Λάδι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το λάδι ή έλαιο είναι υγρό στις συνήθεις θερμοκρασίες περιβάλλοντος, το οποίο παράγεται είτε από ορυκτούς υδρογονάνθρακες είτε από φυτά ή από ζώα, είτε συνθετικά όπως από σιλικόνη. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι δεν αναμιγνύεται με το νερό, συνηθως εύφλεκτο, και στην αφή δίνει την αίσθηση του "λιπαρού".

Συστατικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν ορυκτά έλαια που παράγονται από πετρέλαιο. Αυτά αποτελούν μίγματα από υγρούς υδρογονάνθρακες. Τα φυτικά και ζωικά έλαια είναι οργανικές ενώσεις με κύριο συστατικό τα λιπαρά οξέα και τη γλυκερόλη, αλλά στην ακατέργαστη μορφή τους περιέχουν και άλλες λιπαρές ουσίες. Στις θερμοκρασίες δωματίου είναι υγρά σε αντίθεση με τα λίπη που είναι στερεά. Η διαφορά οφείλεται στο ότι τα λάδια (έλαια) έχουν μεγαλύτερο ποσοστό ακόρεστων λιπαρών οξέων από τα λίπη. Τα λάδια σιλικόνης παράγονται συνθετικά και είναι πολυμερή του πυριτίου.

Αναλόγως με την προέλευση η τις ιδιότητές του, το λάδι παίρνει και το όνομά του. Υπάρχει ορυκτέλαιο, συνθετικό λάδι, ελαιόλαδο, σπορέλαιο (και ειδικότερα ηλιέλαιο, αραβοσιτέλαιο, σογιέλαιο, βαμβακέλαιο κλπ), μουρουνέλαιο, ιχθυέλαια, αρωματικά έλαια, αιθέρια έλαια, μηχανέλαια κτλ.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα φυτικά και ζωικά λάδια συνήθως είναι βρώσιμα ή μπορεί να γίνουν βρώσιμα μετά από επεξεργασία. Χρησιμοποιούνται αυτούσια ή σαν συστατικά στην παρασκευή άλλων τροφιμων. Επίσης στη φαρμακευτική και την παρασκευή καλλυντικών. Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν και για φωτισμό ή θέρμανση αλλά αυτή η χρήση πλέον σπανίζει στις αναπτυγμένες χώρες. Τα ορυκτά λάδια χρησιμοποιούνται κυρίως ως καύσιμα και λιπαντικά. Επίσης σαν πρώτη ύλη στην πετροχημική βιομηχανία για παραγωγή άλλων υλικών όπως πλαστικών κλπ. Καθαρές μορφές ορυκτελαίων χρησιμοποιούνται για φάρμακα και καλλυντικά.


Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα