαμπρός τυλίγει γύρω από το λαιμό της νύφης, σε μια τελετή που ονομάζεται «Mangalya Dharanam» (Σανσκριτικά για "φορώντας το ευοίωνο"), το οποίο την χαρακτηρίζει ως μια παντρεμένη γυναίκα. Αυτή είναι μια κοινωνική πρακτική ευρέως διαδεδομένη στην Ινδία. Η πρακτική αυτή είναι επίσης, αναπόσπαστο μέρος μιας τελετής του γάμου, όπως ορίζεται από το Manusmriti.[Παρ. Σημ. 22]
Παραπομπές σημειώσεων
  1. ῥίζωμα. Liddell, Henry George· Scott, Robert· A Greek–English Lexicon στο Perseus Project
  2. ῥιζόω
  3. The Garden Helper. The Difference Between Annual Plants and Perennial Plants in the Garden. Retrieved on 2008-06-22.
  4. Recipes for Immortality : Healing, Religion, and Community in South India: Healing, Religion, and Community in South India, p.93, Wellington Richard S Weiss, Oxford University Press, 22-Jan-2009
  5. The Encyclopedia of Ayurvedic Massage, John Douillard, p. 3, North Atlantic Books, 2004
  6. Cite web
  7. Hickey, M.; King, C. (2001). The Cambridge Illustrated Glossary of Botanical Terms. Cambridge University Press. 
  8. «Oxford dictionary». http://oxforddictionaries.com/definition/english/sepal?view=uk. 
  9. «Collins dictionary». http://www.collinsdictionary.com/dictionary/english/sepal. 
  10. Beentje, Henk (2010). The Kew Plant Glossary. Richmond, Surrey: Royal Botanic Gardens, Kew. ISBN 978-1-84246-422-9. , p. 106
  11. Lynton, Linda (1995). The Sari. New York: Harry N. Abrams, Incorporated. ISBN 0-8109-4461-8. 
  12. Boulanger, Chantal (1997). Saris: An Illustrated Guide to the Indian Art of Draping. New York: Shakti Press International. ISBN 0-9661496-1-0. 
  13. Boulanger, Chantal (1997). Saris: An Illustrated Guide to the Indian Art of Draping. New York: Shakti Press International, σελ. 6. 
  14. Alkazi, Roshan (1983) "Ancient Indian costume", Art Heritage
  15. Ghurye (1951) "Indian costume", Popular book depot (Bombay); (Includes rare photographs of 19th century Namboothiri and nair women in ancient saree with bare upper torso)
  16. «FOI search results». flowersofindia.net. http://www.flowersofindia.net/risearch/search.php?query=bili&stpos=0&stype=AND. Ανακτήθηκε στις 20 January 2016. 
  17. Wilder, G.P. (1907), Fruits of the Hawaiian Islands, Hawaiian Gazette, ISBN 9781465583093, https://books.google.ca/books?id=ZRN1DZJPhuMC 
  18. «Taxonomy - GRIN-Global Web v 1.9.4.2». ars-grin.gov. http://www.ars-grin.gov/cgi-bin/npgs/html/taxon.pl?1560%7ctitle=USDA. Ανακτήθηκε στις 20 January 2016. «M.M.P.N.D. - Sorting Aegle names». unimelb.edu.au. http://www.plantnames.unimelb.edu.au/Sorting/Aegle.html. Ανακτήθηκε στις 20 January 2016. 
  19. «Bael». purdue.edu. http://www.hort.purdue.edu/newcrop/CropFactSheets/bael.html. Ανακτήθηκε στις 20 January 2016. 
    • Brown, p. 1. "Πρότυπο:IAST is often said to be the most worshipped god in India."
    • Getty, p. 1. "Πρότυπο:IAST, Lord of the Πρότυπο:IAST, although among the latest deities to be admitted to the Brahmanic pantheon, was, and still is, the most universally adored of all the Hindu gods and his image is found in practically every part of India."
  20. «Pongal - Tamil Thanksgiving Festival». pongal-festival.com. http://pongal-festival.com/pongal-tamil-harvest-festival/1/. 
  21. Subhamoy Das. «Mangalsutra Necklace - Hindu Symbol of Love & Marriage». About.com Religion & Spirituality. http://hinduism.about.com/od/matrimonial1/a/mangalsutra.htm. Ανακτήθηκε στις 8 May 2016. 

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο χυμός (βοτανική) (Αγγλ. sap), είναι αυστηρός όρος της επιστήμης της Γενικής Βοτανικής που χρησιμοποιείται αποκλειστικά στην Φυσιολογία Φυτών και όχι οπουδήποτε. Συγκεκριμένα, είναι ΜΟΝΟΝ το πρωταρχικό υδατικό διάλυμα που κινείται στα αγγεία του φυτού με πολύπλοκες φυσικοχημικές διεργασίες (ώσμωση, τριχοειδικά φαινόμενα κ.ά.) και χρησιμεύει στην θρέψη του. Οποιοδήποτε υγρό παράγει το φυτό ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ και σε οποιοδήποτε σημείο του (βλαστό, φύλλα, άνθη, κ.ο.κ.), ακόμη και αν προέρχεται από αυτό το διάλυμα, δεν είναι χυμός (βοτανική), με την ΑΥΣΤΗΡΗ βοτανική έννοια (sensu stricto). Επίσης, ο χυμός (βοτανική), δεν πρέπει να συγχέεται με το λατέξ, τη ρητίνη ή το κενοτόπιο (vacuole). [Παρ. Υποσημ. 1]
  2. Η ονομασία της ενδυμασίας στις διάφορες περιφερειακές γλώσσες περιλαμβάνει: Βεγγαλική: শাড়ি shaṛi, Χίντι: साड़ी sāṛī, Odia: ଶାଢୀ sāddhi, Κανάντα: ಸೀರೆ, sīre, Konkani: साडी, कापड, चीरे, sāḍī, kāpaḍ, cīre, Μαλαγιάλαμ: സാരി sāri, Μαραθικά: साडी sāḍī, Νεπαλικά: सारी sārī, Παντζάμπι: ਸਾਰੀ sārī, Ταμίλ: புடவை puṭavai, Τελούγκου: చీర cīra, Ουρντού: ساڑى‎ sāṛī.
Παραπομπές υποσημειώσεων
  1. Aslam Khan (1 January 2001). Plant Anatomy And Physiology. Gyan Publishing House. ISBN 978-81-7835-049-3. http://books.google.com/books?id=0iou9iOxAMwC. Ανακτήθηκε στις 6 April 2013. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Curcuma longa information from NPGS/GRIN». ars-grin.gov. http://www.ars-grin.gov/cgi-bin/npgs/html/taxon.pl?12676. Ανακτήθηκε στις 2008-03-04. 
  2. «Turmeric (pronunciation)». Merriam-Webster Dictionary. 2015. http://www.merriam-webster.com/dictionary/turmeric. 
  3. Priyadarsini KI (2014). «The chemistry of curcumin: from extraction to therapeutic agent». Molecules 19 (12): 20091–112. doi:10.3390/molecules191220091. PMID 25470276. http://www.mdpi.com/1420-3049/19/12/20091/htm. 
  4. 4,0 4,1 Prasad, S. Aggarwal, B. B.. Benzie, I. F. F.. Wachtel-Galor, S (2011). Benzie IFF, Wachtel-Galor S, επιμ. Turmeric, the Golden Spice: From Traditional Medicine to Modern Medicine; In: Herbal Medicine: Biomolecular and Clinical Aspects; chap. 13. 2nd edition. CRC Press, Boca Raton (FL). 
  5. «Turmeric processing». Kerala Agricultural University, Kerala, India. 2013. http://www.celkau.in/Crops/Spices/Turmeric/processing.aspx. Ανακτήθηκε στις 10 October 2015. 
  6. Chattopadhyay, Ishita; Kaushik Biswas; Uday Bandyopadhyay; Ranajit K. Banerjee (10 July 2004). «Turmeric and curcumin: Biological actions and medicinal applications». Current Science (Indian Academy of Sciences) 87 (1): 44–53. ISSN 0011-3891. http://repository.ias.ac.in/5196/1/306.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 March 2013. 
  7. «Herbs at a Glance: Turmeric, Science & Safety». National Center for Complementary and Integrative Health (NCCIH), National Institutes of Health. 2012. http://nccih.nih.gov/health/turmeric/ataglance.htm. Ανακτήθηκε στις 11 October 2012. 
  8. «Turmeric». Dictionary.com Unabridged Random House Dictionary. 2013. http://dictionary.reference.com/browse/turmeric. Ανακτήθηκε στις 11 October 2012. 
  9. Curcuma longa A Modern Herbal, M Grieve. Accessed November 2013
  10. Curcuma longa Linn. Description from Flora of China, South China Botanical Garden. Accessed November 2013
  11. SIEWEK (2013) (στα German), [[1], σ. 72, στα Google Books Exotische Gewürze Herkunft Verwendung Inhaltsstoffe], Springer-Verlag, pp. 72, ISBN 978-3-0348-5239-5, [2], σ. 72, στα Google Books 
  12. «Kurkuma kaufen in Ihrem». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις November 20, 2016. http://kurkuma-kaufen.com/. Ανακτήθηκε στις November 20, 2016. 
  13. Rudolf Hänsel, Konstantin Keller, Horst Rimpler, Gerhard Schneider (2013) (στα German), [[3], σ. 1085, στα Google Books Drogen A-D], Springer-Verlag, pp. 1085, ISBN 978-3-642-58087-1, [4], σ. 1085, στα Google Books 
  14. «Curcumin content of turmeric and curry powders». Nutr Cancer 55 (2): 126–131. 2006. doi:10.1207/s15327914nc5502_2. PMID 17044766. 
  15. «Role of curcumin in systemic and oral health: An overview». J Nat Sci Biol Med 4 (1): 3–7. 2013. doi:10.4103/0976-9668.107253. PMID 23633828. 
  16. Herbal Medicine: Biomolecular and Clinical Aspects. 2nd edition; Chapter 13: Turmeric, the Golden Spice. From Traditional Medicine to Modern Medicine. Boca Raton, FL: CRC Press. 2011. ISBN 978-1439807132. http://www.ncbi.nlm.nih.gov/books/NBK92752/. Ανακτήθηκε στις 3 June 2015. 
  17. Brennan, James (15 Oct 2008). «Turmeric». Lifestyle. The National. http://www.thenational.ae/lifestyle/house-home/turmeric. Ανακτήθηκε στις 13 May 2012. 
  18. UK food guide
  19. Ravindran, P. N., επιμ. (2007). The genus Curcuma. Boca Raton, FL: Taylor & Francis, σελ. 244. ISBN 9781420006322. 
  20. Classics in Spectroscopy. Wiley & Sons. 2009, σελ. 208. ISBN 978-3-527-32516-0. https://books.google.cz/books?id=4jjhnbu8ytEC&pg=PA208&dq=turmeric+paper+ph&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwi0ntytzuvJAhXGFSwKHaScB884FBDoAQgqMAM#v=onepage&q=turmeric%20paper%20ph&f=false. 
  21. «Nabapatrika or Navapatrika – Nine leaves of plants used during Durga Puja». Hindu Blog. http://www.hindu-blog.com/2008/09/nabapatrika-or-navapatrika-nine-leaves.html. Ανακτήθηκε στις 3 April 2015. 
  22. People of India: Maharashtra, Volume 1. Popular Prakashan. 2004, σελ. 2130 pages(see page:487). ISBN 9788179911006. 
  23. Ratzel, Friedrich. The History of Mankind. (London: MacMillan, 1896). URL: www.inquirewithin.biz/history/american_pacific/oceania/oceania-utensils.htm accessed 28 November 2009.
  24. «Detention without physical examination of turmeric due to lead contamination». US Food and Drug Administration. 3 December 2014. http://www.accessdata.fda.gov/cms_ia/importalert_1143.html. Ανακτήθηκε στις 9 December 2015. 
  25. «Producing and distributing food – guidance: Chemicals in food: safety controls; Sudan dyes and industrial dyes not permitted in food». Food Standards Agency, UK Government. 8 October 2012. https://www.gov.uk/guidance/chemicals-in-food-safety-controls. Ανακτήθηκε στις 12 December 2015. 
  26. «Antimicrobial sesquiterpenoids and diarylheptanoid from Curcuma domestica». ACGC Chem Res Comm 18 (1): 21–24. 2005. http://acquire.cqu.edu.au:8080/vital/access/manager/Repository/cqu:3199. 
  27. «The effect of curcumin (turmeric) on Alzheimer's disease: An overview». Ann Indian Acad Neurol 11 (1): 13–9. January–March 2008. doi:10.4103/0972-2327.40220. PMID 19966973. 
  28. Maithili Karpaga; Selvi, N.; Sridhar, M. G.; Swaminathan, R. P.; Sripradha, R. (2014). «Efficacy of turmeric as adjuvant therapy in type 2 diabetic patients.». Indian Journal of Clinical Biochemistry 30 (2): 180–186. doi:10.1007/s12291-014-0436-2. PMID 25883426. 
  29. Vaughn, A. R.; Branum, A; Sivamani, R. K. (2016). «Effects of Turmeric (Curcuma longa) on Skin Health: A Systematic Review of the Clinical Evidence». Phytotherapy Research 30 (8): 1243–64. doi:10.1002/ptr.5640. PMID 27213821. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • (Αγγλικά) [5]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Turmeric (έκδοση 752041612) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).